Ρεπορτάζ

Επικυρώθηκε η καταδίκη δύο Ροδιτών για ψευδή καταμήνυση σε πολυετή οικογενειακή διαμάχη για διαθήκες και κληρονομητήριο στη Ρόδο

Το ΣΤ Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, με την απόφαση 79/2025, έθεσε οριστικό τέλος στην αναιρετική προσπάθεια 2 ημεδαπών, οι οποίοι είχαν καταδικαστεί για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης από κοινού.
Η υπόθεση δεν περιορίστηκε σε ένα μεμονωμένο ποινικό περιστατικό αλλά ξεδιπλώθηκε μέσα σε ένα εκτεταμένο οικογενειακό και δικαστικό υπόβαθρο, με επίκεντρο 2 ιδιόγραφες διαθήκες, την έκδοση κληρονομητηρίου, την αμφισβήτηση της γνησιότητας εγγράφων και τις κινήσεις των εμπλεκομένων τόσο σε επίπεδο εκούσιας δικαιοδοσίας όσο και σε ποινικό επίπεδο.

Το διακύβευμα της αναίρεσης και η κρίση του Αρείου Πάγου
Οι αναιρετικοί λόγοι, όπως εξετάστηκαν, κινήθηκαν γύρω από ισχυρισμούς περί απόλυτης ακυρότητας στη διαδικασία, έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, αλλά και παραβίασης δεδικασμένου.
Κεντρικό σημείο της κρίσης ήταν ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σε ισχυρισμό ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, όταν αυτός δεν προβάλλεται με τον απαιτούμενο τρόπο και στο σωστό διαδικαστικό χρόνο. Επιπλέον, κρίθηκε ότι η καταδικαστική απόφαση του Εφετείου είχε επαρκή αιτιολογία ως προς τα πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα και τη νομική υπαγωγή, ενώ απορρίφθηκαν και οι αιτιάσεις για παράλειψη συνεκτίμησης πραγματογνωμοσύνης, καθώς από το ίδιο το περιεχόμενο της απόφασης προέκυπτε ότι η συγκεκριμένη γραφολογική πραγματογνωμοσύνη είχε αναγνωσθεί και ληφθεί υπόψη.
Τέλος, ως προς τον ισχυρισμό περί δεδικασμένου που στηρίχθηκε σε απόφαση πολιτικού δικαστηρίου εκούσιας δικαιοδοσίας, το δικαστήριο ανέδειξε ότι οι αποφάσεις πολιτικών δικαστηρίων δεν παράγουν δεδικασμένο στην ποινική δίκη, με αποτέλεσμα ο συγκεκριμένος λόγος να κριθεί αβάσιμος.
Το χρονικό της οικογενειακής  κληρονομικής υπόθεσης
Η υπόθεση, ξεκινά από τον θάνατο του πατέρα 3 αδελφών στη Ρόδο, με μοναδικούς εν ζωή συγγενείς τα 3 τέκνα του. Στον πυρήνα της διαμάχης βρέθηκε ένα ακίνητο, αγροτεμάχιο με οικοδομή, με συγκεκριμένα κτηματολογικά στοιχεία, αλλά και η κατανομή ποσοστών επί οικοπέδου και οικοδομής που εμφανιζόταν να ρυθμίζεται μέσω ιδιόγραφης διαθήκης.
Στις 28 Μαΐου 2009 δημοσιεύθηκε, με πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, ιδιόγραφη διαθήκη με ημερομηνία 20 Δεκεμβρίου 2005. Ακολούθησε, μετά από αίτηση, η έκδοση απόφασης το 2010 που κήρυξε τη διαθήκη κυρία και ταυτόχρονα διατάχθηκε η χορήγηση κληρονομητηρίου, το οποίο πιστοποιούσε τα κληρονομικά δικαιώματα των τέκνων στην κληρονομιαία περιουσία.
Στο κείμενο της διαθήκης του 2005 αποτυπωνόταν ειδική κατανομή, με ποσοστά για το οικόπεδο και την οικοδομή, καθώς και ιδιαίτερη πρόβλεψη για τμήμα της οικοδομής που συνδεόταν με χώρο εργαστηρίου. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου, ήδη από την απόφασή του το 2010, είχε προβεί σε ερμηνεία της διαθήκης, κρίνοντας ότι περιείχε ασάφειες ως προς την αληθινή βούληση του διαθέτη.
