Η υπόθεση ξεκίνησε ως μια τυπική διαδικασία είσπραξης τραπεζικής οφειλής, με διαταγή πληρωμής και άμεση πίεση προς τον οφειλέτη για καταβολή δεκάδων χιλιάδων ευρώ. Στην εξέλιξή της όμως ανέδειξε ένα σημείο που συχνά περνά απαρατήρητο στη δημόσια συζήτηση για τα δάνεια και τις απαιτήσεις, ότι η ταχύτητα των ειδικών διαδικασιών δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ακρίβεια της έγγραφης τεκμηρίωσης. Το Mονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου ακύρωσε τόσο τη διαταγή πληρωμής όσο και την επιταγή προς εκτέλεση που την ακολούθησε, κρίνοντας ότι δεν αποδείχθηκε εγγράφως το κρίσιμο γεγονός που θα καθιστούσε την απαίτηση άμεσα ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, δηλαδή η καταγγελία των επίμαχων δανειακών συμβάσεων.
Η κρίσιμη λεπτομέρεια που άλλαξε την έκβαση
Στον πυρήνα της απόφασης βρίσκεται η διάκριση ανάμεσα σε διαφορετικές συμβάσεις και διαφορετικές ρυθμίσεις οφειλών. Η απαίτηση που προβαλλόταν στη διαδικασία της διαταγής πληρωμής συνδεόταν με 2 δανειακές συμβάσεις του 2014, ενώ η καταγγελία που επικαλέστηκε η πλευρά της διαχείρισης εμφανίστηκε, σύμφωνα με την κρίση του δικαστηρίου, να αφορά άλλη σύμβαση με διαφορετικό αριθμό και χρόνο κατάρτισης. Με απλά λόγια, το δικαστήριο διαπίστωσε ότι το έγγραφο που παρουσιάστηκε ως απόδειξη καταγγελίας δεν «έδενε» με τις συμβάσεις από τις οποίες υποτίθεται ότι γεννήθηκε η οφειλή που επιδιώχθηκε να εισπραχθεί μέσω διαταγής πληρωμής.
Αυτό το σημείο δεν αντιμετωπίστηκε ως δευτερεύον τυπικό σφάλμα. Αντίθετα κρίθηκε ότι αγγίζει την ίδια τη διαδικαστική προϋπόθεση της διαταγής πληρωμής, δηλαδή την έγγραφη απόδειξη όχι μόνο της απαίτησης αλλά και του ακριβούς ποσού και της προέλευσής του, όπως απαιτείται στο συγκεκριμένο δικονομικό πλαίσιο. Όταν λείπει αυτή η προϋπόθεση, η διαταγή πληρωμής δεν μπορεί να σταθεί και ακυρώνεται για διαδικαστικό απαράδεκτο, ανεξάρτητα από το αν θα μπορούσε θεωρητικά να αποδειχθεί η οφειλή με άλλα μέσα σε άλλη διαδικασία.
Το χρονικό της υπόθεσης και τα ποσά που τέθηκαν στο επίκεντρο
Σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, είχαν συναφθεί στη Ρόδο 2 συμβάσεις δανείου το 2014, με χορηγήσεις 16.866,45 ευρώ και 9.111,84 ευρώ αντίστοιχα. Ακολούθησε συμφωνία όρων εξόφλησης το 2019, όπου αποτυπώθηκε αναδιαμόρφωση της οφειλής και νέο σχήμα αποπληρωμής σε 180 μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις. Στη συνέχεια εμφανίζεται και νεότερη συμφωνία όρων εξόφλησης το 2022, η οποία όμως, όπως αξιολογήθηκε, συνδεόταν με διαφορετική σύμβαση δανείου, με χρόνο κατάρτισης το 2018 και διαφορετικό ποσό αρχικής χορήγησης.
