ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Το πλατώνι της Ρόδου: Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, επιπτώσεις από τις δασικές πυρκαγιές, την κτηνοτροφία και τη λαθροθηρία

news room 10 λεπτά ανάγνωση
πλατώνι

Το πλατώνι απο­τε­λεί μέρος του φυσικού πλούτου και της ιστο­ρι­κής και πολι­τι­σμι­κής κλη­ρο­νο­μιάς

του νησιού της Ρόδου. Ένα τόσο σημα­ντικό ζώο θα πρέπει να τύχει ιδιαί­τε­ρης προ­σο­χής, μελέτης και

προ­στα­σίας, με σκοπό την δια­φύ­λαξη, ανά­πτυξη και αύξηση του άγριου πλη­θυ­σμού του. Πολύ δε

περισ­σό­τερο αφού το συγκε­κρι­μένο είδος δεν δια­φέ­ρει μόνο από τα ελάφια του γένους Cervus και

από το υπο­εί­δος πλα­τω­νιού Dama dama mesopotamicα, αλλά έχει και σαφείς μορ­φο­λο­γι­κές και

γενε­τι­κές δια­φο­ρές ακόμη και από τους πλη­θυ­σμούς του κοινού Ευρω­παϊ­κού πλα­τω­νιού Dama dama

dama. Οι πλη­θυ­σμοί του είδους στη Ρόδο παρου­σιά­ζουν δια­χρο­νικά μία δια­κύ­μανση και ως προς την

κατα­νομή στο χώρο και ως προς το μέγεθος του πλη­θυ­σμού. Μολο­νότι και οι δύο αυτοί παρά­γο­ντες,

επη­ρε­ά­ζο­νται σοβαρά από τις δασικές πυρ­κα­γιές και από την ένταση της κτη­νο­τρο­φίας στο νησί, εν

τούτοις φαί­νε­ται ότι το στοι­χείο που επη­ρε­ά­ζει καθο­ρι­στικά την αύξηση ή τη μείωση του πλη­θυ­σμού

τους είναι η δυνα­τό­τητα ή μη απο­τε­λε­σμα­τι­κής προ­στα­σίας και εξά­λει­ψης της λαθρο­θη­ρίας που κατά

καιρούς παρα­τη­ρεί­ται.

Το γένος Dama

Δύο μορφές ελαφιών, που κατά­φε­ραν να επι­ζή­σουν μέχρι σήμερα σύμφωνα με τον

Massetti (1996, 2002), υπά­γο­νται στο γένος Dama (Frisch 1775). Το κοινό πλατώνι Dama

dama dama (Linnaeus 1758) και το Περσικό πλατώνι ή πλατώνι της Μεσο­πο­τα­μίας Dama

dama mesopotamica (Brooke 1875). Και τα δύο είναι ελάφια μεσαίου μεγέ­θους με διά­στι­κτο

δέρμα κατά την περίοδο του καλο­και­ριού. Το μήκος τους είναι 160-190 εκ. περίπου και το

ύψος, μέχρι το ακρώμιο, κυμαί­νε­ται από 90 έως 100 εκ., σύμφωνα με τον Παπα­γε­ωρ­γίου

(1990) και 105 εκ., σύμφωνα με τον Geist (1999). Ζυγίζει γύρω στα 80 χλγ. (Παπα­γε­ωρ­γίου

1990). Όπως συμ­βαί­νει και με τα άλλα διά­στι­κτα ελάφια, φέρουν καθόλη τη διάρ­κεια της

ζωής τους νεανικό τρίχωμα. Ωστόσο αυτή η διά­στι­κτη μορφή δεν εμφα­νί­ζε­ται στο χει­με­ρινό

τρίχωμα των ενη­λί­κων. Κάποιοι συγ­γρα­φείς, όπως οι Brooke (1875), Ellermann and

Morrison-Scott (1952), Fergusson et al. (1985), Harrison and Bates (1991) ανα­φε­ρό­με­νοι

στον Massetti (2002), τα έχουν κατα­χω­ρή­σει ως δύο δια­φο­ρε­τικά είδη, ενώ άλλοι, όπως οι

Trousseart (1905), Haltenorth (1959), Geptern et al. (1961), Heptner and Naumov (1961) και

Chapman and Chapman (1980), ως ένα. Πάντως οι δύο μορφές δια­σταυ­ρώ­νο­νται όταν

