ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Βiκυ Θεολόγη: «Ο πολιτισμός δεν πρέπει να μένει σε συρτάρια, αλλά να μοιράζεται, να εμπνέει και να συνεχίζει να γράφει ιστορία»

Πέγκυ Ντόκου 1 λεπτό ανάγνωση
Βίκυ Θεολόγη
Ο πολιτισμός δεν πρέπει να μένει σε συρτάρια, αλλά να μοιράζεται, να εμπνέει και να συνεχίζει να γράφει ιστορία

ΒIΚΥ ΘΕΟΛΟΓΗ

Δρα­στή­ρια, αει­κί­νη­τη, τα­λα­ντού­χα, η κα Βίκυ Θε­ο­λό­γη φέρ­νει πάντα έναν άλλο αέρα στις πο­λι­τι­στι­κές δρά­σεις της πε­ριο­χής μας. Θε­α­τρο­λό­γος, εκ­παι­δευ­τι­κός και συγ­γρα­φέ­ας, μι­λά­ει σή­με­ρα στη “δ” για τα βι­βλία της, την ση­μα­σία του θε­ά­τρου, στην πρω­το­βάθ­μια εκ­παί­δευ­ση για τα παι­διά, καθώς και τις προ­κλή­σεις που αντι­με­τω­πί­ζει σή­με­ρα το θέ­α­τρο στα νησιά και πώς τις δια­χει­ρί­ζε­ται μέσα από τον Θε­α­τρι­κό Σύλ­λο­γο Δω­δε­κα­νή­σου.

Κυρία Θε­ο­λό­γη, είστε συγ­γρα­φέ­ας και θε­α­τρο­λό­γος. Μι­λή­στε μας για την «Εξα­φά­νι­ση του Πα­λιού του Χρό­νου» που πα­ρου­σιά­στη­κε πρό­σφα­τα και ανέ­βη­κε σε πάνω από εί­κο­σι σχο­λεία της πρω­το­βάθ­μιας εκ­παί­δευ­σης της Ελ­λά­δας και την Κύ­πρου. Τι σας πα­ρό­τρυ­νε γι’ αυτό το πό­νη­μα;

Η «Εξα­φά­νι­ση του Πα­λιού του Χρό­νου» γεν­νή­θη­κε από μια βαθιά ανά­γκη κα­τα­νό­η­σης του χρό­νου που περ­νά­ει. Πα­ρα­τη­ρώ κα­θη­με­ρι­νά ότι οι άν­θρω­ποι νιώ­θου­με ήσυ­χοι να ατε­νί­ζου­με το μέλ­λον έχο­ντας αγκα­λιά­σει το πα­ρελ­θόν. Δεν είναι πάντα εύ­κο­λο να αγκα­λιά­ζεις το πα­ρελ­θόν ει­δι­κά όταν έχει αφή­σει πλη­γές. Με­γα­λώ­νο­ντας βρί­σκεις την αυ­το­γνω­σία και ανα­κα­λύ­πτεις από πού προ­έρ­χο­νται τα σκο­τά­δια σου και αυτό δεν είναι πάντα εύ­κο­λο να το δια­χει­ρι­στείς γιατί για τα σκο­τά­δια φταί­νε και άν­θρω­ποι που ίσως δεν είναι πλέον καν στη ζωή. Αυτό το βι­βλίο έρ­χε­ται να μας θυ­μί­σει ότι ο χρό­νος που φεύ­γει είναι ένας γλυ­κύ­τα­τος παπ­πού­λης με μια ελα­φριά άνοια και πε­ρι­μέ­νει την αγκα­λιά μας. Όταν τον φρο­ντί­σου­με και τον αφή­σου­με να φύγει με γα­λή­νη τότε η καρ­διά μας γε­μί­ζει ει­ρή­νη και ο χρό­νος που έρ­χε­ται είναι σί­γου­ρα πιο λα­μπε­ρός.

Το κεί­με­νο γρά­φτη­κε σε έμ­με­τρο λόγο και είναι κα­τάλ­λη­λο για σχο­λι­κή θε­α­τρι­κή πα­ρά­στα­ση. Τα παι­διά θα γνω­ρί­σουν τις ιδιαι­τε­ρό­τη­τες της τρί­της ηλι­κί­ας και θα ανα­πτύ­ξουν δε­ξιό­τη­τες όπως της συ­νερ­γα­σί­ας και της ομα­δι­κό­τη­τας. Είναι αλή­θεια ότι ήδη έχει ζή­τη­ση σε σχο­λεία της Ελ­λά­δας και της Κύ­πρου και πε­ρι­μέ­νω με λα­χτά­ρα να το δω επί σκη­νής από μα­θη­τές της Πρω­το­βάθ­μιας Εκ­παί­δευ­σης!

