Καμία αλλαγή δεν θα γίνει βιαστικά ή αιφνιδιαστικά τονίζει η υπουργός Παιδείας Σοφία Ζαχαράκη αναφερόμενη στο διάλογο για το Εθνικό Απολυτήριο, επισημαίνοντας πως «δεν αποτελεί μια αποσπασματική αλλαγή στο Λύκειο αλλά μέρος μιας ευρύτερης εκπαιδευτικής αλλαγής που αφορά τον ίδιο τον πυρήνα του σχολείου μας». Σε συνέντευξή της στο ethnos.gr υπογραμμίζει παράλληλα πως «η Παιδεία δεν προσφέρεται για μικροκομματικές αντιπαραθέσεις και αγκυλώσεις. Είναι εθνική υπόθεση και απαιτεί ευθύνη, σοβαρότητα και κοινό όραμα».
Όσον αφορά στην επικείμενη συζήτηση για την Συνταγματική Αναθεώρηση, όπως σημειώνει η υπουργός Παιδείας, η πρόταση της κυβέρνησης για το άρθρο 16 περιλαμβάνει «συνταγματική κατοχύρωση της δυνατότητας λειτουργίας μη κρατικών πανεπιστημίων, με αυστηρή εποπτεία, με υψηλές ακαδημαϊκές προδιαγραφές, διαφάνεια, αξιολόγηση και πλήρη λογοδοσία». Τόνισε δε πως «η πολιτική συζήτηση αυτή τη φορά θα διεξαχθεί μέσα σε ένα πολύ διαφορετικό πλαίσιο χωρίς περιθώρια για «ναι μεν αλλά», τουλάχιστον από την πλευρά της αξιωματικής αντιπολίτευσης».
Τέλος στο δρόμο προς το «γαλάζιο» συνέδριο – σε μια περίοδο που βουλευτές έχουν ανοίξει την συζήτηση για μία σειρά θεμάτων – η Σοφία Ζαχαράκη υπογραμμίζει πως «η ανθεκτικότητα της Ν.Δ βασίζεται στο γεγονός ότι δεν θεωρεί την εσωτερική συζήτηση αδυναμία. Δεν εκλαμβάνει ως απειλή το ότι οι βουλευτές καταθέτουν ανοιχτά την αγωνία τους, την άποψή τους, ή ακόμη και την κριτική τους και για όλους εμάς που τυγχάνει αυτή τη στιγμή να έχουμε μια υπουργική θέση». Όπως επισημαίνει «η ΝΔ δεν είναι ένα κόμμα που φοβάται τον διάλογο – είναι ένα κόμμα που αντλεί δύναμη από αυτό».
Ποιες κινήσεις γίνονται για την ενίσχυση των δημόσιων πανεπιστημίων; Όσον αφορά στις πρωτοβουλίες σύζευξης των πανεπιστημίων με ιδρύματα του εξωτερικού, όχι μόνο μέσω ξενόγλωσσων προγραμμάτων αλλά και μέσω προγραμμάτων κινητικότητας φοιτητών, πώς προχωράνε;
Κυρία Κοκκαλιάρη, από το 2019 όταν αναλάβαμε την ευθύνη διακυβέρνησης της χώρας, μέχρι σήμερα, υλοποιούμε τη μεγαλύτερη και πιο συνεκτική επιχείρηση στήριξης και αναβάθμισης των ελληνικών ΑΕΙ των τελευταίων δεκαετιών. Τα αποτελέσματα είναι συγκεκριμένα και μετρήσιμα σε όλα τα επίπεδα. Αυξημένη χρηματοδότηση μέσα από τον Τακτικό προϋπολογισμό, το Ταμείο Ανάκαμψης, το ΕΣΠΑ και το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, σημαντικά έργα υποδομής και ψηφιοποίησης , περισσότερες θέσεις διοικητικού προσωπικού και μελών ΔΕΠ, αλλά και στοχευμένες επενδύσεις στην έρευνα, την καινοτομία και την εξωστρέφεια, αποδεικνύουμε στην πράξη την βαθιά πίστη της κυβέρνησής μας στη δυναμική της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης.
