ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Πλημμυρικά φαινόμενα με ιστορία… 2.300 ετών στη Ρόδο!

Μαίρη Φώτη 1 λεπτό ανάγνωση
ΠΛΗΜΜΥΡΑ

• Από την κα­τα­γρα­φή του 316 π.Χ. έως τα σύγ­χρο­να φαι­νό­με­να, οι ίδιες πε­ριο­χές επη­ρε­ά­ζο­νται, ενώ οι νέες συν­θή­κες εντεί­νουν τις επι­πτώ­σεις • Τα πρό­σφα­τα πλημ­μυ­ρι­κά φαι­νό­με­να επι­βε­βαιώ­νουν ένα δια­χρο­νι­κό μο­τί­βο • Το ανά­γλυ­φο της Ρόδου και τα φυ­σι­κά ρέ­μα­τα κα­θο­ρί­ζουν δια­χρο­νι­κά την πο­ρεία του νερού

Οι πλημ­μύ­ρες που κα­τα­γρά­φο­νται στη Ρόδο τα τε­λευ­ταία χρό­νια δεν απο­τε­λούν νέο φαι­νό­με­νο. Ιστο­ρι­κές πηγές δεί­χνουν ότι οι ίδιες αι­τί­ες και οι ίδιες δια­δρο­μές του νερού κα­τα­γρά­φο­νται στο νησί ήδη από το 316 π.Χ., δια­μορ­φώ­νο­ντας μια συ­νέ­χεια που φτά­νει μέχρι σή­με­ρα, με πε­ρισ­σό­τε­ρα από 15 κα­τα­γε­γραμ­μέ­να πλημ­μυ­ρι­κά φαι­νό­με­να και στα­θε­ρές φυ­σι­κές δια­δρο­μές απορ­ρο­ής.

Η πρό­σφα­τη διέ­λευ­ση της κα­κο­και­ρί­ας Erminio από το νο­τιο­α­να­το­λι­κό Αι­γαίο επα­νέ­φε­ρε στο προ­σκή­νιο αυτό το επα­να­λαμ­βα­νό­με­νο μο­τί­βο. Οι πλημ­μύ­ρες σε συ­γκε­κρι­μέ­νες πε­ριο­χές του νη­σιού, κυ­ρί­ως στην ανα­το­λι­κή πλευ­ρά, εμ­φα­νί­ζο­νται δια­χρο­νι­κά, με κοινά γε­ω­γρα­φι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά και πα­ρό­μοια εξέ­λι­ξη.

Είναι αξιο­ση­μεί­ω­το ότι, με βάση ιστο­ρι­κές πηγές αλλά και νε­ό­τε­ρα δε­δο­μέ­να, η Ρόδος αντι­με­τω­πί­ζει πλημ­μυ­ρι­κά επει­σό­δια για πε­ρισ­σό­τε­ρα από 2.300 χρό­νια, με στα­θε­ρές αι­τί­ες και επα­να­λαμ­βα­νό­με­νες φυ­σι­κές δια­δρο­μές απορ­ρο­ής.

Η πα­λαιό­τε­ρη γνω­στή ανα­φο­ρά εντο­πί­ζε­ται στο 316 π.Χ. και προ­έρ­χε­ται από τον Διό­δω­ρο τον Σι­κε­λιώ­τη, στο έργο του «Βι­βλιο­θή­κη Ιστο­ρι­κή» (ΙΘ’, 45). Σύμ­φω­να με την πε­ρι­γρα­φή, έντο­νη και πα­ρα­τε­τα­μέ­νη βρο­χό­πτω­ση προ­κά­λε­σε αιφ­νί­δια συ­γκέ­ντρω­ση με­γά­λου όγκου υδά­των εντός της πόλης. Η μορ­φο­λο­γία της Ρόδου, με κλίση από τα υψώ­μα­τα προς τη θά­λασ­σα, σε συν­δυα­σμό με τη φραγή των υπο­νό­μων από φερτά υλικά, οδή­γη­σε σε εγκλω­βι­σμό του νερού μέσα στα τείχη.

Οι δρό­μοι με­τα­τρά­πη­καν σε ροές νερού, ενώ κα­τα­γρά­φο­νται κα­ταρ­ρεύ­σεις κτη­ρί­ων και ση­μα­ντι­κός αριθ­μός θυ­μά­των. Οι κά­τοι­κοι κα­τέ­φυ­γαν σε υψη­λό­τε­ρα ση­μεία της πόλης, όπως τα θέ­α­τρα και τις υπε­ρυ­ψω­μέ­νες πε­ριο­χές. Το επει­σό­διο αυτό απο­τε­λεί την πρώτη σαφή κα­τα­γρα­φή πλημ­μυ­ρι­κού κιν­δύ­νου στη Ρόδο και συν­δέ­ε­ται άμεσα με τη λει­τουρ­γία των υπο­δο­μών και τη δια­χεί­ρι­ση των ομ­βρί­ων υδά­των.

