Ο περιορισμός του αριθμού των παιδιών των διαδοχικών γενεών που ξεκίνησε πριν από δυο αιώνες στις περισσότερες χώρες δεν αφορά μόνον την Ελλάδα, στην οποία η μείωση των γεννήσεων ξεκίνησε το 1980 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Στο σύνολο όμως των χωρών της Δυτικής και Βορείου Ευρώπης, η πτώση της γονιμότητας ανακόπηκε προσωρινά στις γενεές του μεσοπολέμου, γεγονός που αποτυπώθηκε και στη μεγάλη αύξηση των γεννήσεων τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες( baby boom), για να συνεχισθεί και αργότερα.
Αυτό που διαφοροποιεί κυρίως την Ελλάδα από πολλές από τις χώρες αυτές, σύμφωνα με τη νεότερη μελέτη του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ) είναι ότι:
η μείωση του αριθμού των παιδιών που έφεραν στον κόσμο τα ζευγάρια συνεχίζεται σχεδόν χωρίς ανακοπή από τις γενεές που γεννήθηκαν μετά μέσα του 19ου αιώνα,
ο αριθμός των παιδιών που φέρνουν στον κόσμο οι μεταπολεμικές γενεές απέχει όλο και περισσότερο τόσο από αυτόν που επιθυμούν.
Το « χάσμα» αυτό της γονιμότητας αποκαλύπτει ένα ανεκμετάλλευτο αναπαραγωγικό δυναμικό, αναδεικνύει τους οικονομικούς, κοινωνικούς και θεσμικούς περιορισμούς που παρεμποδίζουν την υλοποίηση των επιθυμιών για τεκνοποίηση και αποτυπώνεται μετά το 1980 και στις γεννήσεις.
Τι συμβαίνει στην Ελλάδα
Στη χώρα μας οι δημογραφικές εξελίξεις επιταχύνθηκαν λόγω της συρρίκνωσης του πλήθους των γυναικών 25-44 ετών από τις οποίες προέρχονται τα τελευταία χρόνια σχεδόν οι 9 από τις 10 γεννήσεις.
Ο πληθυσμός των γυναικών της ομάδας αυτής μειώθηκε κατά 27% ανάμεσα στο 2007 και το 2025, εξαιτίας κυρίως της μετά το 1980 κατάρρευσης των γεννήσεων και, δευτερευόντως, εξαιτίας της μαζικής φυγής στο εξωτερικό μετά το 2010 ατόμων των ιδίων ηλικιακών ομάδων.
Μετά το 1960 γενεές, εκτός του ότι αποκτούν όλο και λίγο λιγότερα παιδιά, τα αποκτούν και σε όλο και μεγαλύτερη ηλικία (26 έτη όσες γεννήθηκαν το 1960, 31,5 έτη όσες γεννήθηκαν το 1985). Έτσι το ποσοστό των γεννήσεων από μητέρες μικρότερες των 25 ετών, από 28% το 1960 έχει μειωθεί στο 10,4% σήμερα, ενώ αυτό των 40 ετών και άνω από 3,8% το 1960 αυξήθηκε στο 10,7% το 2023-24.
Η μείωση της γονιμότητας των γυναικών που γεννήθηκαν από τα τέλη της δεκαετίας του ’50 και μετέπειτα, συνδυάζεται και με την προοδευτική αύξηση των γυναικών/ζευγαριών που δεν αποκτούν παιδιά (των ποσοστών δηλαδή ατεκνίας) που από 13-14% στις γενεές του 1960, αγγίζει στο 24% στις γενεές που γεννήθηκαν γύρω από το 1985.
Η αύξηση των ποσοστών αυτών σε συνδυασμό με την συνεχή μικρή μείωση των πιθανοτήτων όσων έχουν ένα πρώτο παιδί να κάνουν ένα δεύτερο, και, όσων έχουν κάνει ένα δεύτερο να κάνουν ένα τρίτο οδήγησε και στη σημαντική μείωση στη χώρα μας του πλήθους των γυναικών με 3 παιδιά και άνω (από 300 στις 1.000 γυναίκες που γεννήθηκαν γύρω στο 1955-60, σε 130 στις 1.000 γυναίκες που γεννήθηκαν γύρω στο 1985).
