ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΙΝΣΕΤΕ: Μένουν λιγότερο, αλλά ξοδεύουν περισσότερο οι τουρίστες στην Ελλάδα

news room 7 λεπτά ανάγνωση
ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ

Πραγ­μα­το­ποιούν μικρό­τε­ρης διάρ­κειας ταξίδια, ξοδεύ­ουν όμως περισ­σό­τερα σε καθη­με­ρινή βάση κατά τη διάρ­κεια της παρα­μο­νής τους στην Ελλάδα οι ξένοι του­ρί­στες, με τη διάρ­κεια των δια­κο­πών να είναι τελικά και ο βασικός παρά­γο­ντας που επη­ρε­ά­ζει τη Μέση κατά Κεφαλή Δαπάνη στη χώρα.

Συνο­πτικά, με βάση τα επίσημα στοι­χεία της Τρά­πε­ζας της Ελλάδος, από το 2015 έως το 2024 η Μέση Δαπάνη ανά Δια­νυ­κτέ­ρευση (ΜΔΔ) στη χώρα μας κατέ­γραψε αύξηση κατά 20,6%, φτά­νο­ντας τα 89,1 ευρώ το 2024 από 73,9 ευρώ το 2015. Όμως, η Μέση κατά Κεφαλή Δαπάνη (ΜΚΔ) των ξένων επι­σκε­πτών της χώρας έχει σημειώ­σει ελαφρά μείωση της τάξεως του 1,2% για την ίδια περίοδο, κατά 6,9 ευρώ: από 579,6 ευρώ το 2015 σε 572,8 ευρώ το 2024, που οφεί­λε­ται απο­κλει­στικά στη μείωση της Μέσης Διάρ­κειας Παρα­μο­νής (ΜΔΠ) κατά 1,4 δια­νυ­κτε­ρεύ­σεις από 7,8 δια­νυ­κτε­ρεύ­σεις το 2015, σε 6,4 δια­νυ­κτε­ρεύ­σεις το 2024.

Σημειώ­νε­ται πως τα ανωτέρω ποσά ανα­φέ­ρο­νται στο μέρος της δαπάνης του του­ρί­στα που δαπα­νά­ται στη χώρα και δεν περι­λαμ­βά­νει προ­μή­θειες ενδιά­με­σων επι­χει­ρή­σεων με έδρα στο εξω­τε­ρικό αλλά ούτε και τα εισι­τή­ρια μετά­βα­σής του, ακόμα και αν η αερο­πο­ρική ή ακτο­πλοϊκή εται­ρεία έχει την έδρα της στην Ελλάδα. Συνεπώς, η Μέση κατά Κεφαλή Δαπάνη δεν απο­τυ­πώ­νει το συνο­λικό κόστος ταξι­διού ανά επι­σκέ­πτη.

Τα στοι­χεία προ­έρ­χο­νται από την τελευ­ταία μελέτη του Ινστι­τού­του του Συν­δέ­σμου Ελλη­νι­κών Του­ρι­στι­κών Επι­χει­ρή­σεων (ΙΝΣΕΤΕ) με τίτλο «Η Μέση κατά Κεφαλή Δαπάνη των εισερ­χό­με­νων του­ρι­στών στην Ελλάδα, 2015-2024», η οποία εξε­τά­ζει τη δαπάνη των εισερ­χό­με­νων του­ρι­στών, πλην κρουα­ζιέ­ρας, βάσει της Έρευνας Συνόρων της Τρά­πε­ζας της Ελλάδος. Η δεκα­ε­τία που ανα­λύ­ε­ται στην μελέτη μπορεί να χωρι­στεί σε τρεις δια­κρι­τές περιό­δους, πριν την παν­δη­μία (2015-2019), κατά την οξεία φάση της παν­δη­μίας (2020 και 2021) και μετά την παν­δη­μία (2022-2024). Όπως επι­ση­μαί­νε­ται στη μελέτη «η αύξηση της ημε­ρή­σιας δαπάνης των του­ρι­στών συνο­δεύ­ε­ται από μείωση της διάρ­κειας των ταξι­διών τους, κάτι που απο­τε­λεί ένδειξη είτε ότι η αύξηση του κόστους δια­κο­πών ανά ημέρα οδηγεί σε περιο­ρι­σμό της διάρ­κειας των δια­κο­πών (με απο­τέ­λε­σμα να περιο­ρι­στεί αντί­στοιχα και το συνο­λικό κόστος), είτε και ότι οι δια­κο­πές σύντο­μης διάρ­κειας, τύπου city break κ.τ.λ. κερ­δί­ζουν μερίδιο αγοράς έναντι των δια­κο­πών παρα­θε­ρι­σμού που έχουν μεγα­λύ­τερη δαπάνη λόγω μεγα­λύ­τε­ρης διάρ­κειας».