Με την ευ­και­ρία μα­θαί­νου­με ότι επα­να­κυ­κλο­φό­ρη­σε το βι­βλίο σας «Θε­α­τρι­κή Ιστο­ρία της Ρόδου 1900-1975». Πώς το υπο­δέ­χτη­κε το ανα­γνω­στι­κό κοινό και πόσο ση­μα­ντι­κή είναι η Θε­α­τρι­κή Ιστο­ρία της Ρόδου; Τι κα­τα­γρά­φε­ται, σε αυτό το βι­βλίο;

Η επα­νέκ­δο­ση της Θε­α­τρι­κής Ιστο­ρί­ας της Ρόδου 1900–1975 ήταν για μένα σαν να άνοι­ξε ξανά ένα με­γά­λος, φω­τει­νός φάρος πο­λι­τι­σμού. Το ανα­γνω­στι­κό κοινό το υπο­δέ­χτη­κε με πραγ­μα­τι­κή συ­γκί­νη­ση. Άν­θρω­ποι της τέ­χνης, εκ­παι­δευ­τι­κοί, ερευ­νη­τές, αλλά και απλοί Ρο­δί­τες που αγα­πούν τον τόπο τους, αγκά­λια­σαν το βι­βλίο σαν μια επι­στρο­φή σε μια εποχή δη­μιουρ­γί­ας, αγώνα και τολ­μη­ρών καλ­λι­τε­χνι­κών βη­μά­των.

Η Θε­α­τρι­κή Ιστο­ρία της Ρόδου είναι ση­μα­ντι­κή γιατί δεί­χνει ότι το θέ­α­τρο στο νησί δεν είναι ένα σύγ­χρο­νο φαι­νό­με­νο. Έχει ρίζες βα­θιές, που φτά­νουν σε θιά­σους, ερα­σι­τε­χνι­κές ομά­δες, καλ­λι­τε­χνι­κές πρω­το­βου­λί­ες, αν­θρώ­πους που πά­λε­ψαν να κρα­τή­σουν τη σκηνή ζω­ντα­νή ακόμη και σε δύ­σκο­λες επο­χές. Είναι η μνήμη μας. Και χωρίς μνήμη, δεν χτί­ζεις μέλ­λον.

Στο βι­βλίο κα­τα­γρά­φε­ται με λε­πτο­μέ­ρεια όλη η θε­α­τρι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα της Ρόδου από τις αρχές του 20ού αιώνα έως το 1975: θί­α­σοι, πα­ρα­στά­σεις, αί­θου­σες, πο­λι­τι­στι­κοί σύλ­λο­γοι, προ­σω­πι­κό­τη­τες που άφη­σαν το απο­τύ­πω­μά τους. Είναι ένα ντο­κου­μέ­ντο που δεί­χνει πως το νησί είχε —και έχει— έναν ζω­ντα­νό, δυ­να­μι­κό θε­α­τρι­κό παλμό.

Η επα­νέκ­δο­ση ήταν ανα­γκαία. Γιατί ο πο­λι­τι­σμός δεν πρέ­πει να μένει σε συρ­τά­ρια, αλλά να μοι­ρά­ζε­ται, να εμπνέ­ει και να συ­νε­χί­ζει να γρά­φει ιστο­ρία.

Με την ιδιό­τη­τά σας ως εκ­παι­δευ­τι­κός, θα ήθελα να μας πε­ρι­γρά­ψε­τε την ση­μα­σία του θε­ά­τρου, σαν μά­θη­μα στην πρω­το­βάθ­μια εκ­παί­δευ­ση. Τα παι­διά πρέ­πει να έχουν επαφή με το θέ­α­τρο και για ποιους λό­γους;

Το θέ­α­τρο στην πρω­το­βάθ­μια εκ­παί­δευ­ση δεν είναι απλώς ένα μά­θη­μα· είναι ένας ολό­κλη­ρος κό­σμος μά­θη­σης, έκ­φρα­σης και συ­ναι­σθη­μα­τι­κής ανά­πτυ­ξης. Σαν εκ­παι­δευ­τι­κός βλέπω κα­θη­με­ρι­νά ότι είναι το μά­θη­μα που αγκα­λιά­ζει όλα τα παι­διά, ανε­ξάρ­τη­τα από τις δυ­να­τό­τη­τες, τις δυ­σκο­λί­ες ή τον χα­ρα­κτή­ρα τους.

