ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Δώρα Κουνάκη: «Τα κοσμήματά μου κουβαλούν μνήμες, εικόνες και το πνεύμα της Ρόδου»

Μαίρη Φώτη 1 λεπτό ανάγνωση
Facetune_03-07-2025-08-29-09

• «Οι παι­δι­κές μου ανα­μνή­σεις είναι γε­μά­τες ει­κό­νες που επα­νέρ­χο­νται στα σχέ­διά μου»

Η Δώρα Κου­νά­κη είναι σχε­διά­στρια κο­σμη­μά­των και τρί­της γε­νιάς χρυ­σο­χό­ος, με έδρα τη Ρόδο. Γεν­νή­θη­κε και με­γά­λω­σε στο νησί, μέσα στο πε­ρι­βάλ­λον του οι­κο­γε­νεια­κού ερ­γα­στη­ρί­ου, ανά­με­σα σε ήχους ερ­γα­λεί­ων, τη μυ­ρω­διά του με­τάλ­λου και τη λάμψη των πο­λύ­τι­μων λίθων. Από πολύ μικρή ασχο­λή­θη­κε με το σχέ­διο και την κα­τα­σκευή, πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας κάθε στά­διο δη­μιουρ­γί­ας ενός κομ­μα­τιού. Η πο­ρεία της οι­κο­γέ­νειας στον χώρο ξε­κί­νη­σε το 1954, όταν ο παπ­πούς της, Φώτης Μα­νου­σά­κης, άνοι­ξε το πρώτο κο­σμη­μα­το­πω­λείο στην παλιά πόλη της Ρόδου, πα­ρου­σιά­ζο­ντας σχέ­δια που ξε­χώ­ρι­ζαν για την ακρί­βεια και την αί­σθη­ση κί­νη­σης.

Με τα χρό­νια, η οι­κο­γε­νεια­κή επι­χεί­ρη­ση επε­κτά­θη­κε, περ­νώ­ντας από γενιά σε γενιά και απο­κτώ­ντας στα­θε­ρή πα­ρου­σία στην αγορά του νη­σιού. Η Δώρα Κου­νά­κη δια­τή­ρη­σε αυτή την κλη­ρο­νο­μιά και πα­ράλ­λη­λα ανέ­πτυ­ξε προ­σω­πι­κό ύφος, που βα­σί­ζε­ται σε σύμ­βο­λα της Ρόδου, στοι­χεία της φύσης και ει­κό­νες από την παι­δι­κή της ηλι­κία. Για εκεί­νη, το κό­σμη­μα είναι τρό­πος αφή­γη­σης ιστο­ριών και έκ­φρα­σης συ­ναι­σθη­μά­των.

Οι δη­μιουρ­γί­ες της έχουν πα­ρου­σια­στεί σε διε­θνή μέσα όπως η Le Monde και η De Telegraph, προ­βάλ­λο­ντας όχι μόνο την ίδια αλλά και την καλ­λι­τε­χνι­κή πα­ρά­δο­ση της Ρόδου. Το 2025 απο­τε­λεί σταθ­μό στην πο­ρεία της, καθώς συ­νερ­γά­ζε­ται με τον ιτα­λι­κό οίκο Pesavento για ένα συλ­λε­κτι­κό Γούρι που συν­δυά­ζει την τε­χνι­κή και την αι­σθη­τι­κή του οίκου με την πο­λι­τι­στι­κή ταυ­τό­τη­τα του νη­σιού.

• Κυρία Κου­νά­κη, πώς ξε­κί­νη­σε η σχέση σας με το κό­σμη­μα;

Δεν υπήρ­ξε κά­ποια αρχή γιατί πάντα υπήρ­χε στη ζωή μου. Ο παπ­πούς μου, Φώτης Μα­νου­σά­κης, ήταν από τους πρώ­τους τε­χνί­τες κο­σμη­μά­των στη Ρόδο. Το 1954 άνοι­ξε το πρώτο του κο­σμη­μα­το­πω­λείο στην παλιά πόλη και έγινε γνω­στός για το ελάφι που σχε­δί­α­σε σαν να πε­τά­ει. Από μικρή ηλι­κία με έβαζε να σχε­διά­ζω δίπλα του. Μου έμαθε πώς να δίνω κί­νη­ση σε ένα σχήμα, πώς να σέ­βο­μαι τις ανα­λο­γί­ες. Το πρώτο μου σχέ­διο ήταν φυ­σι­κά ένα ελάφι βα­σι­σμέ­νο στο δικό του αλλά με πιο σύγ­χρο­νη ματιά.

