ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Ο θεσμός των ενόρκων στην Ελλάδα και προβληματισμοί για την αναγκαιότητα διατήρησης του

news room 1 λεπτό ανάγνωση
ΧΑΤΖΗΑΜΑΛΛΟΣ Μ ΚΩΣ

Σε κεί­με­νο του για το θεσμό των ενόρ­κων στη χώρα μας ο πρό­ε­δρος του Δι­κη­γο­ρι­κού Συλ­λό­γου Κω κ. Μα­νώ­λης Χα­τζηά­μαλ­λος ανα­φέ­ρει τα ακό­λου­θα:

Αγα­πη­τοί συν­δη­μό­τες, με αφορ­μή κά­ποιες δίκες κα­κουρ­γη­μά­των στην χώρα μας, όπου πα­ρα­τη­ρή­θη­κε ορια­κή πλειο­ψη­φία στην ενοχή ή την αθώ­ω­ση του δρά­στη, με τους ενόρ­κους να είναι αυτοί που κα­θό­ρι­σαν το  απο­τέ­λε­σμα, θεωρώ ότι είναι χρή­σι­μο να ανοί­ξει μια συ­ζή­τη­ση για τον θεσμό αυτό των λε­γό­με­νων λαϊ­κών δι­κα­στών.

Το Σύ­νταγ­μα της χώρας μας ορί­ζει πως τα κα­κουρ­γή­μα­τα και τα πο­λι­τι­κά εγκλή­μα­τα δι­κά­ζο­νται από μικτά ορ­κω­τά δι­κα­στή­ρια που συ­γκρο­τού­νται από τα­κτι­κούς δι­κα­στές και ενόρ­κους. Με την επι­τα­γή αυτή του Συ­ντάγ­μα­τος, υλο­ποιεί­ται στην πράξη μια πτυχή της λαϊ­κής κυ­ριαρ­χί­ας με την συμ­με­το­χή του λαού στην δι­κα­στι­κή εξου­σία.

‘Ένορ­κοι είναι πο­λί­τες οι οποί­οι συμ­με­τέ­χουν σε ένα δι­κα­στή­ριο ως λαϊ­κοί δι­κα­στές. Τα δι­κα­στή­ρια, στα οποία συμ­με­τέ­χουν ένορ­κοι, ονο­μά­ζο­νται ορ­κω­τά δι­κα­στή­ρια και στην χώρα μας επει­δή σε αυτά συμ­με­τέ­χουν, τα­κτι­κοί δι­κα­στές, μαζί με ενόρ­κους, ονο­μά­ζο­νται Μικτά Ορ­κω­τά Δι­κα­στή­ρια.

Ικα­νοί να εκ­πλη­ρώ­σουν κα­θή­κο­ντα ενόρ­κου είναι, για μεν το μικτό ορ­κω­τό δι­κα­στή­ριο, οι Έλ­λη­νες πο­λί­τες και των δύο φύλων που κα­τοι­κούν ή δια­μέ­νουν μό­νι­μα στον τόπο όπου συ­γκρο­τεί­ται το Μικτό Ορ­κω­τό Δι­κα­στή­ριο, έχουν συ­μπλη­ρώ­σει το 30ό έτος της ηλι­κί­ας τους, δεν έχουν  πε­ρά­σει το 70ό, έχουν του­λά­χι­στον απο­λυ­τή­ριο λυ­κεί­ου και δεν έχουν στε­ρη­θεί τα πο­λι­τι­κά τους δι­καιώ­μα­τα.  Για δε το Μικτό Ορ­κω­τό Εφε­τείο, οι Έλ­λη­νες πο­λί­τες με τα ίδια προ­σό­ντα, αλλά που έχουν συ­μπλη­ρώ­σει το 40ό έτος της ηλι­κί­ας τους.