Τα παι­διά πρέ­πει να έχουν επαφή με το θέ­α­τρο, γιατί μέσα από αυτό μα­θαί­νουν να συ­νερ­γά­ζο­νται, να ακού­νε, να σέ­βο­νται τον άλλον και —κυ­ρί­ως— να εκ­φρά­ζουν αυτό που έχουν μέσα τους. Το θέ­α­τρο καλ­λιερ­γεί την εν­συ­ναί­σθη­ση: τα παι­διά μπαί­νουν “στα πα­πού­τσια” ενός άλλου ρόλου και κα­τα­λα­βαί­νουν κα­λύ­τε­ρα το δια­φο­ρε­τι­κό.

Για τα παι­διά της ει­δι­κής και της γε­νι­κής εκ­παί­δευ­σης, το θέ­α­τρο λει­τουρ­γεί σαν γέ­φυ­ρα. Ένα ασφα­λές πε­ρι­βάλ­λον όπου όλοι μπο­ρούν να λάμ­ψουν, να δη­μιουρ­γή­σουν, να κά­νουν λάθος χωρίς φόβο και να χα­ρούν χωρίς όρια. Δυ­να­μώ­νει τη φα­ντα­σία, βελ­τιώ­νει την επι­κοι­νω­νία, το­νώ­νει την αυ­το­πε­ποί­θη­ση και με­τα­τρέ­πει το σχο­λείο σε χώρο χαράς και όχι μόνο γνώ­σης.

Το θέ­α­τρο δεν μα­θαί­νει στα παι­διά πώς να γί­νουν ηθο­ποιοί. Μα­θαί­νει πώς να γί­νουν άν­θρω­ποι, με ευαι­σθη­σία, φα­ντα­σία και σε­βα­σμό. Γι’ αυτό και θεωρώ ότι είναι ένα από τα πιο ου­σια­στι­κά μα­θή­μα­τα που μπο­ρεί να βιώ­σει ένα παιδί στο δη­μο­τι­κό

Δρα­στη­ριο­ποιεί­στε στο θέ­α­τρο. Ποια είναι τα επό­με­να σχέ­διά σας;

Κύριο μέ­λη­μα του Θε­α­τρι­κού Συλ­λό­γου Δω­δε­κα­νή­σου του οποί­ου έχω την τιμή να προ­ε­δρεύω, είναι να εξε­λισ­σό­μα­στε συ­νε­χώς — καλ­λι­τε­χνι­κά, παι­δα­γω­γι­κά και ορ­γα­νω­τι­κά.

Στό­χος μας είναι να ενι­σχύ­σου­με τη θε­α­τρι­κή δράση σε όλα τα νησιά, να δη­μιουρ­γή­σου­με πε­ρισ­σό­τε­ρες ευ­και­ρί­ες για τους καλ­λι­τέ­χνες της πε­ριο­χής, να προ­σφέ­ρου­με σύγ­χρο­να εκ­παι­δευ­τι­κά προ­γράμ­μα­τα και να φέρ­νου­με τα παι­διά πιο κοντά στην τέχνη. Πα­ράλ­λη­λα, δου­λεύ­ου­με για νέες πα­ρα­στά­σεις, συ­νερ­γα­σί­ες με φο­ρείς, εκ­παι­δευ­τι­κά ερ­γα­στή­ρια και διορ­γά­νω­ση θε­α­τρι­κών δρά­σε­ων που θα ανα­δει­κνύ­ουν την πο­λι­τι­στι­κή ταυ­τό­τη­τα των Δω­δε­κα­νή­σων.

Θέ­λου­με ο Σύλ­λο­γος να είναι ένας ζω­ντα­νός ορ­γα­νι­σμός που δεν μένει στά­σι­μος, αλλά εξε­λίσ­σε­ται, εμπνέ­ει και στη­ρί­ζει την το­πι­κή καλ­λι­τε­χνι­κή κοι­νό­τη­τα. Το θέ­α­τρο στα νησιά μας έχει πα­ρελ­θόν, παρόν και —κυ­ρί­ως— μέλ­λον. Και αυτό το μέλ­λον χτί­ζε­ται με δου­λειά, όραμα και αλη­θι­νή πίστη στην τέχνη.