• Το ελάφι είναι σύμ­βο­λο που χρη­σι­μο­ποιεί­τε συχνά. Τι ση­μαί­νει για εσάς;

Για μένα είναι κάτι πολύ προ­σω­πι­κό. Στο παλιό λι­μά­νι, εκεί που στέ­κουν αντι­κρι­στά το αρ­σε­νι­κό και το θη­λυ­κό ελάφι στις κο­λό­νες, έχω ζήσει πολ­λές στιγ­μές που έχουν μεί­νει στη μνήμη μου. Εκεί πήγα για να σκε­φτώ, να χαρώ, να μοι­ρα­στώ. Εκεί το πρώτο μου τσι­γά­ρο, εκεί και το πρώτο φιλί. Όταν το σχε­δί­α­σα, ήθελα να απο­τυ­πώ­σω αυτή την αί­σθη­ση κί­νη­σης και ελευ­θε­ρί­ας, σαν να πε­τά­ει. Κι αν το γυ­ρί­σεις ανά­πο­δα, θα δεις μια μικρή καρ­διά. Συμ­βο­λί­ζει την αγάπη μου για τη Ρόδο και για τον παπ­πού μου που μου έμαθε να σχε­διά­ζω.

• Από πού αντλεί­τε έμπνευ­ση για το σχέ­διο ενός κο­σμή­μα­τος;

Από τη φύση, την ιστο­ρία και την αρ­χι­τε­κτο­νι­κή του νη­σιού. Οι παι­δι­κές μου ανα­μνή­σεις είναι γε­μά­τες ει­κό­νες που επα­νέρ­χο­νται στα σχέ­διά μου. Οι βόλ­τες με τη βάρκα, το μά­ζε­μα αχι­νών με τη για­γιά, τα φρε­σκο­ψα­ρε­μέ­να χτα­πό­δια, τα πα­ξι­μά­δια από τη Σύμη, την πα­τρί­δα του παπ­πού μου. Αυτά γί­νο­νται κο­χύ­λια, κα­λα­μά­ρια, αστε­ρί­ες, ιπ­πό­κα­μποι… Είναι μικρά κομ­μά­τια θά­λασ­σας και μνή­μης που παίρ­νουν τη μορφή κο­σμή­μα­τος.

• Πώς θα πε­ρι­γρά­φα­τε τη δη­μιουρ­γι­κή σας δια­δι­κα­σία;

Ξε­κι­νά πάντα από μια ει­κό­να ή ένα συ­ναί­σθη­μα. Μπο­ρεί να είναι η σκιά ενός κτη­ρί­ου στην Παλιά Πόλη, μια λε­πτο­μέ­ρεια σε μια πόρτα ή το χρώμα του νερού ένα συ­γκε­κρι­μέ­νο από­γευ­μα. Από εκεί ξε­κι­νώ το σκί­τσο, παίζω με γραμ­μές και κα­μπύ­λες και μετά περ­νάω στο μέ­ταλ­λο. Θέλω κάθε κομ­μά­τι να έχει κα­θα­ρές γραμ­μές, ρέ­ου­σες κα­μπύ­λες και μια μικρή αί­σθη­ση μυ­στη­ρί­ου, κάτι που θα κάνει τον άν­θρω­πο που το φορά να ανα­κα­λύ­πτει νέα πράγ­μα­τα όσο το κοιτά.

• Η οι­κο­γέ­νειά σας πά­ντως έχει αφή­σει ισχυ­ρό απο­τύ­πω­μα στον χώρο του κο­σμή­μα­τος.