Οι τρεις περί­ο­δοι

Ανά περίοδο, και συγκε­κρι­μένα κατά την προ παν­δη­μίας περίοδο, η εικόνα στους επι­μέ­ρους δείκτες ήταν μικτή, με τη Μέση Διάρ­κεια Παρα­μο­νής (ΜΔΠ) να εμφα­νί­ζει ήδη από τότε μείωση από 7,8 δια­νυ­κτε­ρεύ­σεις το 2015 σε 7,4 δια­νυ­κτε­ρεύ­σεις το 2019 επη­ρε­ά­ζο­ντας συνα­κό­λουθα και τη ΜΚΔ που υπο­χώ­ρησε από 579,6 ευρώ σε 564,0 ευρώ, παρά την αύξηση της ΜΔΔ από 73,9 ευρώ σε 76,1 ευρώ. Στη συγκε­κρι­μένη εξέλιξη, έπαιξε ρόλο και η αύξηση του μερι­δίου για δια­κο­πές του­ρι­σμού πόλης (City Break) κυρίως στην Αθήνα, η οποία έχει κατα­στεί διεθνής προ­ο­ρι­σμός για τέτοιου είδους ταξίδια, ενι­σχύ­ο­ντας μάλιστα τη θέση της περαι­τέρω μέχρι σήμερα.

Κατά την οξεία φάση της παν­δη­μίας, όλοι οι δείκτες εμφά­νι­σαν θετικό πρόσημο – αλλά με πολύ λιγό­τε­ρους επι­σκέ­πτες, με αύξηση της ΜΔΠ, από τις 7,4 δια­νυ­κτε­ρεύ­σεις το 2019 σε 8,9 δια­νυ­κτε­ρεύ­σεις το 2021, αύξηση της ΜΔΔ από 76,1 ευρώ το 2019 σε 78,6 το 2021 και αύξηση της ΜΚΔ κατά +24,5% στα 702,4 ευρώ το 2021. Η εξέλιξη αυτή, ήταν απο­τέ­λε­σμα του επι­τυ­χη­μέ­νου ανοίγ­μα­τος που έκανε η Ελλάδα στην του­ρι­στική αγορά και του ισχυρού αισθή­μα­τος ασφά­λειας που εμπε­δώ­θηκε στο του­ρι­στικό κοινό από την απο­τε­λε­σμα­τική δια­χεί­ριση της υγειο­νο­μι­κής κρίσης και την έγκαιρη εφαρ­μογή πρω­το­κόλ­λων, καθι­στώ­ντας την ως έναν από τους πλέον αξιό­πι­στους και ελκυ­στι­κούς προ­ο­ρι­σμούς κατά την παν­δη­μική κρίση.

Η ομα­λο­ποί­ηση της κατά­στα­σης στην ταξι­διω­τική βιο­μη­χα­νία από το 2022 και έπειτα, οδήγησε σε επα­να­φορά των προ παν­δη­μίας τάσεων, με μείωση της ΜΔΠ στις 6,4 δια­νυ­κτε­ρεύ­σεις το 2024. Έτσι, παρά την αύξηση της ΜΔΔ από 78,6 ευρώ το 2021 σε 89,1 ευρώ το 2024, η ΜΚΔ εμφά­νισε μείωση κατά -18,5%, στα 572,8 ευρώ το 2024. Οι κυριό­τε­ροι λόγοι μείωσης της ΜΚΔ από το 2022 και έπειτα είναι:

Η μείωση του μερι­δίου (δηλαδή ως ποσοστό, όχι ως απόλυτο νούμερο) των παρα­δο­σια­κών αγορών μας (Γερ­μα­νία, Ην. Βασί­λειο, Γαλλία, Ιταλία, Ολλαν­δία) σε επίπεδο αφίξεων και εισπρά­ξεων και η αύξηση του μερι­δίου των όμορων βαλ­κα­νι­κών αγορών και αγορών της Ανα­το­λι­κής Ευρώπης που ξοδεύ­ουν λιγό­τερα.