Ο θε­σμός των ενόρ­κων έχει τις κα­τα­βο­λές του στην αρ­χαία Αθήνα, ενώ στη σύγ­χρο­νή του μορφή προ­έρ­χε­ται από την Αγ­γλία του 12 αιώνα και εν συ­νε­χεία  από τη Γαλ­λι­κή Επα­νά­στα­ση. Ήταν απόρ­ροια της δυ­σπι­στί­ας του λαού προς τους επαγ­γελ­μα­τί­ες δι­κα­στές, οι οποί­οι ήταν ου­σια­στι­κά υπάλ­λη­λοι του μο­νάρ­χη και προ­έρ­χο­νταν από τις τά­ξεις των ευ­γε­νών. Ο θε­σμός των ενόρ­κων θε­ω­ρή­θη­κε δη­μο­κρα­τι­κή κα­τά­κτη­ση και μια θω­ρά­κι­ση απέ­να­ντι στην αυ­θαι­ρε­σία των μο­ναρ­χι­κών κα­θε­στώ­των, αφού πλέον ο κα­τη­γο­ρού­με­νος δι­κά­ζε­ται από τους συ­μπο­λί­τες του και όχι από κρα­τι­κούς υπαλ­λή­λους.

Σή­με­ρα η συμ­με­το­χή λαϊ­κών δι­κα­στών στην απο­νο­μή της δι­καιο­σύ­νης, δέ­χε­ται πυρά από με­γά­λη με­ρί­δα του νο­μι­κού κό­σμου, παρά το γε­γο­νός ότι υπάρ­χουν πολλά επι­χει­ρή­μα­τα υπέρ του θε­σμού.

Το πρώτο επι­χεί­ρη­μα υπέρ του θε­σμού, εστιά­ζει στην άποψη ότι οι ένορ­κοι εκ­φρά­ζουν το κοινό περί δι­καί­ου αί­σθη­μα, διότι απο­τε­λούν αντι­προ­σω­πευ­τι­κό δείγ­μα του συ­νό­λου της κοι­νω­νί­ας και δεν προ­έρ­χο­νται από συ­γκε­κρι­μέ­νη κοι­νω­νι­κή ή επι­στη­μο­νι­κή τάξη, με συ­γκε­κρι­μέ­νες κα­τα­βο­λές, όπως εν­δε­χο­μέ­νως οι δι­κα­στές. Προ­έρ­χο­νται από ευ­ρύ­τε­ρες κοι­νω­νι­κές και επαγ­γελ­μα­τι­κές ομά­δες, που απη­χούν την μέση κουλ­τού­ρα της επο­χής τους. Το επι­χεί­ρη­μα αυτό, καί­τοι συ­ζη­τή­σι­μο, φα­ντά­ζει σή­με­ρα πα­ντε­λώς ανε­δα­φι­κό. Η κοι­νω­νι­κή κα­τά­τα­ξη του ατό­μου, κατά τον χρόνο που ο θε­σμός επι­νο­ή­θη­κε, είχε ιδιαί­τε­ρη ση­μα­σία για τις εν γένει αντι­λή­ψεις του και κυ­ρί­ως για το πε­ρι­βό­η­το περί δι­καί­ου αί­σθη­μα. Σή­με­ρα οι συν­θή­κες έχουν αλ­λά­ξει. Δεν μπο­ρεί να γίνει λόγος για κοι­νω­νι­κές τά­ξεις.  Και φυ­σι­κά δεν γί­νο­νται απο­δε­κτά οποια­δή­πο­τε κρι­τή­ρια για τέ­τοιες κα­τη­γο­ριο­ποι­ή­σεις, αφού προ­σκρού­ουν στον ίδιο τον θεσμό της δη­μο­κρα­τί­ας και στις αρχές της ισό­τη­τας και της λαϊ­κής κυ­ριαρ­χί­ας.