Πράγ­μα­τι. Με­γά­λω­σα στο κα­τά­στη­μα «Πέ­τρος – Έλενα» των γο­νιών μου, που επε­κτά­θη­κε σε τρία ακόμη. Οι γο­νείς μου τα­ξί­δευαν συχνά στο εξω­τε­ρι­κό για να πα­ρα­κο­λου­θούν εκ­θέ­σεις, να δουν τά­σεις, να εμπνευ­στούν από τη δια­κό­σμη­ση βι­τρι­νών. Με έπαιρ­ναν μαζί τους και αυτό με βο­ή­θη­σε να μάθω από νωρίς ότι η τέχνη πρέ­πει να συν­δυά­ζε­ται με την επι­χει­ρη­μα­τι­κό­τη­τα. Αυτό ήταν ίσως το με­γα­λύ­τε­ρο μά­θη­μα που πήρα από εκεί­να τα τα­ξί­δια, πως η έμπνευ­ση δεν αρκεί αν δεν μπο­ρεί να στη­ρι­χθεί και να ανα­πτυ­χθεί μέσα από σω­στές επαγ­γελ­μα­τι­κές επι­λο­γές.

• Έχετε λάβει μέρος και σε αρ­κε­τές εκ­θέ­σεις. Τι σας δί­νουν αυτές οι εμπει­ρί­ες;

Είναι πάντα πο­λύ­τι­μες. Οι εκ­θέ­σεις είναι ένας χώρος ανταλ­λα­γής ιδεών, γνω­ρι­μί­ας με άλ­λους δη­μιουρ­γούς και επα­φής με αν­θρώ­πους που αγα­πούν το κό­σμη­μα. Το ελ­λη­νι­κό κό­σμη­μα στο εξω­τε­ρι­κό έχει απή­χη­ση αρκεί να έχει αυ­θε­ντι­κή ταυ­τό­τη­τα και να αφη­γεί­ται μια ιστο­ρία.

• Ποια είναι η φι­λο­σο­φία σας για τη δη­μιουρ­γία κο­σμη­μά­των;

Παίρ­νω τα σύμ­βο­λα της Ρόδου και τα φέρνω σε μια σύγ­χρο­νη, λιτή γραμ­μή, πολ­λές φορές με μια σου­ρε­α­λι­στι­κή διά­θε­ση. Μου αρέ­σουν οι συμ­βο­λι­σμοί, οι λε­πτο­μέ­ρειες που μπο­ρεί να μην είναι ορα­τές με την πρώτη ματιά. Θέλω κάθε κομ­μά­τι να είναι ωδή στην υψηλή τε­χνι­κή, στη δια­χρο­νι­κή αι­σθη­τι­κή και στην εκλε­πτυ­σμέ­νη επι­λο­γή υλι­κών.

• Το 2025 έφερε και μια με­γά­λη συ­νερ­γα­σία για εσάς.

Φέτος συ­νερ­γά­ζο­μαι με τον ιτα­λι­κό οίκο Pesavento, έναν οίκο που θαυ­μά­ζω για την αι­σθη­τι­κή και την τε­χνι­κή του. Είναι γνω­στοί για την και­νο­τό­μα τε­χνι­κή Polvere di Sogni, όπου μι­κρο­σκο­πι­κή σκόνη άν­θρα­κα δίνει στα κο­σμή­μα­τα μια ιδιαί­τε­ρη υφή και λάμψη. Δη­μιουρ­γή­σα­με μαζί το Γούρι του 2025, μια συλ­λε­κτι­κή έκ­δο­ση με απο­κλει­στι­κούς χρω­μα­τι­σμούς και φι­νι­ρί­σμα­τα που δεν θα κυ­κλο­φο­ρή­σουν ξανά. Για μένα, αυτό το έργο είναι πολλά πε­ρισ­σό­τε­ρα από ένα γούρι. Είναι μια γιορ­τή δη­μιουρ­γι­κό­τη­τας και κοι­νής καλ­λι­τε­χνι­κής έκ­φρα­σης, ένας διά­λο­γος ανά­με­σα στην ιτα­λι­κή δε­ξιο­τε­χνία και το πνεύ­μα της Ρόδου. Ήθελα το κομ­μά­τι να με­τα­φέ­ρει το αί­σθη­μα του νη­σιού, τη θά­λασ­σα, τα χρώ­μα­τα, τα σύμ­βο­λα, μέσα από ένα σχέ­διο που πα­ρα­μέ­νει σύγ­χρο­νο και δια­χρο­νι­κό.