βρεθούν σε αιχ­μα­λω­σία και δίνουν γόνι­μους απο­γό­νους, γεγονός που δείχνει στενή συγ­γε­νική

σχέση (Chapman and Chapman 1997). Τα πλα­τώ­νια δια­φέ­ρουν από τα άλλα ελάφια του

παλιού κόσμου στο ότι δια­θέ­τουν μεσο­δα­κτύ­λιους αδένες και στα εμπρός και στα πίσω πόδια. Όπως ανα­φέ­ρει ο Massetti (2002), σύμφωνα με τον Haltenorth (1963) τα ελάφια αυτά

δια­φέ­ρουν τόσο πολύ από τα υπό­λοιπα που δεν μπορούν να κατα­τα­γούν στο ίδιο γένος

Cervus, και σύμφωνα με τους Groves and Grubb (1987) και Geist (1999) πρέπει να

τοπο­θε­τη­θούν σε άλλο γένος, το Dama. Τα κέρατα που υπάρ­χουν μόνο στα αρσε­νικά,

ξεχω­ρί­ζουν από εκείνα των άλλων ελαφιών για το παλα­μοει­δές σχήμα τους και δια­φέ­ρουν

πάντα μεταξύ τους ανάλογα με το άτομο, την ηλικία, αλλά και στο ίδιο άτομο, ως προς την

συμ­με­τρία τους (Θεο­δω­ρί­δης 1999). Τα πλα­τώ­νια δεν έχουν υπερ­βο­λι­κές απαι­τή­σεις από το

ενδαί­τημά τους. Στη φύση βρί­σκουν κάλυψη σε δάση κατά προ­τί­μηση πλα­τυ­φύλ­λων, με

αρκετά διάκενα, χαμηλών περιο­χών και σε περί­πτωση χιο­νο­πτώ­σεων κατε­βαί­νουν στα πεδινά

(Παπα­γε­ωρ­γίου 1990). Ανάλογα με την εποχή του έτους και τη δια­θε­σι­μό­τητα τροφής και

νερού, τα πλα­τώ­νια χρη­σι­μο­ποιούν δια­φο­ρε­τικά τα ενδιαι­τή­ματά τους (Θεο­δω­ρί­δης 1999,

Massetti 2002) μετα­κι­νού­μενα από θέση σε θέση ή από περιοχή σε περιοχή. Τρέ­φο­νται με

ποώδη φυτά, κυρίως αγρω­στώδη, τρυ­φε­ρές κορυφές θάμνων, καρπούς (Massetti 2002),

φύλλα δια­φό­ρων πλα­τυ­φύλ­λων (οξυάς, σφεν­δά­μου, καστα­νιάς, κ.λπ.), βελα­νί­δια, καθώς και

φλοιούς λειό­φλοιων κωνο­φό­ρων (Παπα­γε­ωρ­γίου 1990). Συνη­θί­ζουν, σύμφωνα με τον Geist

(1999) να μετα­κι­νού­νται και να ζουν σε αγέλες.

Το πλατώνι της Ρόδου

Η Ρόδος είναι το τελευ­ταίο νησί της Μεσο­γείου που δια­τη­ρεί αρχαίο πλη­θυ­σμό

πλα­τω­νιού. Σύμφωνα με τον Massetti (2002) ο πλη­θυ­σμός πλα­τω­νιού της Ρόδου έχει

ουσια­στι­κές δια­φο­ρές και από αυτόν της Μικράς Ασίας, με τον οποίο είναι φαι­νο­τυ­πικά

όμοιος. Φαί­νε­ται αρκετά μικρό­τερο, ειδικά όταν συγκρι­θεί με άτομα από την κεντρική και

βόρεια Ευρώπη. Σε ορι­σμέ­νες περι­πτώ­σεις, τα αρσε­νικά πλα­τώ­νια άνω των δύο ετών, δενΛιβαδοπονία και Προ­στα­τευό­με­νες Περιο­χές 243

φτάνουν το ύψος των 80 εκ. μέχρι το ακρώμο ενώ συχνά δεν ξεπερ­νούν τα 75 εκ. Το βάρος

των ενή­λι­κων θηλυκών κυμαί­νε­ται από 45 έως 60 χλμ. (Massetti 2002).