Για να γίνω ακόμη πιο συγκεκριμένη: για το 2026 προβλέπεται επιχορήγηση περίπου 120 εκατ. ευρώ για τη λειτουργία των ΑΕΙ, ενώ συνολικά από το 2019 η χρηματοδότηση έχει αυξηθεί κατά 1,5 δισ. ευρώ στο σύνολο των χρηματοδοτικών εργαλείων. Παράλληλα, επενδύουμε δεκάδες εκατομμύρια ευρώ για τη δημιουργία νέων και την αναβάθμιση υφιστάμενων φοιτητικών εστιών, εκσυγχρονισμό των εργαστηρίων και ευρύτερα των υποδομών. Η ποιότητα των σπουδών συνδέεται άμεσα με την ποιοτική και ασφαλή καθημερινότητα των φοιτητών μας.
Ενισχύουμε το ανθρώπινο δυναμικό με νέες θέσεις ΔΕΠ, διδακτικού, εργαστηριακού και διοικητικού προσωπικού, επειδή η ακαδημαϊκή ποιότητα ξεκινά από τους ανθρώπους του Πανεπιστημίου. Ταυτόχρονα, όμως αλλάζουμε κάτι ουσιαστικότερο: τη σύνδεση της γνώσης με τις σύγχρονες δεξιότητες που απαιτεί όχι απλώς η αγορά εργασίας αλλά η ίδια η ζωή.
Κεντρικός άξονας των παρεμβάσεων μας είναι η διεθνοποίηση της ελληνικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Η Ελλάδα δεν μπορεί να συνεχίζει να είναι μια χώρα που «εξάγει» φοιτητές αλλά είναι ανάγκη να εξελιχθεί σε χώρα που προσελκύει – σε ένα κόμβο ακαδημαϊκής προσέλκυσης και κέντρο εκπαίδευσης, έρευνας και καινοτομίας, όπως έχει τονίσει ο Πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης.
Ήδη αξιολογούνται 74 κοινά και διπλά μεταπτυχιακά προγράμματα με κορυφαία πανεπιστήμια του εξωτερικού, έχουμε περισσότερα ξενόγλωσσα προπτυχιακά και μεταπτυχιακά προγράμματα από ποτέ, αναπτύσσονται στρατηγικές συνεργασίες με ευρωπαϊκά και αμερικανικά πανεπιστήμια και ενισχύονται διαρκώς τα προγράμματα κινητικότητας όπως το Erasmus+, που αποτελεί πλέον βασικό εργαλείο διεθνούς εμπειρίας για χιλιάδες φοιτητές και μέλη ΔΕΠ. Πριν από λίγες μέρες ανακοινώθηκε η επανένταξη του Ηνωμένου Βασιλείου στο Erasmus+ από το 2027, κι αυτό ανοίγει ξανά έναν νέο διάδρομο.
Η Ελλάδα μετατρέπεται βήμα-βήμα σε περιφερειακό και ελπίζουμε στο μέλλον σε διεθνές κέντρο γνώσης. Για πρώτη φορά τα πανεπιστήμιά μας δεν «συμμετέχουν» απλώς στον διεθνή ακαδημαϊκό χάρτη – διεκδικούν ρόλο «πρωταγωνιστή» σε αυτόν. Κι αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα που κερδίζουμε: ένα ισχυρό δημόσιο πανεπιστήμιο που ανοίγεται στον κόσμο, που δεν φοβάται τον ανταγωνισμό αλλά τον μετατρέπει σε ευκαιρία – για τους φοιτητές του, τους καθηγητές και τελικά για την ίδια τη χώρα.
