ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα: Έντονη η διαφωνία των επιστημονικών φορέων στην αρμόδια επιτροπή για τις σχεδιαζόμενες τροποποιήσεις

news room 15 λεπτά ανάγνωση
ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ-ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

Η έντονη δια­φω­νία μεταξύ των εκπρο­σώ­πων των δικα­στών και εισαγ­γε­λέων και των δικη­γο­ρι­κών συλ­λό­γων, για τις αλλαγές που επέρ­χο­νται στον ποινικό κώδικα, χαρα­κτή­ρισε την μαρα­θώ­νια, οκτάωρη σχεδόν συνε­δρί­αση, της αρμό­διας επι­τρο­πής της βουλής, που επε­ξερ­γά­ζε­ται το σχετικό νομο­σχέ­διο του υπουρ­γείου Δικαιο­σύ­νης, και στην οποία είχαν κληθεί αρμό­διοι εξω­κοι­νο­βου­λευ­τι­κοί φορείς να κατα­θέ­σουν τις απόψεις τους.

Σημεία αιχμής του νομο­σχε­δίου ήταν κυρίως η αυστη­ρο­ποί­ηση των ποινών, η μετα­βί­βαση αρμο­διο­τή­των από το τρι­με­λές στο μονο­με­λές πρω­το­δι­κείο, τα αυστηρά κρι­τή­ρια για την ανα­σταλ­τική ποινή, η μείωση της ποινής για φυλά­κιση από τα τρία στα δύο χρόνια και η μη υπο­χρε­ω­τική κλή­τευση στο ακρο­α­τή­ριο μαρ­τύ­ρων αστυ­νο­μι­κών και ανα­κρι­τι­κών υπαλ­λή­λων.

Στην Επι­τροπή τέθηκαν επίσης από τους φορείς με ιδιαί­τερη ένταση, τα θέματα της ενδο­οι­κο­γε­νεια­κής βίας, η ένταξη του όρου γυναι­κο­κτο­νία ως ρατσι­στικό έγκλημα έμφυλης βίας ενώ ιδιαί­τερη έμφαση δόθηκε για την διεύ­ρυνση του πεδίου των περι­πτώ­σεων εγκλει­σμού ανη­λί­κων, σε κατα­στή­ματα κρά­τη­σης.

Ειδι­κό­τερα:

Υπέρ του νομο­σχε­δίου τάχθηκε η Αλε­ξάν­δρα Ρογκά­κου, ανα­πλη­ρώ­τρια διοι­κη­τής της Εθνικής Αρχής Δια­φά­νειας. σημειώ­νο­ντας ότι «οι ρυθ­μί­σεις που αφορούν στην κατα­πο­λέ­μηση της δια­φθο­ράς κινού­νται προς τη σωστή κατεύ­θυνση τόσο για την ισχυ­ρο­ποί­ηση του εθνικού πλαι­σίου κατά της δια­φθο­ράς όσο και για την προ­σαρ­μογή της χώρας με τα ευρω­παϊκά πρότυπα, επι­τυγ­χά­νο­ντας την συμ­μόρ­φωση με ορι­σμέ­νες συστά­σεις του ΟΟΣΑ».

Χαρα­κτή­ρισε επίσης σκόπιμη «την σύσταση ειδικής ομάδας εργα­σίας από εκπρο­σώ­πους του Υπουρ­γείου Δικαιο­σύ­νης αλλά και φορέων όπως η ΑΔΑΕ, το ΣΔΟΕ, η Ενιαία Αρχή Συμ­βά­σεων και η Εθνική Αρχή Δια­φά­νειας με αντι­κεί­μενο την εξέταση κρί­σι­μων ζητη­μά­των και παρα­μέ­τρων που προ­κύ­πτουν στο πλαίσιο της νέας ρύθ­μι­σης».

Αντί­θε­τος στον νομο­σχέ­διο δήλωσε ο Ηλίας Ανα­γνω­στό­που­λος, πρό­ε­δρος της Ένωσης Ελλήνων Ποι­νι­κο­λό­γων, χαρα­κτη­ρί­ζο­ντας «απο­λύ­τως λαν­θα­σμένη την αντί­ληψη ότι η αυστη­ρο­ποί­ηση των ποινών μειώνει την εγκλη­μα­τι­κό­τητα».