Συγκρι­τι­κές ανα­λύ­σεις mtDNA, που έγιναν σε διά­φο­ρους πλη­θυ­σμούς πλα­τω­νιού

απει­κο­νί­ζουν ξεκά­θαρα τη δια­φο­ρο­ποί­ηση του πλη­θυ­σμού της Ρόδου, από τους άλλους

Ευρω­παϊ­κούς πλη­θυ­σμούς (Massetti 2002). Απο­τε­λεί δε αναμ­φί­βολα ένα πολύ εντυ­πω­σιακό

στοι­χείο, ενδει­κτικό της μονα­δι­κό­τη­τας του πλη­θυ­σμού του νησιού της Ρόδου, σύμφωνα με

τους Vernesi et al.(2001) ανα­φε­ρό­με­νοι στους Massetti (2002) και Massetti et al. (2006).

Εξά­πλωση του πλα­τω­νιού

Είναι πλέον γνωστό, ότι δεν υπάρχει κανένα στοι­χείο που να συνη­γο­ρεί υπέρ της άποψης

ότι το ελάφι της Ρόδου είχε εξα­φα­νι­στεί κατά την περίοδο της Τουρ­κι­κής κατοχής (1522-

1911), ούτε υπέρ της υπο­τι­θέ­με­νης επα­νει­σα­γω­γής του από τους Ιταλούς κατά την διάρ­κεια

της Ιτα­λι­κής κατοχής (1912-1947) (Θεο­δω­ρί­δης 1999, Massetti and Theodoridis 2002).

Απε­να­ντίας, σύμφωνα με τον Wilde (1840) και τους Danford and Aston (1880) ανα­φε­ρό­με­νοι

στον Massetti (2002), το είδος συνέ­χισε να ζει σε δάση και δασικές εκτά­σεις στο εσω­τε­ρικό

του νησιού καθόλη τη διάρ­κεια του 19ου αιώνα. Από την αρχή της Ιτα­λι­κής κατοχής ήταν

γνωστό ότι το είδος ζούσε στην περιοχή και σύμφωνα με τον Festa (1914), ανα­φε­ρό­μενο στον

Massetti (2002), παρα­τη­ρή­θηκε στις περιο­χές Λαέρμων, Ασκλη­πειού και Προ­φύ­λιας.

Σύμφωνα με αρχαιο­λο­γικά στοι­χεία, το πλατώνι εμφα­νί­στηκε για πρώτη φορά στη Ρόδο κατά

τους Νεο­λι­θι­κούς χρόνους, γύρω στην έκτη π.Χ. χιλιε­τη­ρίδα (Massetti 1996, 1999, 2002,

Massetti et al. 2006).

Από ιστο­ρικά στοι­χεία, που ανα­φέ­ρο­νται στον άγριο πλη­θυ­σμό των πλα­τω­νιών στο νησί,

φαί­νε­ται, ότι οι μεγα­λύ­τε­ρες συγκε­ντρώ­σεις πλη­θυ­σμών υπήρξαν, σύμφωνα με τον Ghigi

(1950, 1963), το 1926 στην περιοχή Λαέρμων και έφταναν τον αριθμό των 1.000 ατόμων,

ενώ 12 χρόνια αργό­τερα (1938), σύμφωνα με τον Τσα­λα­χού­ρης (2000), με αρκετή ίσως

αισιο­δο­ξία, τα 4.000 άτομα, στην περιοχή ανάμεσα στα χωριά Διμυλιά, Αρχί­πολη, Πλα­τά­νια,

Απόλ­λωνα, Λάερμα, Άγιος Ισί­δω­ρος και Ασκλη­πειό. Λίγο αργό­τερα (1943), σύμφωνα με τον

Tortonese (1973), όπως ανα­φέ­ρει ο Massetti (2002), ο αριθμός τους δεν ξεπερ­νούσε τα 2.000

άτομα. Μετά από την ημε­ρο­μη­νία αυτή, ο πλη­θυ­σμός των πλα­τω­νιών άρχισε να φθίνει και

κατά τους Chapman & Chapman (1975) περιο­ρί­στηκε στην περιοχή του «Προφήτη Ηλία»

στα 300-400 άτομα. Αργό­τερα σύμφωνα με τους Ioannidis and Bousbouras (1988) και

Bousbouras et al. (1991), ανα­φε­ρό­με­νοι στον Massetti (2002), σε 30-40 άτομα στις περιο­χές