Στο διάλογο για την Συνταγματική Αναθεώρηση η κυβέρνηση σκοπεύει να ανοίξει και το θέμα του άρθρου 16 που αφορά τα πανεπιστήμια. Ποιο είναι το γενικό πλαίσιο της πρότασης που θα καταθέσει η Ν.Δ; Πως αποτιμάτε αυτό το πρώτο διάστημα εφαρμογής του νόμου για τα μη κρατικά πανεπιστήμια;
Θα μου επιτρέψετε να ξεκινήσω από το δεύτερο σκέλος της ερώτησής σας. Ο νόμος για τα μη κρατικά πανεπιστήμια αποδεικνύεται στην πράξη ότι αποτελεί μια ιστορική πρωτοβουλία της Κυβέρνησής μας. Την Πέμπτη, μαζί με τον Πρωθυπουργό και τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας βρεθήκαμε για τα εγκαίνια εγκαταστάσεων του Πανεπιστημίου της Λευκωσίας στην Αθήνα (UNIC Athens). Τολμώ να πω ότι η πρόοδος της πρωτοβουλίας, καθρεφτίζει ακριβώς ότι σκεφτόμασταν ως κυβέρνηση όταν καθιερώσαμε νομοθετικά τη δυνατότητα ίδρυσης παραρτημάτων ξένων πανεπιστημίων στη χώρα μας: ιδρύματα υψηλών ακαδημαϊκών προδιαγραφών με πιστοποίηση από την Εθνική Αρχή Ανώτατη Εκπαίδευσης (ΕΘΑΕ), σύγχρονες υποδομές και προσωπικό υψηλών προσόντων.
Αυτή τη στιγμή έχουμε ήδη τέσσερα αδειοδοτημένα μη κρατικά πανεπιστήμια, ενώ αξιολογούνται από την ΕΘΑΕ ακόμα δέκα αιτήσεις για τη λειτουργία νέων παραρτημάτων. Το ενδιαφέρον αντιλαμβάνεστε πως είναι υψηλό – και αυτό δεν είναι τυχαίο. Δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε ότι ακόμη και σήμερα χιλιάδες ελληνικές οικογένειες αναγκάζονται να στέλνουν τα παιδιά τους στο εξωτερικό, δαπανώντας τεράστια ποσά, ενώ η Ελλάδα εξάγει επιστημονικό δυναμικό αντί να το κρατά και να το αξιοποιεί εδώ. Αυτό ακριβώς επιδιώκουμε να αλλάξει. Η χώρα δεν μπορεί να συνεχίσει να εκπαιδεύει τα παιδιά της, για να τα χάνει την επόμενη μέρα .
Είμαστε σίγουροι ότι από κοινού τα μη κρατικά και το ισχυρό και αναβαθμισμένο δημόσιο Πανεπιστήμιο θα συμβάλλουν όχι μόνο να έχουν τα παιδιά μας περισσότερες επιλογές αλλά να χτίσουμε τις βάσεις ώστε η Ελλάδα να καλύψει μεγάλο μέρος από την αυξανόμενη διεθνή ζήτηση. Χιλιάδες νέα παιδιά από το εξωτερικό, τα Βαλκάνια, τη Μέση Ανατολή, αναζητούν ποιοτικές σπουδές σε χώρες που συνδυάζουν ακαδημαϊκή ποιότητα με ποιότητα ζωής.