Η διαταγή πληρωμής που εκδόθηκε το 2024 επιδίκασε ποσό 35.854,32 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, ενώ η επιταγή προς πληρωμή που ακολούθησε ανέβαζε το συνολικό απαιτούμενο ποσό σε 36.311,66 ευρώ, όπως εμφανίστηκε στο εκτελεστό απόγραφο. Μετά την επίδοση, ασκήθηκε ανακοπή εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών και το δικαστήριο έκρινε ότι η υπόθεση είναι παραδεκτή για ουσιαστική εξέταση.
Γιατί η καταγγελία είναι το κλειδί στη μετατροπή της οφειλής σε άμεσα απαιτητή
Στα δάνεια αυτού του τύπου, η καταγγελία δεν είναι μια απλή τυπική πράξη, είναι ο μηχανισμός που μετατρέπει ένα πρόγραμμα δόσεων σε άμεση απαίτηση για το σύνολο του υπολοίπου. Όταν μια σύμβαση προβλέπει ότι με καθυστέρηση 90 ημερών ή με άλλη παραβίαση όρων ο δανειστής μπορεί να καταγγείλει, τότε απαιτείται σαφής έγγραφη δήλωση προς τον οφειλέτη, με αναφορά στο χρεωστικό υπόλοιπο και με συνέπειες ως προς τόκους υπερημερίας και λοιπές επιβαρύνσεις. Αν δεν αποδεικνύεται ότι έγινε καταγγελία της συγκεκριμένης σύμβασης, δεν αποδεικνύεται και ότι το σύνολο του κεφαλαίου κατέστη ληξιπρόθεσμο, άρα κλονίζεται η βάση πάνω στην οποία ζητήθηκε διαταγή πληρωμής.
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, το δικαστήριο εστίασε στο περιεχόμενο των προσκομισθέντων εγγράφων και στο αν αυτά αντιστοιχούν στις συμβάσεις που αναφέρονται ως πηγή της απαίτησης. Η κρίση ήταν ότι η εξώδικη δήλωση που επιδόθηκε αφορούσε άλλη σύμβαση, άρα δεν μπορούσε να λειτουργήσει ως έγγραφη απόδειξη καταγγελίας των συμβάσεων του 2014.
Η αλυσιδωτή συνέπεια, από τη διαταγή πληρωμής στην επιταγή εκτέλεσης
Η απόφαση δεν στάθηκε μόνο στη διαταγή πληρωμής. Όταν ο εκτελεστός τίτλος ακυρώνεται, συμπαρασύρει και τις πράξεις εκτέλεσης που στηρίζονται σε αυτόν. Έτσι ακυρώθηκε και η επιταγή προς εκτέλεση που είχε συνταχθεί κάτω από το εκτελεστό απόγραφο της διαταγής πληρωμής. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι η συγκεκριμένη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης δεν μπορεί να συνεχιστεί με βάση τα ακυρωθέντα έγγραφα και η πλευρά που επιδιώκει την είσπραξη θα πρέπει να επανεκτιμήσει τη στρατηγική της, με έμφαση αυτή τη φορά στην πλήρη και ορθή τεκμηρίωση.
Στο διατακτικό, το δικαστήριο δέχθηκε τις ανακοπές, ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής με αριθμό 247/2024 και την επιταγή προς εκτέλεση της 2.9.2024, ενώ επιδίκασε δικαστικά έξοδα 1.120 ευρώ σε βάρος της καθ’ ης. Με την παραδοχή του συγκεκριμένου λόγου ανακοπής, κρίθηκε ότι δεν χρειάζεται να εξεταστούν οι υπόλοιποι λόγοι, καθώς το αποτέλεσμα είναι ήδη η ακύρωση των πράξεων που αποτελούσαν τον στόχο της προσβολής.
Την υπόθεση χειρίστηκε η δικηγόρος κ. Ειρήνη Βασιλείου.
Ακυρώθηκε διαταγή πληρωμής και επιταγή εκτέλεσης λόγω αστοχίας στην έγγραφη απόδειξη της καταγγελίας