Αρχί­πο­λης, Απολ­λώ­νων, Λαέρμων, Γεν­να­δίου, Μεσα­να­γρού, Προ­φύ­λιας, Αγίου Ισι­δώ­ρου

και Λάρδου. Σύμφωνα με τα πιο πάνω ιστο­ρικά στοι­χεία και με πρό­σφα­τες παρα­τη­ρή­σεις, το

εύρος εξά­πλω­σης του πλα­τω­νιού στο νησί της Ρόδου, παρά την αριθ­μη­τική τους μείωση

μεταξύ 1973 και 1991, δείχνει μία αυξη­τική τάση

Τα πλη­θυ­σμιακά αυτά στοι­χεία, που μπορεί να είναι ανε­ξάρ­τητα από την επι­φά­νεια

εξά­πλω­σης του πλα­τω­νιού, έστω και αν είναι ελλιπή, όσον αφορά στον τρόπο συλ­λο­γής τους,

παρα­μέ­νουν ενδει­κτικά και δεί­χνουν ότι την περίοδο της Ιτα­λι­κής κατοχής (1912- 1947) οι

πλη­θυ­σμοί του πλα­τω­νιού παρου­σί­α­σαν μία θεα­μα­τική αύξηση και αμέσως μετά την

απο­χώ­ρηση των Ιταλών, μία δρα­μα­τική πτώση (30-40 άτομα το έτος 1998). Καθο­ρι­στικό

στοι­χείο στην αύξηση αυτή του πλη­θυ­σμού του είδους ήταν το καθε­στώς προ­στα­σίας του,

καθώς και οι αυστη­ρές τιμω­ρίες που προ­βλέ­πο­νταν για τις περι­πτώ­σεις παρά­νο­μης θήρας.

Επί­δραση των δασικών πυρ­κα­γιών στην εξά­πλωση των πλα­τω­νιών

Μετά τις μεγάλες πυρ­κα­γιές, που έπληξαν το νησί της Ρόδου τα τελευ­ταία χρόνια και

μέχρι το 1992, ήταν έντονη η εντύ­πωση ότι, τόσο ο πλη­θυ­σμός όσο και η εξά­πλωση των

πλα­τω­νιών στο νησί, θα επη­ρε­α­ζό­ταν αρνη­τικά. Ωστόσο, η εξά­πλωση δεν επη­ρε­ά­στηκε

σημα­ντικά από τις δασικές πυρ­κα­γιές (Massetti and Theodoridis 2002), καθώς οι καμένες

εκτά­σεις δεν έπαψαν να απο­τε­λούν ενδιαί­τημα του είδους. Τα πλα­τώ­νια εμφα­νί­ζο­νται στις

καμένες εκτά­σεις ακόμη και την ίδια, αμέσως μετά από κάθε πυρ­κα­γιά, χρονιά, αφού

προ­σελ­κύ­ο­νται από τη νέα φθι­νο­πω­ρινή βλά­στηση που ανα­πτύσ­σε­ται. Μάλιστα σε πολλές

περι­πτώ­σεις επέ­κτει­ναν την εξά­πλωσή τους μέσα σε καμένες εκτά­σεις, σε θέσεις όπου

παλαιό­τερα δεν είχαν παρα­τη­ρη­θεί. Στην εικόνα 5 φαί­νο­νται όλες οι μεσαίου (άνω των 2.500

στρ.) και μεγάλου μεγέ­θους πυρ­κα­γιές, καθώς και η εξά­πλωση των πλα­τω­νιών του έτους

2002, όπου είναι εμφανές ότι οι δύο περιο­χές επι­κα­λύ­πτο­νται μερικώς.