«Μόνο η Ένωση εισαγ­γε­λέων πανη­γυ­ρί­ζει. Όλοι οι υπό­λοι­ποι είναι αντί­θε­τοι στο νομο­σχέ­διο», είπε και πρό­σθεσε:

«Είναι λαν­θα­σμένη, ακα­τα­νό­ητη και οπι­σθο­δρο­μική η προ­σέγ­γιση του νομο­σχε­δίου. Υπο­νο­μεύει τους θεσμούς όταν περιο­ρί­ζε­ται η υπό όρους απόλυση του φυλα­κι­σμέ­νου. Οι δια­τά­ξεις ντρο­πιά­ζουν τον πολι­τι­σμό μας καθώς αντί να βελ­τιώ­σουμε τις συν­θή­κες στις φυλακές, θα αυξή­σουμε τους κρα­τού­με­νους, όταν σε όλο τον κόσμο μειώ­νο­νται και για να τους στε­γά­σουμε ετοι­μά­ζουμε προ­γράμ­ματα στέ­γα­σης».

Όπως υπο­στή­ριξε, «η απα­γό­ρευση της ανα­στο­λής ποινής επα­νέρ­χε­ται ως φάντα­σμα μιας απο­τυ­χη­μέ­νης εφαρ­μο­γής της».

«Απο­ψι­λώ­νο­νται οι ένορκοι από τα μεικτά δικα­στή­ρια. Σφε­τε­ρί­ζο­νται οι εξου­σίες του δικαστή, τον οποίο εμφα­νί­ζει ανίκανο και του επι­τάσ­σει ότι πρέπει να μην χορη­γή­σει ανα­σταλ­τική ποινή», τόνισε μεταξύ άλλων ενώ χαρα­κτή­ρισε περί­εργη την ποινή για το αδίκημα της δωρο­δο­κίας.

Η Μαρ­γα­ρίτα Στε­νιώτη, εφέτης, πρό­ε­δρος της Ένωσης Δικα­στών και Εισαγ­γε­λέων, υπο­στή­ριξε ότι η 7η τρο­πο­ποί­ηση ποι­νι­κών κωδίκων είναι βέβαιο ότι δημιουρ­γεί ανα­σφά­λεια δικαίου.

Όπως είπε, «η καλή νομο­θέ­τηση επι­βά­λει τη σύσταση Νομο­πα­ρα­σκευα­στι­κής επι­τρο­πής που θα επε­ξερ­γα­στεί τα δια­χρο­νικά προ­βλή­ματα και όχι να γίνεται με βάσει συγκυ­ριακά ζητή­ματα ως μέσο αντιε­γκλη­μα­τι­κής πολι­τι­κής».

«Δεν τεκ­μη­ριώ­νε­ται ότι η αύξηση των ορίων ποινών συμ­βά­λει στην πάταξη της εγκλη­μα­τι­κό­τη­τας ενώ η διάταξη για τα ανώτατα όρια ποινών μόνο επι­κοι­νω­νιακό χαρα­κτήρα έχει και μας βρίσκει αντί­θε­τους», ανέφερε.

«’Ακρως προ­βλη­μα­τική και αντι­συ­νταγ­μα­τική», χαρα­κτή­ρισε την δέσμευση περιου­σια­κών στοι­χείων του δράστη για εμπρη­σμό.

Ο Δημή­τρης Φούκας, εφέτης, μέλος του Δ.Σ της Ένωσης Δικα­στών και Εισαγ­γε­λέων, εξέ­φρασε έντο­νους προ­βλη­μα­τι­σμούς, για την ορθό­τητα της μετα­βί­βα­σης αρμο­διο­τή­των από το τρι­με­λές στο μονο­με­λές πρω­το­δι­κείο καθώς και στη διάταξη με τα κρι­τή­ρια για ανα­σταλ­τική ποινή, η οποία δημιουρ­γεί περιο­ρι­στι­κούς όρους.

Σε αντί­θετη κατεύ­θυνση κινή­θηκε η Σοφία Διπλοϊ­δου, εισαγ­γε­λέας πρω­το­δι­κών, ανα­πλη­ρώ­τρια γενική γραμ­μα­τέας, της Ένωσης Εισαγ­γε­λέων Ελλάδας, τονί­ζο­ντας ότι «αναμ­φί­βολα οι τρο­πο­ποι­ή­σεις στις οποίες έχουν συμπε­ρι­λη­φθεί και προ­τά­σεις μας, κινού­νται στη σωστή κατεύ­θυνση».