• Πού μπο­ρεί να βρει κά­ποιος τις δη­μιουρ­γί­ες σας;

Οι συλ­λο­γές πα­ρου­σιά­ζο­νται στα δύο κα­τα­στή­μα­τά μας στη Ρόδο και στο ηλε­κτρο­νι­κό μας κα­τά­στη­μα. Προ­σφέ­ρου­με επί­σης υπη­ρε­σί­ες σχε­δί­ων κα­τό­πιν πα­ραγ­γε­λί­ας, ει­δι­κά προ­σαρ­μο­σμέ­νων στο προ­σω­πι­κό στυλ του πε­λά­τη. Θέλω ο κα­θέ­νας που φο­ρά­ει κάτι δικό μου να νιώ­θει ότι κου­βα­λά μαζί του ένα μικρό κομ­μά­τι από τη Ρόδο.

• Ποια θα λέ­γα­τε ότι είναι η με­γα­λύ­τε­ρη πρό­κλη­ση για έναν Έλ­λη­να σχε­δια­στή κο­σμη­μά­των σή­με­ρα;

Η ισορ­ρο­πία ανά­με­σα στην καλ­λι­τε­χνι­κή ελευ­θε­ρία και την εμπο­ρι­κή βιω­σι­μό­τη­τα. Ο κλά­δος έχει υψηλό κό­στος, έντο­νο αντα­γω­νι­σμό και με­γά­λες απαι­τή­σεις στην επι­κοι­νω­νία με το κοινό. Αλλά αν κρα­τή­σεις την ταυ­τό­τη­τά σου και πα­ρα­μεί­νεις ανοι­χτός στην εξέ­λι­ξη, μπο­ρείς να προ­χω­ρή­σεις.

• Υπάρ­χει κά­ποιο κό­σμη­μα που φο­ρά­τε πάντα;

Δεν απο­χω­ρί­ζο­μαι ποτέ τη βέρα της για­γιάς μου, τη φοράω για να την έχω πάντα μαζί μου. Ο αδερ­φός μου φορά τη βέρα του παπ­πού μας. Έχουν φύγει κι οι δύο, αλλά μέσα από αυτά τα δα­χτυ­λί­δια τρεις γε­νιές μέ­νου­με ενω­μέ­νες. Το άλλο κό­σμη­μα που φοράω πάντα είναι ένα μικρό βέλος, από τη σειρά κο­σμη­μά­των μου εμπνευ­σμέ­να από τη Ρόδο και τα σύμ­βο­λά της. Η βέρα της για­γιάς μου και το βέλος της Ρόδου. Δύο κο­σμή­μα­τα, δύο ιστο­ρί­ες με κοινό συ­ναί­σθη­μα, #FeelRhodian, η ψυχή της νέας μου κα­μπά­νιας.

• Κλεί­νο­ντας, κυρία Κου­νά­κη ποιο είναι το όραμά σας;

Θέλω να γίνω κομ­μά­τι της Ρόδου. Τα κο­σμή­μα­τά μου να είναι η Ρόδος μας. Να είναι ο τρό­πος που κά­ποιος θα πάρει μαζί του το φως, τη θά­λασ­σα, την ιστο­ρία και την ψυχή αυτού του τόπου. Θέλω κάθε κομ­μά­τι που δη­μιουρ­γώ να αφη­γεί­ται μια ρο­δί­τι­κη ιστο­ρία, να συν­δέ­ει αν­θρώ­πους, να τα­ξι­δεύ­ει σε όλο τον κόσμο και να επι­στρέ­φει πάντα εδώ, στον τόπο που με γέν­νη­σε και με εμπνέ­ει.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.