Επί­δραση της κτη­νο­τρο­φίας στον πλη­θυ­σμό των πλα­τω­νιών

Οπωσ­δή­ποτε η σχέση των αγρο­τι­κών ζώων με τα πλα­τώ­νια είναι έντονα αντα­γω­νι­στική,

όσον αφορά στην τροφή, το νερό και τη χρήση του ενδιαι­τή­μα­τος. Το έτος 2005, στο νησί της

Ρόδου υπήρχαν, σύμφωνα με στοι­χεία της Διεύ­θυν­σης Γεωρ­γίας Δωδε­κα­νή­σου, 82.000 μικρά

ζώα (Θεο­δω­ρί­δης 2005), η δε βοσκο­φόρ­τωση ήταν 2,4 φορές μεγα­λύ­τερη από την

βοσκοϊ­κα­νό­τητα των βοσκο­τό­πων του νησιού (Βούλ­γα­ρης και Θεο­δω­ρί­δης 2006). Η σχέση

αυτή είναι περισ­σό­τερο αντα­γω­νι­στική με τα γίδια, επειδή το διαι­το­λό­γιο των δύο ειδών είναι

παρό­μοιο. Παρ’ όλα αυτά, αντα­γω­νι­σμός υπάρχει και με τα πρόβατα τόσο ως προς την

τροφή, αλλά κυρίως ως προς το νερό και ενδιαί­τημα, αφού έχει παρα­τη­ρη­θεί ότι τα πλα­τώ­νια

απο­φεύ­γουν να βρί­σκο­νται κοντά σε θέσεις όπου υπάρχει έντονη παρου­σία προ­βά­των, επειδή

τα πρόβατα ως αγελαία ζώα, κυκλο­φο­ρούν σε μεγάλες πυκνό­τη­τες και έχουν την συνή­θεια να

«βρω­μί­ζουν» τις περιο­χές που χρη­σι­μο­ποιούν. Όμοια παρα­τη­ρή­θηκε να απο­φεύ­γουν και τις

θέσεις με στάσιμο νερό, τις οποίες χρη­σι­μο­ποιούν τα πρόβατα. Αντί­θετα, η άριστη πυκνό­τητα

πλη­θυ­σμού πλα­τω­νιών στις ελεγ­χό­με­νες περιο­χές είναι 20-30 άτομα ανά 100 εκτάρια

(Massetti 2002) ενώ ο ζωτικός χώρος που απαι­τεί­ται για τη σωστή δια­τή­ρηση των πλα­τω­νιών

στο φυσικό περι­βάλ­λον είναι 35 με 50 στρέμ­ματα για κάθε ζώο (Παπα­γε­ωρ­γίου 1990).

Μέτρα προ­στα­σίας και η αύξηση του αριθμού των πλα­τω­νιών

Έχοντας υπόψη τα παρα­πάνω, ξεκί­νησε, εδώ και μια δεκα­ε­τία (από το 1999), μία σοβαρή

προ­σπά­θεια για την κατα­πο­λέ­μηση κυρίως της λαθρο­θη­ρίας του πλα­τω­νιού, από την αρμόδια

Δασική Υπη­ρε­σία. Η βοήθεια τριών νέων φυλάκων θήρας, με όρεξη για δουλειά, άριστη

φυσική κατά­σταση και αφο­σί­ωση στο καθήκον και η συνερ­γα­σία σε κοινές νυκτε­ρι­νές

ενέδρες (μπλόκα) της Υπη­ρε­σίας, με ομάδες των Ειδικών Δυνά­μεων Υπαί­θρου της

Ελλη­νι­κής Αστυ­νο­μίας, ήταν καθο­ρι­στι­κής σημα­σίας. Η αυστηρή φύλαξη των ενδιαι­τη­μά­των

των πλα­τω­νιών σε ώρες πέραν του κανο­νι­κού ωραρίου και οι πρώτες συλ­λή­ψεις λαθρο­θή­ρων

κυρίως τις νυκτε­ρι­νές ώρες, έγιναν γρήγορα γνωστές στους κύκλους των λαθρο­θή­ρων.

Ένας δεύ­τε­ρος παρά­γο­ντας, που βοήθησε στην αύξηση αυτή, ήταν η αλλαγή νοο­τρο­πίας

των κατοί­κων της νήσου Ρόδου, αφενός λόγω της φυσικής απώ­λειας των γηραιό­τε­ρων, πουΛιβαδοπονία και Προ­στα­τευό­με­νες Περιο­χές 245

ασχο­λού­νταν παρα­δο­σιακά με το παρά­νομο κυνήγι και της ενη­λι­κί­ω­σης των νέων, με

μεγα­λύ­τερη αγάπη και ευαι­σθη­το­ποί­ηση σε περι­βαλ­λο­ντικά θέματα και αφ’ ετέρου λόγω της

ενη­μέ­ρω­σης, με όλα τα μέσα (σχολεία, τοπικά μέσα μαζικής επι­κοι­νω­νίας, δια­λέ­ξεις,

ημε­ρί­δες, κ.λπ.) του πλη­θυ­σμού του νησιού, για το πόσο μεγάλης σημα­σίας είναι το θέμα για

την ιστορία τον πολι­τι­σμό και το φυσικό περι­βάλ­λον του τόπου.