Όπως είπε, σε αυτές περι­λαμ­βά­νο­νται, η κατάρ­γηση του υπο­λο­γι­σμού της χρη­μα­τι­κής ποινής στις ημε­ρή­σιες μονάδες, η επα­να­φορά της χρη­μα­τι­κής ποινής, το μέτρο της δικα­στι­κής επέ­λα­σης, η αυτε­πάγ­γελτη δίωξη των αδι­κη­μά­των όλων που τελού­νται σε βάρος του ελλη­νι­κού δημο­σίου και το αυτε­πάγ­γελτο της δίωξης της απάτης απι­στίας σε βάρος χρη­μα­το­δο­τι­κού ιδρύ­μα­τος, η υπο­χρέ­ωση της κατα­βο­λής παρά­βο­λου για την άσκηση προ­σφυ­γών και ο περιο­ρι­σμός των προ­σχη­μα­τι­κών και παρελ­κυ­στι­κών ανα­βο­λών.

« Στο νομο­σχέ­διο, εξα­σφα­λί­ζο­νται οι θεσμι­κές εγγυ­ή­σεις για δίκαιη εκδί­καση υπο­θέ­σεων εντός λογικής προ­θε­σμίας και αντι­με­τω­πί­ζε­ται το απα­ρά­δε­κτο φαι­νό­μενο των καθυ­στε­ρή­σεων χωρίς να χαλ­κι­δεύ­ο­νται τα δικαιώ­ματα υπε­ρά­σπι­σης του κατη­γο­ρη­μέ­νου», υπο­στή­ριξε.

Ωστόσο εξέ­φρασε τη δια­φω­νία της «για την αύξηση των ορίων έκτισης ποινής του απαι­τού­με­νου χρόνου καθώς θα δημιουρ­γή­σει συμ­φό­ρηση στις φυλακές» ενώ απέδωσε τις καθυ­στε­ρή­σεις στην ποινική δίκη «σε συγκυ­ρια­κές παθο­γέ­νειες, όπως τα υπερ­φορ­τω­μένα πινάκια και οι εύκολες ανα­βο­λές».

Την έντονη δια­φω­νία του στις αλλαγές που προ­ω­θού­νται στον ποινικό κώδικα, εξέ­φρασε ο πρό­ε­δρος των Δικη­γο­ρι­κών Συλ­λό­γων Ελλάδος, Δημή­τρης Βερ­βε­σός, ενώ έκανε λόγο για αβυσ­σα­λέα διαφορά που έχει με τις απόψεις της Ένωσης Δικα­στών και Εισαγ­γε­λέων.

«Μάλλον είμαι στη σωστή πλευρά της ιστο­ρίας εγώ και προ­φα­νώς έχω αντι­λη­φθεί την αβυσ­σα­λέα διαφορά που έχω με ανθρώ­πους που έχουν υπερ­φορ­τώ­σει τα πινάκια και έρχο­νται σήμερα να που, ότι το πρό­βλημα εντο­πί­ζε­ται σε όλους τους άλλους», ανέφερε ο κ. Βερ­βε­σός.

«Το σύστημα επι­βο­λής και έκτισης ποινών φυλά­κι­σης για πλημ­με­λή­ματα, προ­δί­δει έντονη δυσπι­στία στον φυσικό δικαστή, και προ­σπά­θεια του νομο­θέτη να περιο­ρί­σει την δια­κρι­τική του ευχέ­ρεια να κρίνει εξα­το­μι­κευ­μένα τον κάθε κατη­γο­ρού­μενο», τόνισε και συμπλή­ρωσε:

«Το νομο­σχέ­διο επι­φέ­ρει αλλαγές στον ποινικό κώδικα με πιο σημα­ντική την τρο­πο­ποί­ηση στον κεντρικό νευρικό πυλώνα της απο­νο­μής δικαιο­σύ­νης στη πατρίδα μας. Και από την πλευρά που βρι­σκό­μα­σταν πριν λίγα χρόνια με κάποιες συγκε­κρι­μέ­νες ιδε­ο­λη­πτι­κές τοπο­θε­τή­σεις που είχαμε εντο­πί­σει το 2019, πάμε στην αντί­θετη πλευρά, άλλων ιδε­ο­λη­πτι­κών αντι­λή­ψεων, οι οποίες εμφο­ρού­νται στην έντονη αμφι­σβή­τηση το ρόλου του δικαστή αλλά κυρίως στην συρ­ρί­κνωση των θεσμι­κών εγγυ­ή­σεων που διέπουν την ποινική δίκη και τα δικαιώ­ματα του κατη­γο­ρού­με­νου τα οποία βάναυσα ταλαι­πω­ρού­νται με την έννοια της επι­τά­χυν­σης και της απο­νο­μής δικαιο­σύ­νης», υπο­γράμ­μισε.