Η αύξηση του μερι­δίου των ταξι­διών City Break που έχουν χαμη­λό­τερη μέση διάρ­κεια παρα­μο­νής και άρα χαμη­λό­τερη κατά Κεφαλή Δαπάνη και συνα­κό­λουθα η μείωση του μερι­δίου για ταξίδια παρα­θε­ρι­σμού, που έχουν υψη­λό­τερη μέση διάρ­κεια παρα­μο­νής και άρα υψη­λό­τερη κατά Κεφαλή Δαπάνη.

Οι πλη­θω­ρι­στι­κές πιέσεις που επι­δει­νώ­νουν τα οικο­νο­μικά των νοι­κο­κυ­ριών και άρα το δια­θέ­σιμο εισό­δημα, οδη­γώ­ντας τα σε πιο συγκρα­τη­μέ­νες επι­λο­γές, κυρίως ως προς τη διάρ­κεια των δια­κο­πών και όχι γενι­κό­τερα ως προς την πρόθεση για ταξίδια. Αυτό δια­φαί­νε­ται και από τα στοι­χεία της ΤτΕ τα οποία κατα­γρά­φουν από το 2021 και έπειτα μια κλι­μα­κού­μενη μείωση στην Μέση Διάρ­κεια Παρα­μο­νής όσων έρχο­νται στη χώρα, με την ΜΔΠ το 2024 να βρί­σκε­ται στο χαμη­λό­τερο σημείο από την έναρξη της Έρευνας Συνόρων το 2005.

Ένα ακόμη στοι­χείο που προ­κύ­πτει από την έρευνα, σε επίπεδο Περι­φε­ρειών αυτή τη φορά, είναι ότι η Περι­φέ­ρεια Αττικής παρου­σί­ασε μεταξύ 2019 και 2024 τις μεγα­λύ­τε­ρες θετικές μετα­βο­λές τόσο στο μερίδιο επι­σκέ­ψεων (από 16% σε 22%) όσο και στην αύξηση της Μέσης Δαπάνης ανά Επί­σκεψη (ΜΔΕ, με επι­πλέον 103 ευρώ, από 438 ευρώ σε 541 ευρώ), καθο­ρί­ζο­ντας τελικά και την αύξηση της ΜΔΕ για το σύνολο των Περι­φε­ρειών (με επι­πλέον 41 ευρώ, στα 523 ευρώ).

Σύγκριση με Ισπανία

Σε σχέση με τη Μέση κατά Κεφαλή Δαπάνη στη χώρα μας, το IΝΣΕΤΕ πραγ­μα­το­ποί­ησε και συγκρι­τική μελέτη με την Ισπανία με τίτλο «Μέση κατά Κεφαλή Δαπάνη των εισερ­χό­με­νων του­ρι­στών στην Ελλάδα και την Ισπανία (2018-2024)», την πρώτη του­ρι­στική δύναμη της Μεσο­γείου και βασι­κό­τερο αντα­γω­νι­στή μας στον του­ρι­σμό. Η δημο­σιευ­μένη ΜΚΔ για την Ισπανία εμφα­νί­ζε­ται δια­χρο­νικά (υπερ) διπλά­σια της αντί­στοι­χης για την Ελλάδα, αλλά αυτό οφεί­λε­ται στο ότι οι δύο χώρες ακο­λου­θούν δια­φο­ρε­τική μεθο­δο­λο­γία για τη μέτρηση της ΜΚΔ. Συγκε­κρι­μένα, όπως ήδη ανα­φέρ­θηκε, στην Ελλάδα μετριέ­ται μόνο το μέρος της δαπάνης που παρα­μέ­νει στην χώρα, μη περι­λαμ­βα­νο­μέ­νου του κόστους του αερο­πο­ρι­κού ή ακτο­πλοϊ­κού εισι­τη­ρίου, ακόμα και αν η αερο­πο­ρική ή ακτο­πλοϊκή εται­ρεία είναι ελλη­νική, ενώ στην Ισπανία μετριέ­ται το σύνολο της δαπάνης των του­ρι­στών.

Στη συγκε­κρι­μένη μελέτη, τα στοι­χεία και των δυο χωρών έχουν προ­σαρ­μο­στεί (Προ­σαρ­μο­σμένη ΜΚΔ) ώστε να είναι δυνατή η σύγκριση των ποσών που δαπα­νά­ται στην κάθε χώρα από το σύνολο του κόστους ταξι­διού.

Σημειώ­νε­ται ότι από την οπτική του του­ρί­στα, αυτό που έχει σημασία είναι η συνο­λική δαπάνη, περι­λαμ­βα­νο­μέ­νου για παρά­δειγμα και του κόστους του αερο­πο­ρι­κού εισι­τη­ρίου που για την Ελλάδα είναι συνήθως υψη­λό­τερο από τις κύριες αγορές μας σε σύγκριση με την Ισπανία λόγω μεγα­λύ­τε­ρης από­στα­σης.