Πώς βιώ­νε­τε τη σύν­δε­ση ανά­με­σα στο θέ­α­τρο, την εκ­παί­δευ­ση και την κοι­νω­νία; Με ποιον τρόπο το δικό σας έργο επη­ρε­ά­ζει τα παι­διά, τους γο­νείς και την το­πι­κή κοι­νό­τη­τα;

Για μένα το θέ­α­τρο, η εκ­παί­δευ­ση και η κοι­νω­νία είναι τρεις έν­νοιες που επι­κοι­νω­νούν με­τα­ξύ τους συ­νε­χώς. Το θέ­α­τρο στα σχο­λεία δεν είναι απλώς μια πα­ρά­στα­ση. Είναι ένας τρό­πος να χτί­ζου­με κοι­νό­τη­τες, να ενι­σχύ­ου­με την εν­συ­ναί­σθη­ση και να καλ­λιερ­γού­με παι­διά που σκέ­φτο­νται, δη­μιουρ­γούν και σέ­βο­νται το δια­φο­ρε­τι­κό.

Μέσα από τα έργα και τα εκ­παι­δευ­τι­κά προ­γράμ­μα­τα που υλο­ποιώ στα σχο­λεία, βλέπω παι­διά να συ­νερ­γά­ζο­νται, να ξε­περ­νούν φό­βους, να χα­μο­γε­λούν, να νιώ­θουν ότι ανή­κουν. Και αυτό δεν επη­ρε­ά­ζει μόνο τα ίδια τα παι­διά — επη­ρε­ά­ζει τους γο­νείς, τους δα­σκά­λους και όλη την το­πι­κή κοι­νω­νία.

Η τέχνη έχει τη δύ­να­μη να αλ­λά­ζει μι­κρές κα­θη­με­ρι­νές συ­μπε­ρι­φο­ρές. Και όταν αλ­λά­ζουν αυτές, αλ­λά­ζει σιγά-σιγά και η κοι­νω­νία μας.

Ποιες είναι οι με­γα­λύ­τε­ρες προ­κλή­σεις που αντι­με­τω­πί­ζει σή­με­ρα το θέ­α­τρο στα νησιά και πώς τις δια­χει­ρί­ζε­στε μέσα από τον Θε­α­τρι­κό Σύλ­λο­γο Δω­δε­κα­νή­σου;

Το θέ­α­τρο στα νησιά αντι­με­τω­πί­ζει προ­κλή­σεις που συχνά δεν φαί­νο­νται: οι απο­στά­σεις, οι με­τα­κι­νή­σεις, η έλ­λει­ψη χώρων, η πε­ριο­ρι­σμέ­νη πρό­σβα­ση σε εξει­δι­κευ­μέ­να ερ­γα­στή­ρια και καλ­λι­τε­χνι­κές δομές. Κι όμως, μέσα σε αυτές τις δυ­σκο­λί­ες υπάρ­χει μια τε­ρά­στια δη­μιουρ­γι­κή δύ­να­μη: οι άν­θρω­ποι.

Ως Θε­α­τρι­κός Σύλ­λο­γος Δω­δε­κα­νή­σου προ­σπα­θού­με να στε­κό­μα­στε δίπλα σε κάθε πο­λι­τι­στι­κή προ­σπά­θεια και σε κάθε νησί. Δη­μιουρ­γού­με δρά­σεις, επι­μορ­φώ­σεις, συ­νερ­γα­σί­ες και ευ­και­ρί­ες για να νιώ­θουν όλοι οι καλ­λι­τέ­χνες ότι ανή­κουν σε μία κοι­νό­τη­τα που τους στη­ρί­ζει.

Πι­στεύω βαθιά ότι η νη­σιω­τι­κό­τη­τα δεν είναι εμπό­διο∙ είναι ταυ­τό­τη­τα. Και το θέ­α­τρο στα Δω­δε­κά­νη­σα έχει μια ιδιαί­τε­ρη δύ­να­μη: να ενώ­νει αν­θρώ­πους που ζουν μα­κριά, αλλά ονει­ρεύ­ο­νται κοντά.