Η αναθεώρηση του άρθρου 16 είναι το επόμενο βήμα που θα ολοκληρώσει το πλαίσιο. Η δε θέση μας παραμένει καθαρή, σταθερή στον χρόνο και βαθιά μεταρρυθμιστική. Ενισχύουμε στην πράξη και κάθε μέρα το δημόσιο πανεπιστήμιο, αλλά ταυτόχρονα ανοίγουμε το σύστημα, γιατί πιστεύουμε ότι η γνώση δεν πρέπει να φοβάται τον ανταγωνισμό, ούτε τα πανεπιστημιακά ιδρύματα νιώθουν κάποια απειλή. Και, από την πολύμηνη και στενή συνεργασία με τις πρυτανικές αρχές, βλέπω όχι μόνο αυτοπεποίθηση για αυτά που προσφέρει το δημόσιο πανεπιστήμιο αλλά και μια διάθεση ευγενούς άμιλλας και ανταγωνισμού. Είμαι πεπεισμένη ότι το δημόσιο πανεπιστήμιο θα πετύχει ακόμη περισσότερα μέσα απ΄αυτό τον ανταγωνισμό. Μάλιστα πρόσφατα στο Φόρουμ των Δελφών, με μεγάλη χαρά και περηφάνεια, άκουσα τον πρύτανη του ΑΠΘ, του μεγαλύτερου πανεπιστημίου της χώρας, να λέει ότι μαζί δημόσια και μη κρατικά πανεπιστήμια θα κάνουμε την Ελλάδα αυτό που ήταν από την αρχαιότητα. Κέντρο γνώσης και καινοτομίας.
Τι περιλαμβάνει η πρότασή μας για το άρθρο 16; Συνταγματική κατοχύρωση της δυνατότητας λειτουργίας μη κρατικών πανεπιστημίων, με αυστηρή εποπτεία, με υψηλές ακαδημαϊκές προδιαγραφές, διαφάνεια, αξιολόγηση και πλήρη λογοδοσία. Και κάτι τελευταίο, η πολιτική συζήτηση αυτή τη φορά θα διεξαχθεί μέσα σε ένα πολύ διαφορετικό πλαίσιο χωρίς περιθώρια για «ναι μεν αλλά», τουλάχιστον από την πλευρά της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Σε ποιο στάδιο βρίσκεται η συζήτηση για το Εθνικό Απολυτήριο και τι προβλέπει το χρονοδιάγραμμα; Πιστεύετε πως μπορεί να βρεθεί έδαφος για συναινέσεις;
Το Εθνικό Απολυτήριο δεν αποτελεί μια αποσπασματική αλλαγή στο Λύκειο αλλά μέρος μιας ευρύτερης εκπαιδευτικής αλλαγής που αφορά τον ίδιο τον πυρήνα του σχολείου μας. Το πως μαθαίνουν τα παιδιά μας, πως αξιολογούνται και πως προχωρούν στην επόμενη μεγάλη τους διαδρομή.
Με το Εθνικό Απολυτήριο, το οποίο βρίσκεται στην «καρδιά» του εθνικού διαλόγου που είναι ήδη σε εξέλιξη, θέλουμε να υπερβούμε τη μονοδιάστατη λογική της εξετασιοκεντρικής πίεσης και να γίνει ο πραγματικός «καθρέφτης» της συνολικής αξιοσύνης ενός μαθητή. Ένα σύστημα που θα συνδυάζει την καθημερινή μαθησιακή προσπάθεια, την πρόοδο και τις δεξιότητες των μαθητών με αξιόπιστα και συγκρίσιμα στοιχεία αξιολόγησης σε εθνικό επίπεδο. Στόχος μας είναι ένα απολυτήριο που θα αποτελεί πραγματικό «διαβατήριο» – τόσο για την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση όσο και για την ομαλή μετάβαση στην αγορά εργασίας και τη διά βίου μάθηση.
Και θέλω να το πω ξεκάθαρα: καμία αλλαγή δεν θα γίνει βιαστικά ή αιφνιδιαστικά. Ό,τι ουσιαστικό προκύψει από αυτή την προσπάθεια, θα βασίζεται στον διάλογο, με το σύνολο της εκπαιδευτικής κοινότητας – εκπαιδευτικούς, μαθητές, γονείς, πανεπιστήμια και πολιτικές δυνάμεις.
Οι επόμενοι μήνες αυτού του εθνικού διαλόγου θέλουμε να καταλήξουν σε μια ουσιαστική μεταρρύθμιση που θα δίνει πραγματική ουσία στη σχολική τους διαδρομή, χωρίς να επιβαρύνει περαιτέρω τους μαθητές και τις μαθήτριες.