Ένα δεύ­τε­ρο επι­χεί­ρη­μα όσων υπε­ρα­σπί­ζο­νται τον θεσμό, εδρά­ζε­ται στο γε­γο­νός ότι οι ένορ­κοι δί­νουν πε­ρισ­σό­τε­ρη προ­σο­χή στη δίκη, επει­δή γι’ αυ­τούς, η δίκη είναι ένα μο­να­δι­κό γε­γο­νός. Σε αντι­δια­στο­λή με τους επαγ­γελ­μα­τί­ες δι­κα­στές, οι οποί­οι δι­κά­ζουν κα­θη­με­ρι­νά πολ­λές υπο­θέ­σεις και υπό το κρά­τος της συ­νή­θειας και του χρό­νου, γί­νο­νται απλοί διεκ­πε­ραιω­τές αριθ­μη­τι­κών με­γε­θών, χωρίς να δί­νουν την δέ­ου­σα ση­μα­σία στην ιδιαι­τε­ρό­τη­τα  της κάθε υπό­θε­σης.  Οι δι­κα­στές, λόγω της συ­νε­χούς ενα­σχό­λη­σής τους με ομοει­δείς υπο­θέ­σεις, έχουν ανα­πτύ­ξει έναν αυ­το­μα­τι­σμό και μια τάση να γε­νι­κεύ­ουν, χωρίς να εξε­τά­ζουν ολό­πλευ­ρα την κάθε επι­μέ­ρους πε­ρί­πτω­ση. Αντί­θε­τα, οι ένορ­κοι θα κλη­ρω­θούν και θα δι­κά­σουν στα­τι­στι­κά ελά­χι­στες φορές στη ζωή τους. Έτσι θα δώ­σουν με­γα­λύ­τε­ρη σπου­δαιό­τη­τα στην υπό­θε­ση, διότι η δίκη δεν θα είναι γι’ αυ­τούς ρου­τί­να. Πα­ράλ­λη­λα θα αντι­με­τω­πί­σουν τους δια­δί­κους με με­γα­λύ­τε­ρη επιεί­κεια και όχι με το ανε­πί­τρε­πτο «τσου­βά­λια­σμα» για το οποίο κα­τη­γο­ρούν τους τα­κτι­κούς δι­κα­στές. Η άποψη αυτή δεν βρί­σκει σθε­να­ρά ερεί­σμα­τα στους κύ­κλους των νο­μι­κών, αφού ο τα­κτι­κός δι­κα­στής είναι ένας επι­στή­μο­νας ο οποί­ος μέσω ει­δι­κής εκ­παί­δευ­σης, μα­θαί­νει να δια­κρί­νει και να απο­φεύ­γει τέ­τοιου εί­δους ισο­πε­δω­τι­κές συ­μπε­ρι­φο­ρές. Επι­πλέ­ον, η Ελ­λη­νι­κή πο­λι­τεία θέ­σπι­σε την πε­ρι­βό­η­τη σχολή δι­κα­στών στην οποία οι εν δυ­νά­μει δι­κα­στές, δι­δά­σκο­νται τρό­πους δια­χεί­ρι­σης τέ­τοιων κα­τα­στά­σε­ων. Γι’ αυτό άλ­λω­στε δι­κά­ζουν χωρίς ενόρ­κους κά­ποια κα­τη­γο­ρία  κα­κουρ­γη­μά­των, που προ­βλέ­πο­νται στο Σύ­νταγ­μά μας.

Ένα άλλο επι­χεί­ρη­μα υπέρ του θε­σμού ανά­γε­ται στην επι­βο­λή της ποι­νής, η οποία σύμ­φω­να με τις σύγ­χρο­νες εγκλη­μα­το­λο­γι­κές θε­ω­ρί­ες, δεν έχει εκ­δι­κη­τι­κό, αλλά παι­δα­γω­γι­κό χα­ρα­κτή­ρα. Η επι­μέ­τρη­ση της ποι­νής είναι μια δύ­σκο­λη εξί­σω­ση ανά­με­σα στην εφαρ­μο­γή του νόμου και τον παι­δευ­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα που αυτή πρέ­πει να έχει. Έτσι, υπάρ­χουν πολ­λοί που ισχυ­ρί­ζο­νται ότι κα­λύ­τε­ροι κρι­τές της απα­ξί­ας της  πρά­ξης του κα­τη­γο­ρου­μέ­νου είναι οι ένορ­κοι, ενώ οι δι­κα­στές, δυ­σκο­λεύ­ο­νται να βρουν αυτό το μέτρο, όντας έξω από την κοι­νω­νία. Η άποψη αυτή αναι­ρεί­ται από τις ίδιες τις απο­φά­σεις των Μι­κτών Ορ­κω­τών δι­κα­στη­ρί­ων στις οποί­ες δεν απο­τυ­πώ­νο­νται τέ­τοιες αξιο­ση­μεί­ω­τες πλειο­ψη­φί­ες των ενόρ­κων κατά την επι­μέ­τρη­ση της ποι­νής των κα­τα­δι­κα­σθέ­ντων.  Αν οι ένορ­κοι ήταν κα­θο­ρι­στές της ποι­νής που τε­λι­κά επι­βάλ­λε­ται στον δρά­στη, τότε θα εί­χα­με πολ­λές απο­φά­σεις με πλειο­ψη­φία των ενόρ­κων (4-3).