Δόθηκε επίσης μεγάλη σημασία και στην κατεύ­θυνση αυτή υλο­ποι­ή­θη­καν τρία μεγάλα

έργα, σε εφαρ­μογή προη­γού­με­νης στρα­τη­γι­κής μελέτης, με τίτλο «Πλατώνι – Κάμει­ρος:

Διε­ρεύ­νηση των παρα­γό­ντων αξιο­ποί­η­σης των φυσικών πόρων της περιο­χής του Δήμου

Καμεί­ρου και ειδι­κό­τερα του Πλα­τω­νιού, περιο­χής Προφήτη Ηλία και στήριξη της τοπικής

οικο­νο­μίας», που συνέ­ταξε, όπως και τις μελέτες εφαρ­μο­γής, Επι­στη­μο­νική Ομάδα με

υπεύ­θυνο τον καθη­γητή της Σχολής Δασο­λο­γίας και Φ.Π. του Α.Π.Θ. αεί­μνη­στο Νικόλαο Ι.

Στάμου, το έτος 2002. Υλο­ποι­ή­θη­καν εργα­σίες βελ­τί­ω­σης ενδιαι­τή­μα­τος του πλα­τω­νιού,

όπως: σπορές ψυχαν­θών και άλλων ποωδών, σε μεγάλες επι­φά­νειες εντός δασικών εκτά­σεων

και σε καμένες εκτά­σεις, σπορές και φυτεύ­σεις ποωδών και θαμνω­δών ειδών σε πινάκια

εντός δασικών και φρυ­γα­νι­κών εκτά­σεων, εμβο­λια­σμοί άγριων καρ­πο­φό­ρων δέντρων,

καλ­λιέρ­γειες και υδρο­μα­στεύ­σεις πηγών, κατα­σκευή κρηνών και ποτι­στρών. Ιδρύ­θηκε

κατα­φύ­γιο 1.000 στρεμ­μά­των στο χώρο παρέμ­βα­σης, καθώς και θέσεις παρα­τή­ρη­σης για

εκπαι­δευ­τι­κούς σκοπούς. Τέλος ιδρύ­θη­καν πυρο­φυ­λά­κια με σκοπό την πυρο­προ­στα­σία

καθώς και θέσεις θέας. Απο­τέ­λε­σμα όλης αυτής της προ­σπά­θειας ήταν μία σημα­ντική αύξηση

τόσο του αριθμού των πλα­τω­νιών όσο και του εύρους εξά­πλω­σής τους.

Έτσι, ενώ στην κατα­γραφή του 1988 ανα­φέρ­θηκε η ύπαρξη 222 – 360 ατόμων στο νησί

(Massetti and Theodoridis 2002), διε­σπαρ­μέ­νων σε έκταση 53.141,9 εκτα­ρίων περίπου, με

την ίδια ακριβώς μέθοδο υπο­λο­γί­στηκε ότι σήμερα υπάρ­χουν 1.000 – 1.200 άτομα,

διε­σπαρ­μένα σε έκταση 95.250 εκτα­ρίων περίπου. Είναι αξιο­μνη­μό­νευτο, ότι την τελευ­ταία

πεντα­ε­τία παρα­τη­ρού­νται συχνά (περισ­σό­τε­ρες από 60 φορές το χρόνο) μικρές (7 ατόμων) ή

μεγάλες (40 ατόμων) αγέλες πλα­τω­νιών, κατά την περίοδο Ιουλίου – Οκτω­βρίου.

Συγ­γρα­φείς:Ν. Θεο­δω­ρί­δης Κ. Βούλ­γα­ρης και Κ. Παπα­στερ­γίου Επι­θε­ώ­ρηση Δασών Νοτίου Αιγαίου

Βιβλίο:ΛΙΒΑΔΟΠΟΝΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΜΕΝΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ

Πηγή :Ελλη­νική Λιβα­δο­πο­νική Εταιρία

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.