Υπο­στή­ριξε ακόμα ότι «το νομο­σχέ­διο έρχεται σε σύγκρουση με δικαιώ­ματα αλλά και με κεντρι­κές ιδέες που διέπουν την ποινική δίκη από τότε που υφί­στα­ται η ποινική δικο­νο­μία».

«Θα λει­τουρ­γή­σει αρνη­τικά το σύστημα επι­βο­λής και έκτισης ποινών.

Πρα­κτικά, κάθε ποινή φυλά­κι­σης άνω των δύο ετών, θα οδηγεί υπο­χρε­ω­τικά σε εγκλει­σμό κάποιας διάρ­κειας, σε ένα σωφρο­νι­στικό κατά­στημα. Δεσμεύει με τον τρόπο αυτό τον δικαστή εκ των προ­τέ­ρων σε συγκε­κρι­μέ­νες πράξεις» είπε ο κ. Βερ­βε­σός και συνέ­χισε:

« Στην επι­βρά­δυνση και όχι στην επι­τά­χυνση της απο­νο­μής δικαιο­σύ­νης κινεί­ται και η ρύθμιση με την οποία καθο­ρί­ζε­ται ότι τα κακουρ­γή­ματα των ειδικών ποι­νι­κών νόμων παρα­πέ­μπο­νται απευ­θείας στο ακρο­α­τή­ριο χωρίς το φίλτρο των συμ­βου­λίων. Η άνευ δια­κρί­σεων ένταξη όλων των κακουρ­γη­μά­των που προ­βλέ­πο­νται σε ειδι­κούς ποι­νι­κούς νόμους, δεν έχει εσω­τε­ρική συνοχή και είναι ανορ­θο­λο­γική.

Με προ­βλε­πό­μενη την μεγάλη αύξηση της πραγ­μα­τι­κής έκτισης των ποινών για πλημ­με­λή­ματα, καθί­στα­ται σοβα­ρό­τατη παρά­λειψη, να μην προ­βλέ­ψει την υπο­χρε­ω­τική παρά­σταση συνη­γό­ρου. Το ενδε­χό­μενο να στε­ρη­θούν της ελευ­θε­ρίας τους πολίτες οι οποίοι δεν είχαν την δυνα­τό­τητα υπε­ρά­σπι­σης τους από συνή­γορο εξαι­τίας της παρά­λει­ψης, θα οδη­γή­σει σίγουρα σε κατα­δίκη της χώρας μας από το Ευρω­παϊκό Δικα­στή­ριο»..

Ο κ. Βερ­βε­σός μίλησε ακόμα για «λαϊ­κί­στι­κου τύπου στο­χο­ποί­ηση των δικη­γό­ρων ως παρα­νο­μού­ντων για τις ανα­βο­λές των δικών», προ­σθέ­το­ντας ότι «είναι δεδο­μένο ότι σε ένα πινάκιο κακουρ­γη­μά­των έχουμε 10 υπο­θέ­σεις από υπερ­φόρ­τωση που κάνουν οι εισαγ­γε­λείς οι οποίοι εκδι­κά­ζουν 3 ή 4 και οι υπό­λοι­πες ανα­βάλ­λο­νται».

«Τα πινάκια φορ­τώ­νο­νται με ευθύνη των εισαγ­γε­λέων και στο μονο­με­λές και στο τρι­με­λές και στο κακουρ­γη­μά­των .Είναι η απόλυτη στο­χο­ποί­ηση των δικη­γό­ρων ως κεντρι­κού υπευ­θύ­νου με την μία μόνο αναβολή, από τη δεύτερη, και την κατάρ­γηση του κώδικα ιατρι­κής δεο­ντο­λο­γίας, με το ιατρικό πιστο­ποι­η­τικό μόνο από ιδιω­τικό νοση­λευ­τή­ριο και όχι από ιδιω­τικό γιατρό. Και θα το δείτε αυτό, όταν θα στα­μα­τή­σουμε την αποχή, πέρα του ότι παρα­βιά­ζε­ται το δικαί­ωμα του κατη­γο­ρου­μέ­νου στην επιλογή δικη­γό­ρου της επι­λο­γής του», ανέφερε ο κ. Βερ­βε­σός.