Η εξέλιξη, ωστόσο, δεν περιορίστηκε στην ερμηνεία. Σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά, η τρίτη αδελφή, η οποία κατά τον χρόνο του θανάτου ζούσε μόνιμα στο εξωτερικό και είχε ταξιδέψει στη Ρόδο λόγω της επιδείνωσης της υγείας του πατέρα, επέστρεψε μετά τον θάνατο στο εξωτερικό. Τα 2 αδέλφια προχώρησαν στις διαδικασίες δημοσίευσης, κήρυξης ως κυρίας και έκδοσης κληρονομητηρίου, με εκείνη να ενημερώνεται για το περιεχόμενο τηλεφωνικά.
Το Εφετείο, όπως αποτυπώνεται στο σκεπτικό του, αξιολόγησε κρίσιμα και το ζήτημα του ποιος κατείχε εξαρχής τη διαθήκη του 2005, σημειώνοντας αντιφάσεις στις εκδοχές που είχαν διατυπωθεί σε διαφορετικά στάδια, τόσο σε απολογίες όσο και σε μεταγενέστερα δικόγραφα.
Η δεύτερη διαθήκη και το σημείο καμπής του 2014
Το σημείο καμπής στην υπόθεση τοποθετείται χρονικά στις αρχές του 2014. Τότε, κατά τις παραδοχές, η αδελφή που είχε επιστρέψει και εγκατασταθεί στη Ρόδο, βρήκε φωτοτυπία ιδιόγραφης διαθήκης με ημερομηνία 20 Νοεμβρίου 2003. Η διαθήκη αυτή εμφανιζόταν να είναι σχεδόν πανομοιότυπη ως προς τα λοιπά περιουσιακά στοιχεία, με κρίσιμη διαφορά ως προς το επίμαχο ακίνητο στη Ρόδο, το οποίο με βάση το κείμενό της κατευθυνόταν προς εκείνη υπό προϋποθέσεις που συνδέονταν με τη διαμονή της και με περιουσιακή εξέλιξη στην αλλοδαπή.
Σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά, η σύγκριση του τρόπου γραφής και της υπογραφής μεταξύ της διαθήκης του 2003 και εκείνης του 2005 οδήγησε στην εκτίμηση ότι η μεταγενέστερη διαθήκη ήταν πλαστή και ότι η παλαιότερη ήταν γνήσια. Η αναφορά στο πολυτονικό σύστημα γραφής, στον τρόπο τονισμού και σε επιμέρους χαρακτηριστικά αξιοποιήθηκε ως μέρος της επιχειρηματολογίας που αναπτύχθηκε στην υπόθεση.
Ακολούθησε στις 15 Ιουνίου 2015 αίτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με αντικείμενο την ανάκληση ή την κήρυξη ανίσχυρου του κληρονομητηρίου του 2010, την αφαίρεσή του από τα 2 αδέλφια και την αναγνώριση κληρονομικού δικαιώματος με βάση τη διαθήκη του 2003. Η αίτηση συζητήθηκε στις 9 Φεβρουαρίου 2017 και εκδόθηκε η 189/2017 απόφαση στο πλαίσιο εκούσιας δικαιοδοσίας. Το δικαστήριο, όπως καταγράφεται, διέταξε την αφαίρεση του κληρονομητηρίου λόγω σοβαρής αμφιβολίας για τα κληρονομικά δικαιώματα, αλλά απέρριψε την αναγνώριση δικαιώματος της αιτούσας με βάση τη διαθήκη του 2003, επικαλούμενο ασάφεια ως προς το δικαίωμα.