Η εμπει­ρία τέ­τοιων φαι­νο­μέ­νων οδή­γη­σε στην ανά­πτυ­ξη ορ­γα­νω­μέ­νων τε­χνι­κών απορ­ρο­ής. Στην αρ­χαία πόλη έχουν εντο­πι­στεί υπό­γειοι λί­θι­νοι αγω­γοί, που δεί­χνουν σχε­δια­σμό με πρό­βλε­ψη τόσο για τη ροή των υδά­των όσο και για τη συ­ντή­ρη­σή τους. Πα­ράλ­λη­λα, η διοί­κη­ση της πόλης πε­ριε­λάμ­βα­νε αξιω­μα­τού­χους, όπως οι αστυ­νο­μι­κοί, που είχαν αρ­μο­διό­τη­τα για την ευ­τα­ξία των δρό­μων και τη λει­τουρ­γι­κό­τη­τα των υπο­δο­μών, συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων των αγω­γών.

Η συ­νέ­χεια των φαι­νο­μέ­νων επι­βε­βαιώ­νε­ται και στη με­σαιω­νι­κή πε­ρί­ο­δο. Το 1476 μ.Χ., σύμ­φω­να με χρο­νι­κά των Ιπ­πο­τών του Τάγ­μα­τος του Αγίου Ιω­άν­νου, κα­τα­γρά­φε­ται ισχυ­ρό πλημ­μυ­ρι­κό επει­σό­διο με επι­πτώ­σεις στον αστι­κό ιστό της πόλης. Κατά την ίδια πε­ρί­ο­δο, η δια­χεί­ρι­ση των υδά­των εν­σω­μα­τώ­νε­ται στον σχε­δια­σμό των οχυ­ρώ­σε­ων. Η με­γά­λη τά­φρος της πόλης λει­τουρ­γεί και ως χώρος συ­γκέ­ντρω­σης και εκτό­νω­σης των ομ­βρί­ων, διο­χε­τεύ­ο­ντας το νερό προς τη θά­λασ­σα.

Το 1876 κα­τα­γρά­φο­νται εκτε­τα­μέ­νες ζη­μιές στην ύπαι­θρο της Ρόδου, με χει­μάρ­ρους να με­τα­βάλ­λουν την πο­ρεία τους λόγω έντο­νων βρο­χο­πτώ­σε­ων. Τα στοι­χεία αυτά δεί­χνουν ότι το φαι­νό­με­νο δεν πε­ριο­ρί­ζε­ται στην πόλη, αλλά αφορά συ­νο­λι­κά στο νησί, με επα­να­λαμ­βα­νό­με­νες επι­πτώ­σεις σε πε­δι­νές και πα­ρα­θα­λάσ­σιες πε­ριο­χές.

Από τα τέλη του 20ού αιώνα, οι κα­τα­γρα­φές γί­νο­νται συ­στη­μα­τι­κό­τε­ρες. Στη νε­ό­τε­ρη ιστο­ρία της Ρόδου, τα πλημ­μυ­ρι­κά φαι­νό­με­να κα­τα­γρά­φο­νται με συ­νέ­χεια και επα­να­λαμ­βα­νό­με­νη έντα­ση σε συ­γκε­κρι­μέ­νες πε­ριο­χές του νη­σιού.

Τον Νο­έμ­βριο του 1989, ισχυ­ρή βρο­χό­πτω­ση έπλη­ξε τον Αρ­χάγ­γε­λο και τις γύρω πε­ριο­χές, όπως τα Μά­σα­ρη και τη Μα­λώ­να, προ­κα­λώ­ντας εκτε­τα­μέ­νες ζη­μιές σε υπο­δο­μές, κα­ταρ­ρεύ­σεις γε­φυ­ριών και προ­βλή­μα­τα στο οδικό δί­κτυο, με ρωγ­μές στην εθνι­κή οδό Ρόδου–Λίν­δου.

Στις 20 Νο­εμ­βρί­ου 1994, νέα σφο­δρή κα­κο­και­ρία νότια του Αρ­χαγ­γέ­λου προ­κά­λε­σε σο­βα­ρές κα­τα­στρο­φές στο 36ο χι­λιό­με­τρο της εθνι­κής οδού Ρόδου–Λίν­δου, όπου έχα­σαν τη ζωή τους δύο άν­θρω­ποι.