Ως το σημα­ντι­κό­τερο θέμα, χαρα­κτή­ρισε ο Πολυ­χρό­νης Τσι­ρί­δης νομικός σύμ­βου­λος της Ολο­μέ­λειας των προ­έ­δρων των Δικη­γο­ρι­κών Συλ­λό­γων Ελλάδος, «τις ποινές με φυλά­κιση άνω των δύο ετών που οδηγούν τον κόσμο στη φυλακή».

«Αυτό είναι το άλφα και το ωμέγα του νομο­σχε­δίου», τόνισε εκφρά­ζο­ντας την πλήρη αντί­θεση του.

Ο Χρήστος Μυλω­νό­που­λος, πρό­ε­δρος του Ινστι­τού­του Ευρω­παϊ­κού και Διε­θνούς Ποι­νι­κού Δικαίου, χαρα­κτή­ρισε θετική τη ρύθμιση «για την κατάρ­γηση της εγκλί­σεως στα περιου­σιακά αδι­κή­ματα, διότι υπήρχε το μη σύμφωνο φαι­νό­μενο, ως προς την έννοια του κράτους δικαίου, να παρα­μέ­νουν ατι­μώ­ρη­τες διά­φο­ρες πράξεις απάτης, υπε­ξαί­ρε­σης απι­στίας κλπ».

Ταυ­τό­χρονα μίλησε για «υπερ­βο­λική διεύ­ρυνση της ποι­νι­κής δικαιο­δο­σίας των μονο­με­λών πρω­το­δι­κείων», τονί­ζο­ντας ότι η ρύθμιση πρέπει να επα­νε­ξε­τα­στεί.

Από την πλευρά του, ο Αρι­στο­μέ­νης Τζα­νε­τής, γενικός γραμ­μα­τέας της Ένωσης Ελλήνων Ποι­νι­κο­λό­γων, άσκησε κριτική στην πρόεδρο της Ένωσης Δικα­στών και Εισαγ­γε­λέων, σημειώ­νο­ντας ότι «από τη μία είπε ότι οφεί­λο­νται στην υπερ­φόρ­τωση των δικα­στη­ρίων, οι καθυ­στε­ρή­σεις στην απονομή της ποι­νι­κής δικαιο­σύ­νης, και από την άλλη τάχθηκε υπέρ ενός μοντέ­λου της απευ­θείας παρα­πο­μπής το οποίο εγγυά­ται την υπερ­φόρ­τωση αυτή των πινα­κίων».

«Η εμπει­ρία μέχρι τώρα έχει κατα­δεί­ξει ότι όπου υπάρχει απευ­θείας παρα­πο­μπή στο ακρο­α­τή­ριο είναι σπα­νιό­τατο το φαι­νό­μενο της έκδοσης απαλ­λα­κτι­κών βου­λευ­μά­των», ανέφερε ο κ. Τζα­νε­τής.

Στάθηκε ακόμα, στην κλή­τευση μαρ­τύ­ρων, και στην πρό­βλεψη ότι ο εισαγ­γε­λέας δεν υπο­χρε­ού­ται να καλεί στο ακρο­α­τή­ριο ανα­κρι­τι­κούς υπαλ­λή­λους και αστυ­νο­μι­κούς, σημειώ­νο­ντας ότι στη κατά τη διάρ­κεια της δια­βού­λευ­σης είχε επι­ση­μαν­θεί ότι αυτή η διάταξη εμφα­νί­ζει σοβαρά σημεία τριβής, στο δικαί­ωμα του κατη­γο­ρου­μέ­νου να εξε­τά­ζει στο ακρο­α­τή­ριο τους μάρ­τυ­ρες.