Η ποινική κίνηση της 10 Οκτωβρίου 2016 και η κατηγορία που κρίθηκε ψευδής
Παράλληλα με τις κινήσεις στο πεδίο της εκούσιας δικαιοδοσίας, υπήρξε και ποινική διάσταση που τελικά αποτέλεσε το αντικείμενο της καταδίκης για ψευδή καταμήνυση. Στις 10 Οκτωβρίου 2016, οι 2 ημεδαποί κατέθεσαν κοινή έγκληση ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρόδου κατά της αδελφής τους, αποδίδοντάς της, κατά την εκτίμηση του κειμένου της έγκλησης, πράξη πλαστογραφίας μετά χρήσεως και μάλιστα σε κακουργηματική μορφή. Ο βασικός ισχυρισμός τους ήταν ότι εκείνη είχε καταρτίσει εξ υπαρχής πλαστή ιδιόγραφη διαθήκη με ημερομηνία 20 Δεκεμβρίου 2005, με σκοπό, σύμφωνα με τους ίδιους, να ωφεληθεί περιουσιακά σε ποσό άνω των 120.000 ευρώ, μεταβάλλοντας σε βάρος τους την κατανομή της κληρονομικής μερίδας.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι οι ισχυρισμοί αυτοί ήταν ψευδείς και ότι οι καταμηνυτές γνώριζαν την αναλήθεια τους. Στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, στην εκτίμηση ότι η διαθήκη του 2003 ήταν ευνοϊκότερη για την αδελφή, άρα δεν αναδεικνυόταν έννομο συμφέρον για να πλαστογραφήσει μια μεταγενέστερη διαθήκη που θα μείωνε την κληρονομική της θέση. Επιπλέον, στο σκεπτικό αποτυπώθηκε ότι οι 2 ημεδαποί ήταν αυτοί που ωφελούνταν από τη διαθήκη του 2005, ειδικά ως προς τον χώρο εργαστηρίου.
Καθοριστικό ρόλο έπαιξαν και πραγματογνωμοσύνες, καθώς καταγράφεται ότι υπήρχε γραφολογική γνωμοδότηση με ημερομηνία 2 Αυγούστου 2018, στο πλαίσιο προανάκρισης, αλλά και μεταγενέστερη γραφολογική γνωμοδότηση με ημερομηνία 5 Δεκεμβρίου 2017. Με βάση τις παραδοχές, η διαθήκη του 2005 κρίθηκε πλαστή, δηλαδή ότι δεν γράφτηκε και δεν υπογράφηκε από τον φερόμενο ως διαθέτη, στοιχείο που ενσωματώθηκε στην αιτιολογία για τη γνώση και τον άμεσο δόλο των καταδικασθέντων ως προς την ψευδή καταμήνυση.
Σημαντική ήταν και η αναφορά σε τεχνική πραγματογνωμοσύνη για την αξία του επίμαχου περιουσιακού αντικειμένου το 2009, από διορισμένο πραγματογνώμονα, με αναφορά ότι η αξία του όλου ακινήτου ανερχόταν σε 129.000,00 ευρώ, καθώς και ότι το σκέλος της διαφοράς που προβαλλόταν ως ζημία ή όφελος δεν υπερέβαινε το όριο των 120.000,00 ευρώ, στοιχείο που αποτυπώθηκε ως κρίσιμο στο σκεπτικό για την αξιολόγηση της βαρύτητας των ισχυρισμών περί κακουργηματικής μορφής.
Οι αποφάσεις των δικαστηρίων ουσίας και η τελική κατάληξη
Σε πρώτο βαθμό, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου είχε κηρύξει ένοχους τους 2 κατηγορούμενους για ψευδή καταμήνυση από κοινού και τους είχε επιβάλει ποινή φυλάκισης 14 μηνών στον καθένα, με αναστολή 3ετίας. Στον δεύτερο βαθμό, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Δωδεκανήσου, με την 9/2024 απόφασή του, διατήρησε την ενοχή αλλά με αναγνώριση ελαφρυντικού, επέβαλε ποινή φυλάκισης 8 μηνών στον καθένα και ανέστειλε την εκτέλεση επίσης για 3ετία.
Οι 2 καταδικασθέντες προσέφυγαν στον Άρειο Πάγο. Με την απόφαση 79/2025, ο Άρειος Πάγος απέρριψε την αναίρεση. Οι 2 αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι εκπροσωπήθηκαν από τον δικηγόρο κ. Ευστράτιο Καρανικόλα ενώ η αδελφή τους και αντίδικος από τον δικηγόρο κ. Μανώλη Κουτσούκο.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Σχολιασμός άρθρου