Τον Νο­έμ­βριο του 1998, έντο­νες βρο­χο­πτώ­σεις σε Κα­λυ­θιές, Ψίνθο και Φα­λη­ρά­κι οδή­γη­σαν σε πλημ­μυ­ρι­κά φαι­νό­με­να με τρεις νε­κρούς, επι­βε­βαιώ­νο­ντας τη σο­βα­ρό­τη­τα των επει­σο­δί­ων στην ευ­ρύ­τε­ρη πε­ριο­χή.

Κατά τα επό­με­να χρό­νια, πλημ­μυ­ρι­κά επει­σό­δια κα­τα­γρά­φη­καν επα­νει­λημ­μέ­να, τον Ια­νουά­ριο του 1996 και τον Νο­έμ­βριο του 2004 στον Αρ­χάγ­γε­λο, καθώς και τον Ια­νουά­ριο του 2008 και τον Ια­νουά­ριο του 2011 σε πε­ριο­χές όπως η Ια­λυ­σός, τα Αφά­ντου, τα Μά­σα­ρη και η Λάρ­δος.

Τον Οκτώ­βριο του 2006, δύο άν­θρω­ποι έχα­σαν τη ζωή τους στην πε­ριο­χή της Αγά­θης, σε πε­ρι­στα­τι­κό που συν­δέ­θη­κε με έντο­να και­ρι­κά φαι­νό­με­να.

Ιδιαί­τε­ρα σο­βα­ρό ήταν το επει­σό­διο του Νο­εμ­βρί­ου 2013, όταν ισχυ­ρή κα­ται­γί­δα έπλη­ξε την Ια­λυ­σό, την Κρε­μα­στή και την Πα­στί­δα, προ­κα­λώ­ντας εκτε­τα­μέ­νες ζη­μιές και τον θά­να­το τεσ­σά­ρων αν­θρώ­πων. Την επό­με­νη ημέρα, τα φαι­νό­με­να επε­κτά­θη­καν σε Κα­λυ­θιές, Αφά­ντου και Αρ­χάγ­γε­λο, με απο­τέ­λε­σμα να κη­ρυ­χθεί το νησί σε κα­τά­στα­ση έκτα­κτης ανά­γκης.

Τον Νο­έμ­βριο του 2019, κατά τη διάρ­κεια της κα­κο­και­ρί­ας «Γη­ρυό­νης», κα­τα­γρά­φη­κε ακόμη μία αν­θρώ­πι­νη απώ­λεια στην Ια­λυ­σό, όταν ηλι­κιω­μέ­νη γυ­ναί­κα έχασε τη ζωή της μέσα στο σπίτι της λόγω αιφ­νί­διας πλημ­μύ­ρας.

Η ανά­λυ­ση των δε­δο­μέ­νων από επι­στή­μο­νες δεί­χνει ότι το νερό ακο­λού­θη­σε τις ίδιες φυ­σι­κές δια­δρο­μές που κα­τα­γρά­φο­νται τόσο σε με­σαιω­νι­κές πηγές όσο και σε αρ­χαί­ες ανα­φο­ρές, επι­βε­βαιώ­νο­ντας τη συ­νέ­χεια του φαι­νο­μέ­νου.

Οι κα­τα­γρα­φές από την αρ­χαιό­τη­τα έως σή­με­ρα δεί­χνουν ότι το νερό ακο­λου­θεί τις ίδιες φυ­σι­κές δια­δρο­μές στο νησί, με τις βα­σι­κές αι­τί­ες των πλημ­μυ­ρών να πα­ρα­μέ­νουν ου­σια­στι­κά αμε­τά­βλη­τες. Όπως επι­ση­μαί­νουν ει­δι­κοί στη δια­χεί­ρι­ση φυ­σι­κών κιν­δύ­νων, «τα ρέ­μα­τα της Ρόδου δια­τη­ρούν στα­θε­ρές δια­δρο­μές απορ­ρο­ής, οι οποί­ες ενερ­γο­ποιού­νται σε κάθε έντο­νη βρο­χό­πτω­ση», γε­γο­νός που εξη­γεί την επα­νά­λη­ψη των φαι­νο­μέ­νων.