Με βάση τα προ­σαρ­μο­σμένα στοι­χεία και – σε αντί­θεση με τις προη­γού­με­νες χρονιές- το 2024 προ­κύ­πτει ένα εμφανές «άνοιγμα της ψαλίδας» της Προ­σαρ­μο­σμέ­νης ΜΚΔ υπέρ της Ισπα­νίας, από 701 ευρώ το 2023 σε 738 ευρώ το 2024, έναντι της αντί­στοι­χης της Ελλάδας, από 654 ευρώ το 2023 σε 624 ευρώ το 2024. Η εξέλιξη αυτή οφεί­λε­ται αφενός στη μείωση της διάρ­κειας των ταξι­διών με την προ­σαρ­μο­σμένη ΜΔΠ στην Ελλάδα να είναι 7,1 δια­νυ­κτε­ρεύ­σεις το 2024 από 7,7 δια­νυ­κτε­ρεύ­σεις το 2023 όταν αντί­στοιχα της Ισπα­νίας εμφα­νί­ζει οριακή αύξηση στις 7,2 δια­νυ­κτε­ρεύ­σεις και, αφε­τέ­ρου, στο χαμη­λό­τερο ετήσιο ρυθμό αύξησης της ΜΔΔ της Ελλάδας κατά 3% έναντι του 2023, στα 88 ευρώ το 2024, έναντι του +5% που εμφα­νί­ζει η Ισπανία, από 97 ευρώ το 2023 σε 102 ευρώ το 2024. Σημειώ­νε­ται ότι δια­χρο­νικά ένα μέρος της δια­φο­ράς μεταξύ των δύο χωρών οφεί­λε­ται στο ότι δέχο­νται του­ρί­στες από δια­φο­ρε­τι­κές αγορές: συγκε­κρι­μένα, η Ελλάδα δέχεται μεγάλο αριθμό του­ρι­στών από τις όμορες Βαλ­κα­νι­κές χώρες, που έχουν χαμη­λό­τερη μέση δαπάνη και ωθούν τον συνο­λικό μέσο όρο της μέσης δαπάνης προς χαμη­λό­τερα επίπεδα, ενώ αντί­θετα, η Ισπανία εμφα­νί­ζει μεγα­λύ­τερη διείσ­δυση στις long haul αγορές της Λατι­νι­κής Αμε­ρι­κής και της Ασίας που έχουν σημα­ντικά υψη­λό­τερη του­ρι­στική δαπάνη.

Με αφορμή τη δημο­σί­ευση των δύο μελετών, ο Γενικός Διευ­θυ­ντής του ΙΝΣΕΤΕ Ηλίας Κικί­λιας δήλωσε σχετικά: «Η έμφαση σε μεγα­λύ­τε­ρης διάρ­κειας ταξίδια, υψη­λό­τε­ρης αξίας και μεγα­λύ­τε­ρης δια­σπο­ράς στον χρόνο και στον χώρο, ανα­δει­κνύ­ε­ται σε κρίσιμο στόχο για τον ελλη­νικό του­ρι­σμό. Η σύγκριση με αντα­γω­νι­στι­κούς προ­ο­ρι­σμούς δείχνει ότι η περαι­τέρω ενί­σχυση της Μέσης Κατά Κεφαλή Δαπάνης συν­δέ­ε­ται και με το στρα­τη­γικό άνοιγμα της χώρας στις long haul αγορές. Η ενι­σχυ­μένη αερο­πο­ρική σύνδεση της χώρας με τις ΗΠΑ τα τελευ­ταία χρόνια, καθώς και η έναρξη των απευ­θείας πτήσεων με την Ινδία φέτος, απο­τε­λούν ουσια­στικά βήματα. Η ανά­πτυξη εμπει­ριών υψηλής ποιό­τη­τας και η στο­χευ­μένη προβολή τους, στο πλαίσιο μιας μακρο­χρό­νιας και συνε­κτι­κής στρα­τη­γι­κής, μπορούν να αξιο­ποι­ή­σουν περαι­τέρω τη δυνα­μική των long haul αγορών, δια­σφα­λί­ζο­ντας περισ­σό­τερα οφέλη και ευη­με­ρία για τις τοπικές κοι­νω­νίες».

Πηγή: newmoney.gr

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.