Ήδη εξετάζεται η μείωση της εξεταστέας ύλης και των μαθημάτων, ακριβώς γιατί στόχος μας είναι ένα σχολείο πιο δίκαιο, πιο ουσιαστικό και πιο ανθρώπινο.
Τέλος, πιστεύω πως πράγματι εδώ μπορεί και πρέπει να υπάρξει πεδίο συναινέσεων. Γιατί η Παιδεία δεν προσφέρεται για μικροκομματικές αντιπαραθέσεις και αγκυλώσεις. Είναι εθνική υπόθεση και απαιτεί ευθύνη, σοβαρότητα και κοινό όραμα.
Τα πυρά της αντιπολίτευσης εντείνονται για θέματα όπως ο ΟΠΕΚΕΠΕ (όπου πρόσφατα υπήρξε άρση ασυλίας για 13 βουλευτές) και οι υποκλοπές (με τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ να λέει πως θα καταθέσει αίτημα για σύσταση εξεταστικής επιτροπής). Πως απαντά η κυβέρνηση σε αυτή την κριτική;
Απαντάμε με θάρρος, θεσμική ευπρέπεια και πραγματική έγνοια για το κράτος δικαίου, το τεκμήριο της αθωότητας και τη διάκριση των εξουσιών. Η Ν.Δ πιστεύει και έχει υπηρετήσει όσο καμία πολιτική δύναμη το δόγμα ότι στην πολιτική υπάρχουν αντίπαλοι, όχι εχθροί. Η δημόσια συζήτηση δεν μπορεί να τροφοδοτείται από την ένταση και την αρνητικότητα ως βασικό κίνητρο πολιτικής κινητοποίησης. Οι κοινωνίες προχωρούν όταν χτίζουν πάνω σε προτάσεις και εμπιστοσύνη – όχι όταν εγκλωβίζονται σε λογικές πόλωσης.
Σε περιόδους σαν κι αυτή που η πολιτική υποτάσσεται στο «θα τους τελειώσουμε» ή σε περιόδους που δικαιωματικά και δικαιολογημένα θα μπορούσαμε να ανοίξουμε επώδυνους κύκλους αναζήτησης ευθυνών για τη διαχείριση που φόρτωσε στους πολίτες ζημιές δισεκατομμυρίων ή για τις σκιές που φόρτωναν ο ένας στον άλλον υπουργοί και στελέχη της προηγούμενης κυβέρνησης, διαλέγουμε να μιλήσουμε και να παλέψουμε για το μέλλον. Το ξέρετε ότι δεχόμαστε κριτική για αυτό. Ξέρετε γιατί το κάναμε; Επειδή η σκανδαλοποίηση της πολιτικής ζωής ή κυνική χρήση της τοξικότητας και η άνευ αναστολών στοχοποίηση των αντιπάλων, η υποβάθμιση της πολιτικής αντιπαλότητας σε πολιτικό εμφύλιο δεν πλήττει απλώς την πολιτική ζωή. Υποσκάπτει το συμφέρον της κοινωνίας και την υπόσταση της χώρας. Υπονομεύεται περαιτέρω η εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς. Για το λόγο αυτό θεωρώ ακατανόητη τη διολίσθηση ειδικά της αξιωματικής αντιπολίτευσης σε πρακτικές και λογικές, οι οποίες αποδοκιμάστηκαν στο πρόσφατο παρελθόν από την κοινωνία. Πιστεύω δε ότι οι πολίτες καταλαβαίνουν τι κρύβει το αλά κάρτ το οποίο φαίνεται ότι υιοθετεί το ΠΑΣΟΚ σε σχέση με τη Δικαιοσύνη και τις αποφάσεις της. Να το πω πιο απλά; Δεν είναι καλοί οι δικαστές όταν αποφασίζουν βάση των επιθυμιών μας και κακοί δικαστές όταν δεν συμπλέουν με αυτές. Το «δηλητήριο» που χύνεται πάνω στο Σώμα της δικαιοσύνης διαπερνά και το σώμα της κοινωνίας και ενισχύει το αντισυστημικό μπλοκ.