Το έντο­νο γε­ω­μορ­φο­λο­γι­κό ανά­γλυ­φο, τα μικρά και τα­χεί­ας απορ­ρο­ής ρέ­μα­τα και η πε­ριο­ρι­σμέ­νη δυ­να­τό­τη­τα συ­γκρά­τη­σης με­γά­λων όγκων νερού οδη­γούν σε γρή­γο­ρη απορ­ροή κατά τη διάρ­κεια ισχυ­ρών βρο­χο­πτώ­σε­ων. Οι ίδιες συν­θή­κες πε­ρι­γρά­φο­νται στις αρ­χαί­ες πηγές και επι­βε­βαιώ­νο­νται από σύγ­χρο­νες με­λέ­τες.

Η βα­σι­κή δια­φο­ρο­ποί­η­ση εντο­πί­ζε­ται στην έκτα­ση των επι­πτώ­σε­ων. Η οι­κι­στι­κή ανά­πτυ­ξη, ιδιαί­τε­ρα σε πε­ριο­χές φυ­σι­κής απορ­ρο­ής, και η κά­λυ­ψη ρε­μά­των πε­ριο­ρί­ζουν τη φυ­σι­κή ροή των υδά­των. Η μεί­ω­ση των διε­ξό­δων οδη­γεί σε τα­χύ­τε­ρη συ­γκέ­ντρω­ση νερού στον αστι­κό ιστό και αυ­ξά­νει τον πλημ­μυ­ρι­κό κίν­δυ­νο, κυ­ρί­ως σε πε­ριο­χές όπου τα φυ­σι­κά ρέ­μα­τα έχουν αλ­λοιω­θεί ή κα­λυ­φθεί.

Οι κα­κο­και­ρί­ες των τε­λευ­ταί­ων ετών, όπως το 2023 με την Bora, απο­τε­λούν τα νε­ό­τε­ρα επει­σό­δια σε μια μακρά ακο­λου­θία. Παρά τις με­τα­βο­λές στις και­ρι­κές συν­θή­κες, τα βα­σι­κά γε­ω­γρα­φι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της Ρόδου πα­ρα­μέ­νουν κα­θο­ρι­στι­κά για την εξέ­λι­ξη των φαι­νο­μέ­νων, με τις ίδιες πε­ριο­χές να κα­τα­γρά­φουν επα­να­λαμ­βα­νό­με­να προ­βλή­μα­τα.

Τα δια­θέ­σι­μα στοι­χεία από την αρ­χαιό­τη­τα έως σή­με­ρα οδη­γούν στο συ­μπέ­ρα­σμα πως οι πλημ­μύ­ρες στη Ρόδο δεν απο­τε­λούν πε­ρι­στα­σια­κά φαι­νό­με­να, αλλά επα­να­λαμ­βά­νο­νται με στα­θε­ρό τρόπο στον ίδιο γε­ω­γρα­φι­κό χώρο εδώ και αιώ­νες. Οι ίδιες πε­ριο­χές συ­νε­χί­ζουν να συ­γκε­ντρώ­νουν τον με­γα­λύ­τε­ρο όγκο νερού, γε­γο­νός που δεί­χνει ότι οι βα­σι­κές αι­τί­ες του φαι­νο­μέ­νου πα­ρα­μέ­νουν ου­σια­στι­κά αμε­τά­βλη­τες.

Τα σύγ­χρο­να δε­δο­μέ­να, ωστό­σο, δεί­χνουν ότι οι συν­θή­κες εκ­δή­λω­σης των φαι­νο­μέ­νων γί­νο­νται πιο απαι­τη­τι­κές. Η αύ­ξη­ση της έντα­σης των βρο­χο­πτώ­σε­ων, σε συν­δυα­σμό με την επέ­κτα­ση της δό­μη­σης και τον πε­ριο­ρι­σμό των φυ­σι­κών διε­ξό­δων απορ­ρο­ής, εντεί­νουν τις επι­πτώ­σεις, ιδιαί­τε­ρα σε πε­ριο­χές όπου τα ρέ­μα­τα έχουν αλ­λοιω­θεί ή κα­λυ­φθεί.

Στο πλαί­σιο αυτό, η κλι­μα­τι­κή με­τα­βλη­τό­τη­τα λει­τουρ­γεί επι­βα­ρυ­ντι­κά, καθώς αυ­ξά­νει τη συ­χνό­τη­τα και την έντα­ση των ακραί­ων φαι­νο­μέ­νων.

Σε ένα νησί με στα­θε­ρό υδρο­λο­γι­κό υπό­βα­θρο, οι ίδιες δια­δρο­μές του νερού πα­ρα­μέ­νουν ενερ­γές, αλλά οι συ­νέ­πειες εμ­φα­νί­ζο­νται πιο έντο­νες, κα­θι­στώ­ντας τη δια­χεί­ρι­ση του φαι­νο­μέ­νου κάθε φορά πιο σύν­θε­τη.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.