Αντί­θε­τα, οι επι­κρι­τές του θε­σμού θε­ω­ρούν ότι οι ένορ­κοι δεν έχουν τις απαι­τού­με­νες γνώ­σεις ώστε να εκ­φρά­σουν τεκ­μη­ριω­μέ­νη άποψη. Σε κάθε ποι­νι­κή δίκη θα πρέ­πει να είναι γνω­στές στους ενόρ­κους, έν­νοιες, όπως αυτή της από­πει­ρας, της συμ­με­το­χής, της συ­νέρ­γειας, της πα­ραυ­τουρ­γί­ας  και άλλες. Αυτές οι έν­νοιες δεν είναι πάντα εύ­κο­λα δια­γνώ­σι­μες σε μια αν­θρώ­πι­νη συ­μπε­ρι­φο­ρά. Είναι ιδιαί­τε­ρα δύ­σκο­λο να δια­γνώ­σει κα­νείς την έντα­ση και την δια­βάθ­μι­ση του δόλου στην συ­μπε­ρι­φο­ρά του δρά­στη. Είναι ιδιαί­τε­ρα δύ­σκο­λη η διά­κρι­ση κά­ποιων μορ­φών υπαι­τιό­τη­τας. Για πα­ρά­δειγ­μα, είναι ιδιαί­τε­ρη δύ­σκο­λη η διά­κρι­ση ανά­με­σα στον εν­δε­χό­με­νο δόλο και την εν­συ­νεί­δη­τη αμέ­λεια. Πρό­κει­ται για έν­νοιες που χρειά­ζο­νται μια σχε­τι­κή δια­γνω­στι­κή εμπει­ρία. Το ίδιο δυ­σχε­ρής γί­νε­ται πολ­λές φορές, η υπα­γω­γή των πραγ­μα­τι­κών πε­ρι­στα­τι­κών της υπο­θέ­σε­ως στον νο­μι­κό κα­νό­να. Χρειά­ζε­ται κά­ποια εξει­δι­κευ­μέ­νη θε­ω­ρη­τι­κή κα­τάρ­τι­ση και εμπει­ρία, που οι ένορ­κοι δεν έχουν. Έτσι ο Πρό­ε­δρος του Δι­κα­στη­ρί­ου είναι υπο­χρε­ω­μέ­νος να εξη­γή­σει εντός των στε­νών χρο­νι­κών ορίων μίας δίκης, τέ­τοιες βα­σι­κές νο­μι­κές έν­νοιες στους ενόρ­κους. Αυτό έχει ως απο­τέ­λε­σμα, σε πολ­λές των πε­ρι­πτώ­σε­ων, οι ένορ­κοι να ακο­λου­θούν την γνώμη των δι­κα­στών, ή σε άλλες, που οι ένορ­κοι δεν κα­τα­νο­ούν τις νο­μι­κές  έν­νοιες να είναι πε­ρισ­σό­τε­ρο επιει­κείς ή να χά­νουν το μέτρο στην επι­βο­λή της ποι­νής.

Ένα επί­σης ση­μα­ντι­κό πρό­βλη­μα που ανα­φύ­ε­ται στις δια­σκέ­ψεις των μι­κτών ορ­κω­τών δι­κα­στη­ρί­ων και αντι­τί­θε­ται στον θεσμό των ενόρ­κων, είναι η αι­τιο­λο­γία των δι­κα­στι­κών απο­φά­σε­ων. Ιδίως όταν αυτή θα πρέ­πει να γίνει από τους τέσ­σε­ρεις ενόρ­κους, οι οποί­οι αδυ­να­τούν να τεκ­μη­ριώ­σουν νο­μι­κά την από­φα­σή τους. Ανα­γκα­στι­κά λοι­πόν, στην πε­ρί­πτω­ση της πλειο­ψη­φί­ας των ενόρ­κων (4-3), η αι­τιο­λό­γη­ση της από­φα­σης  με­τα­κυ­λί­ε­ται στο δι­κα­στή, κυ­ρί­ως στον προ­ε­δρεύ­ο­ντα, ο οποί­ος  κα­λεί­ται να αι­τιο­λο­γή­σει μια άποψη, με την οποία o ίδιος δια­φω­νεί. Επι­πλέ­ον, η εμπει­ρία έχει δεί­ξει ότι οι απο­φά­σεις με πλειο­ψη­φία των ενόρ­κων, συ­νή­θως αθω­ω­τι­κές, προ­σβάλ­λο­νται πάντα με έφεση ή αναί­ρε­ση από την ει­σαγ­γε­λι­κή αρχή, λόγω έλ­λει­ψης αι­τιο­λο­γί­ας.