Η κυβέρνησή μας αντιμετωπίζει σοβαρά την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ και δεν θυμάμαι να έχει υπάρξει αντίστοιχη αντίδραση από κυβερνών κόμμα στο παρελθόν. Κανένα. Η απόφαση του πρωθυπουργού και η στάση των συναδέλφων της Ν.Δ που ζήτησαν την άρση των ασυλιών δημιουργεί ένα άλλο πρότυπο. Κανένα προνόμιο, καμία σκιά προστασίας, καμία υπεκφυγή. Αυτό είναι σημαντική παρακαταθήκη θεσμικής ευθύνης και δείγμα εμπιστοσύνης στην ελληνική δικαιοσύνη. Από την άλλη βεβαίως υφίστανται ερωτηματικά για τη διαδικασία, το σκεπτικό και τις «αποδείξεις» που συνοδεύουν το αίτημα ελέγχου των συναδέλφων – βουλευτών.
Για την απόφαση του ΠΑΣΟΚ να ζητήσει εξεταστική επιτροπή είναι δυστυχώς, συμβατή με τον τρόπο που έχει διαλέξει εδώ και πολύ καιρό να κάνει αντιπολίτευση. Θα χρειαστεί ωστόσο για να υποβάλει την πρόταση να απευθυνθεί και σε άλλες πολιτικές δυνάμεις. Θυμάστε βεβαίως ότι στο πρόσφατο παρελθόν π.χ στην υπόθεση των Τεμπών, τέτοιες συμμαχίες έπληξαν παρά ωφέλησαν την αξιωματική αντιπολίτευση. Η δική μας επιλογή είναι διαφορετική: θεσμική ευθύνη, σοβαρότητα και εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Γιατί στο τέλος της ημέρας, αυτό που κρίνεται δεν είναι η αντιπαράθεση των κομμάτων, αλλά η ποιότητα της Δημοκρατίας μας.
Η Νέα Δημοκρατία ετοιμάζεται για το συνέδριο που θα πραγματοποιηθεί από τις 15 έως τις 17 Μαΐου, σε μια περίοδο που στο εσωτερικό του κόμματος βουλευτές έχουν ανοίξει την συζήτηση για μία σειρά θεμάτων. Σε ποια ατζέντα πρέπει να επικεντρωθεί ο διάλογος για την επόμενη μέρα; Σας ανησυχεί το ενδεχόμενο να επικρατήσουν φαινόμενα εσωστρέφειας;
Κυρία Κοκκαλιάρη η ΝΔ δεν είναι ένα κόμμα που φοβάται τον διάλογο – είναι ένα κόμμα που αντλεί δύναμη από αυτόν. Η παράταξη μας έχει ιστορικό έρμα και μια διαδρομή ταυτισμένη με σημαντικές κατακτήσεις για τη δημοκρατία, την οικονομία, την εθνική υπόσταση και πορεία της πατρίδας μας.
Ο πρόεδρος οι υπουργοί, οι βουλευτές και τα στελέχη έχουμε πλήρη επίγνωση και της μέγιστης τιμής που έχουν κάνει οι πολίτες διατηρώντας τη Ν.Δ αλώβητη, δημοκρατική και ισχυρή. Από την εποχή του ιδρυτή μας Κωνσταντίνου Καραμανλή ως σήμερα. Δεν κινδυνεύουμε λοιπόν ούτε από εσωστρέφεια ούτε από διαλυτικούς αρχηγισμούς ούτε από τις συνήθεις «ασθένειες» που βλέπουμε ότι ταλαιπωρούν άλλα κόμματα. Το Συνέδριο μας, θα είναι η στιγμή που θα συζητήσουμε με ειλικρίνεια, αλληλοσεβασμό και ωριμότητα. Αποτελεί μια συντεταγμένη διαδικασία κατά την οποία είμαι βέβαιη πως θα επαναβεβαιώσουμε την δυναμική της παράταξής μας. Ποιοι είμαστε, τι έχουμε καταφέρει μέχρι τώρα, που θέλουμε να οδηγήσουμε τη χώρα την επόμενη ημέρα. Είναι και μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία, να συζητήσουμε για τις αδυναμίες μας, τα λάθη μας, που καθυστερήσαμε. Είναι εξίσου υγιές και αναγκαίο να μιλήσουμε μεταξύ μας, όμως για τα επιτεύγματά της διακυβέρνησής μας. Αυτές τις πολλές μεγάλες και μικρές νίκες μέσα στις αλληλοδιαδεχόμενες κρίσεις.