Πα­ρό­λες τις δυ­σκο­λί­ες, αυτό που με συ­γκι­νεί είναι ότι στα νησιά το θέ­α­τρο δεν γί­νε­ται από συ­νή­θεια — γί­νε­ται από ανά­γκη. Όποιος ανε­βαί­νει στη σκηνή εδώ, το κάνει με καρ­διά. Και αυτό δίνει μια αυ­θε­ντι­κό­τη­τα που σπά­νια συ­να­ντάς σε με­γά­λες πό­λεις.

Γι’ αυτό και ο στό­χος μου, μέσα από τον Θε­α­τρι­κό Σύλ­λο­γο Δω­δε­κα­νή­σου, είναι να κρα­τή­σου­με αυτή τη φλόγα αναμ­μέ­νη. Να προ­σφέ­ρου­με ευ­και­ρί­ες κα­τάρ­τι­σης, στή­ρι­ξης, συ­νερ­γα­σί­ας και να καλ­λιερ­γού­με ένα πε­ρι­βάλ­λον όπου κάθε καλ­λι­τέ­χνης —από τον πιο έμπει­ρο μέχρι το παιδί που πα­τά­ει για πρώτη φορά σκηνή— νιώ­θει ότι έχει χώρο να εξε­λι­χθεί.

Το θέ­α­τρο στα νησιά μας δεν είναι απλώς τέχνη. Είναι τρό­πος κοι­νω­νι­κής συ­νο­χής. Είναι πα­ρη­γο­ριά, έκ­φρα­ση, ελ­πί­δα. Και όσο υπάρ­χουν άν­θρω­ποι που το υπη­ρε­τούν με αγάπη, θα συ­νε­χί­σει να αν­θί­ζει, ακόμη κι αν μας χω­ρί­ζει θά­λασ­σα.

Κάθε φορά που μπαί­νου­με με τη θε­α­τρι­κή μου ομάδα ΚΟΥΙ­ΝΤΑ σε κα­ρά­βι για να τα­ξι­δέ­ψου­με σε άλλο νησί ή σε πουλ­μα­νά­κι για να φτά­σου­με στο πιο απο­μα­κρυ­σμέ­νο χωριό της Ρόδου νιώθω μια απέ­ρα­ντη συ­γκί­νη­ση και σκέ­φτο­μαι πάντα το ίδιο πράγ­μα: Γι’ αυτό ιδρύ­θη­κε ο Θε­α­τρι­κός Σύλ­λο­γος Δω­δε­κα­νή­σου. Για να με­τα­φέ­ρει τον πο­λι­τι­σμό, να εξε­λίσ­σει και να εξε­λίσ­σε­ται! Να είναι παρών στην συ­νέ­χι­ση της θε­α­τρι­κής ιστο­ρί­ας της Ρόδου και των Δω­δε­κα­νή­σων. Και όταν κά­πο­τε γί­νου­με κι εμείς ιστο­ρία, εύ­χο­μαι να έχου­με αφή­σει πίσω μας μια δια­δρο­μή που θα εμπνέ­ει. Να πουν πως υπήρ­ξα­με μια γενιά που δεν φο­βή­θη­κε τις θά­λασ­σες, τις απο­στά­σεις και τις δυ­σκο­λί­ες. Πως πή­ρα­με το θέ­α­τρο στις πλά­τες μας και το τα­ξι­δέ­ψα­με εκεί όπου υπήρ­χε ανά­γκη — σε σχο­λεία, σε χωριά, σε κοι­νό­τη­τες που δι­ψού­σαν για τέχνη. Να θυ­μού­νται ότι τι­μή­σα­με την πα­ρά­δο­ση αλλά ανοί­ξα­με και δρό­μους και­νού­ριους. Ότι δώ­σα­με χώρο σε παι­διά, σε νέους δη­μιουρ­γούς, σε αν­θρώ­πους που είχαν κάτι να πουν. Και ότι κρα­τή­σα­με ζω­ντα­νό το πιο ση­μα­ντι­κό: την πίστη πως ο πο­λι­τι­σμός δεν είναι προ­νό­μιο, είναι δι­καί­ω­μα.

Κι αν κά­πο­τε γρα­φτεί το όνομά μας σε μια σε­λί­δα της θε­α­τρι­κής ιστο­ρί­ας των Δω­δε­κα­νή­σων, ας γρα­φτεί με μια λέξη δίπλα: προ­σφέ­ρα­με.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.