Σύμφωνα με το ΙΔΕΜ, η επάνοδος των γεννήσεων τις επόμενες δεκαετίες στα επίπεδα της περιόδου 2011-2020 (92 χιλ. γεννήσεις ετησίως κατά μέσο όρο) είναι αδύνατη, καθώς ο πληθυσμός των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας θα συνεχίσει να μειώνεται.
Αν η επάνοδος όμως των γεννήσεων στα επίπεδα αυτά είναι ανέφικτη, η επιβράδυνση της μείωσής τους και, στη συνέχεια, η προοδευτική αύξησή τους από το χαμηλότερο επίπεδο που θα φθάσουν θεωρείται εφικτή.
Τα μέτρα
Το «κλειδί» για να συμβεί αυτό, όπως αναφέρει ο καθηγητής Δημογραφίας, Βύρων Κοτζαμάνης, απαιτεί το κλείσιμο του χάσματος που υπάρχει ανάμεσα στην επιθυμητή και την πραγματική γονιμότητα, με την δημιουργία ενός εξαιρετικά ευνοϊκού περιβάλλοντος για την
οικογένεια και το παιδί.
«Η ανόρθωση όμως της γονιμότητας των νεότερων γενεών απαιτεί και μια άλλη προσέγγιση, καθώς τα ιδιαίτερα χαμηλά της επίπεδα δεν οφείλονται σε ατομικές επιλογές που επηρεάζονται από την αποδυνάμωση των παραδοσιακών οικογενειών προτύπων και την άνοδο του ατομικισμού. Απαιτεί κυρίως διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και μέτρα που δεν θα στοχεύουν άμεσα τις αναπαραγωγικές συμπεριφορές, αλλά τις ευρύτερες κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες που τις επηρεάζουν έμμεσα» τονίζει ο κ. Κοτζαμάνης.
Η ανόρθωση της γονιμότητας των νεότερων γενεών, εφικτή υπό όρους, απαιτεί, εκτός των άλλων και μέτρα που θα στοχεύουν κυρίως
– στη μείωση του (άμεσου ή έμμεσου) εξαιρετικά υψηλού κόστους που προκύπτει από τη γέννηση και το μεγάλωμα ενός παιδιού στη χώρα μας (κόστη κυρίως εκπαίδευσης και υγείας),
– στην εναρμόνιση της οικογενειακής με την επαγγελματική ζωή,
– στην άμβλυνση των έμφυλων διακρίσεων στον δημόσιο και στον ιδιωτικό βίο
– στη άμβλυνση του οξύτατου στεγαστικού προβλήματος μέσω ενός εκτεταμένου προγράμματος που θα στοχεύει στη δημιουργία ενός αποθέματος προσφερόμενων με χαμηλό ενοίκιο ενεργειακά αποδοτικών κατοικιών, κατοικιών που θα αντιστοιχούν στα στεγαστικά πρότυπα και τις μεταβαλλόμενες στεγαστικές ανάγκες κυρίως -αλλά όχι μόνον-των νεότερων γενεών,
– στην στήριξη των νέων γενεών κατά την είσοδό τους στην ενήλικη ζωή και στην αύξηση του διαθέσιμου πραγματικού τους εισοδήματος,
– στη μερική προστασία από κινδύνους που ενδεχομένως αυτές να αντιμετωπίσουν μέσω μιας διευρυμένης και στοχευμένης κοινωνικής πολιτικής
– στην άρση του κλίματος αβεβαιότητας- έλλειψης εμπιστοσύνης (trust) στο μέλλον. Η υφιστάμενη σήμερα αβεβαιότητα δημιουργεί ανασφάλεια και επηρεάζει αναπόφευκτα και την απόφαση για μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις, όπως αυτήν της δημιουργίας οικογένειας και της απόκτησης παιδιών, καθώς ο φόβος ενός ασταθούς μέλλοντος ωθεί τις νεότερες γενεές στο να αναβάλλουν ή ακόμη και να εγκαταλείψουν τα οικογενειακά τους σχέδια.
Πηγή: insider.gr