Έχω την εντύπωση ότι πολλές φορές μόνοι μας υποβαθμίζουμε το εύρος και την αξία όσων έχουμε καταφέρει. Πετύχαμε εμβληματικές μεταρρυθμίσεις. Στον τομέα της Παιδείας, για παράδειγμα, που είναι ο τομέας μου, η ίδρυση των μη κρατικών πανεπιστημίων και η διασύνδεση του ελληνικού δημοσίου πανεπιστημίου με ιδρύματα τεράστιας αξίας στο εξωτερικό αποτελούν μόνο κάποιες από τις μεγάλες μεταρρυθμίσεις που πηγαίνουν την Ελλάδα μπροστά. Θα έχω την ευκαιρία στο Συνέδριο να ενημερώσω για μια ακόμη φορά, τους συναδέλφους βουλευτές και όλα τα στελέχη μας για το έργο μας στη δημόσια εκπαίδευση. Το οποίο άρχισε το 2019 και μετά λόγου γνώσεως, αναβαθμίζει και προσαρμόζει το δημόσιο σχολείο. Κλείνοντας την παρένθεση που αφορά το Υπουργείο στο οποίο έχω την τιμή να υπηρετώ, επανέρχομαι στην ουσία του ερωτήματος σας. Η ανθεκτικότητα της Ν.Δ βασίζεται στο γεγονός ότι δεν θεωρεί την εσωτερική συζήτηση αδυναμία. Δεν εκλαμβάνει ως απειλή το ότι οι βουλευτές καταθέτουν ανοιχτά την αγωνία τους, την άποψή τους, ή ακόμη και την κριτική τους και για όλους εμάς που τυγχάνει αυτή τη στιγμή να έχουμε μια υπουργική θέση.
Η συζήτηση όμως στο Συνέδριό μας, πρέπει να επικεντρωθεί στο πως η δημοσιονομική σταθερότητα, οι επενδύσεις και η καλύτερη αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων θα βελτιώσουν εισοδήματα και θα μειώσουν ανισότητες. Είναι αδιαμφισβήτητη η πρόοδος που έγινε αλλά το ζητούμενο είναι να πείσουμε ξανά τους πολίτες. Από την αρχή. Ότι έχουμε το σχέδιο, τη γνώση και την τόλμη να κρατήσουμε την Ελλάδα σταθερή, ασφαλή και σε πορεία ανάπτυξης σε μια εποχή διεθνούς αβεβαιότητας και κρίσεων.
Η Νέα Δημοκρατία ήταν πάντα η παράταξη της ευθύνης και των μεγάλων αποφάσεων. Δεν φοβήθηκε τις δύσκολες μεταρρυθμίσεις. Δεν επένδυσε σε εύκολα συνθήματα. Αυτό πρέπει να συνεχίσουμε να κάνουμε και τώρα: λιγότερα λόγια, περισσότερες λύσεις και την ομοψυχία που γεννά η αυτοπεποίθηση ότι είμαστε η πολιτική δύναμη που στο πέρασμα των δεκαετιών δρα με γνώμονα μια ισχυρότερη και καλύτερη Ευρωπαϊκή Ελλάδα.
Πηγή: ethnos.gr


