Πέραν όλων των ανω­τέ­ρω θα πρέ­πει να λη­φθεί σο­βα­ρά υπόψη η πα­ρά­με­τρος του επη­ρε­α­σμού των ενόρ­κων από τα μέσα κοι­νω­νι­κής δι­κτύ­ω­σης και μέσω του σύγ­χρο­νου φαι­νο­μέ­νου των τη­λε­δι­κών. Οι τε­λευ­ταί­ες, στον βωμό της τη­λε­θέ­α­σης ακυ­ρώ­νουν εν τοις πράγ­μα­σι  ή αλ­λοιώ­νουν  ση­μα­ντι­κά ή δια­στρε­βλώ­νουν ου­σια­στι­κά την αξιο­λό­γη­ση των απο­δει­κτι­κών μέσων από τους άπει­ρους ενόρ­κους.  Εκτός αυτού δεν θα πρέ­πει να πα­ρα­βλε­φθεί η πι­θα­νό­τη­τα απει­λη­τι­κών συ­μπε­ρι­φο­ρών σε βάρος τους, υπό την ανω­νυ­μία της σύγ­χρο­νης επι­κοι­νω­νί­ας των αν­θρώ­πων. Τα μέσα κοι­νω­νι­κής δι­κτύ­ω­σης γί­νο­νται με­τα­δό­τες «μη­νυ­μά­των»  που μπο­ρούν να επη­ρε­ά­σουν ή και να κα­θο­ρί­σουν την ψήφο των ενόρ­κων. Αντί­θε­τα δεν συμ­βαί­νει το ίδιο με τους τα­κτι­κούς δι­κα­στές που απο­λαμ­βά­νουν λει­τουρ­γι­κή και προ­σω­πι­κή ανε­ξαρ­τη­σία και έχουν πε­ρισ­σό­τε­ρα εχέγ­γυα για ανε­πη­ρέ­α­στη κρίση από οποιον­δή­πο­τε άλλο πο­λί­τη. Στα πα­ρα­πά­νω θα πρέ­πει να προ­στε­θεί η επι­βά­ρυν­ση του συ­στή­μα­τος και η χρο­νο­τρι­βή που συ­νε­πά­γε­ται, η δια­δι­κα­σία κα­τάρ­τι­σης  των ετή­σιων κα­τα­λό­γων των ενόρ­κων, οι κλη­τεύ­σεις τους, η συ­γκρό­τη­ση των μι­κτών ορ­κω­τών δι­κα­στη­ρί­ων κατά τις ημέ­ρες των δι­κα­σί­μων, η εξέ­τα­ση των κω­λυ­μά­των τους και η εκ­δί­κα­ση των λι­πε­νορ­κιών τους. Όλα αυτά απο­τε­λούν πα­ρά­γο­ντες κα­θυ­στε­ρή­σε­ων στην απο­νο­μή της δι­καιο­σύ­νης.

Ο θε­σμός λοι­πόν των ενόρ­κων ήταν ένα πρω­το­πο­ρια­κό επι­νό­η­μα της επο­χής του. Όμως η δο­κι­μα­σία του στον χρόνο ανέ­δει­ξε ζη­τή­μα­τα πα­ρακ­μής και ση­μεία σο­βα­ρών προ­βλη­μα­τι­σμών. Είναι σκό­πι­μο να ανοί­ξει ένας διά­λο­γος, όπου με βάση την απο­κτη­θεί­σα εμπει­ρία να αξιο­λο­γη­θεί η ανα­γκαιό­τη­τα  δια­τή­ρη­σης του θε­σμού σε σχέση με την ορθή και άμεση απο­νο­μή της δι­καιο­σύ­νης.

Θεωρώ ότι έφτα­σε η στιγ­μή για ανα­θε­ω­ρή­σεις.

 

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.