«Φοβάμαι ότι αυτή η ρύθμιση δεν θα επι­τύ­χει το σκοπό της διότι δεν είναι δεδο­μένο ότι οι κατη­γο­ρού­με­νοι γνω­ρί­ζουν αυτό το δικαί­ωμα, ούτε είναι δεδο­μένο ότι έχουν δικη­γόρο ο οποίος θα τους ενη­με­ρώ­σει αν υπάρ­χουν μάρ­τυ­ρες αστυ­νο­μι­κοί οι οποίοι πρέπει να κλη­τευ­θούν.

Η παραί­τηση από ένα υπε­ρα­σπι­στικό δικαί­ωμα πρέπει να είναι σαφής και ανε­πι­φύ­λα­κτη. Δεν μπορεί να συντα­χθεί παραί­τηση από το δικαί­ωμα, με την παρά­ληψη άσκησης ενός δικαιώ­μα­τος το οποίο παρέ­χε­ται στον ποινικό κώδικα», τόνισε χαρα­κτη­ρι­στικά.

Χαρα­κτή­ρισε επίσης, «πρω­τό­γνωρη τη ρύθμιση για πλα­σμα­τικά όρια έκτισης ποινής για την επί­τευξη δικο­νο­μι­κών σκοπών».

«Οι πράξεις που εξ ορισμού έχουν απαξία, όπως η από­πειρα και η απλή συνέρ­γεια, παρέ­χε­ται η δυνα­τό­τητα να φτάσει η προ­σω­ρινή κράτηση στα ανώτατα όρια με μία ρύθμιση δυσα­νά­λογη που δεν συμ­βα­δί­ζει με τις αξιο­λο­γή­σεις του ποι­νι­κού δικαίου», είπε.

Η Ιωάννα Λαζο­γε­ώρ­γου, υπεύ­θυνη τύπου και δημο­σίων σχέσεων της Ομο­σπον­δίας Δικα­στι­κών Υπαλ­λή­λων Ελλάδος, εστίασε στην υπο­στε­λέ­χωση και στα κενά που υπάρ­χουν στις δικα­στι­κές υπη­ρε­σίες της χώρας, οι οποίες αγγί­ζουν το 40%, όπως είπε.

Υπο­στή­ριξε ότι «η μετα­φορά από τις πολυ­με­λείς στις μονο­με­λείς συν­θέ­σεις, θα δημιουρ­γή­σει σοβαρά προ­βλή­ματα με τις υπο­στε­λε­χω­μέ­νες ήδη υπη­ρε­σίες οι οποίες είναι ανέ­φι­κτο να καλύ­ψουν τις ανάγκες που θα προ­κύ­ψουν».

Παράλ­ληλα, επα­νέ­φερε «το πάγιο αίτημα των δικα­στι­κών υπαλ­λή­λων για την κάλυψη των οργα­νι­κών θέσεων και την πρό­σληψη του­λά­χι­στον 1000 υπαλ­λή­λων για να καλυ­φθούν τα τερά­στια κενά».

«Υπάρ­χουν ζητή­ματα συνταγ­μα­τι­κό­τη­τας στο νόμο»

Την αντί­θεση του στο νομο­σχέ­διο εξέ­φρασε ο Αλέ­ξαν­δρος Δημάκης, γενικός γραμ­μα­τέας της Εθνικής Εται­ρίας Ποι­νι­κού Δικαίου, υπο­στη­ρί­ζο­ντας ότι «είναι βαρύ ατόπημα να γίνο­νται τέτοιας εκτά­σεως μετα­βο­λές στα δύο βασι­κό­τερα ποινικά νομο­θε­τή­ματα και να μην έχει ακου­στεί η επι­στήμη, οι νομικές φωνές και να μην έχει συγκρο­τη­θεί Νομο­πα­ρα­σκευα­στική Επι­τροπή».

Τόνισε επίσης ότι «υπάρ­χουν ζητή­ματα συνταγ­μα­τι­κό­τη­τας στο νόμο και ένα από αυτά είναι η δήμευση περιου­σια­κών στοι­χείων στον εμπρη­σμό».

Μίλησε επίσης για «σοβαρά ζητή­ματα που προ­κύ­πτουν για την ποιό­τη­τας της δικαιο­σύ­νης και της απο­νο­μής της, με την διευ­ρυ­μένη αρμο­διό­τητα των μονο­με­λών πρω­το­δι­κείων».

«Ας μην γελιό­μα­στε. Στο μονο­με­λές πρω­το­δι­κείο, και ανα­φέ­ρο­μαι κυρίως στα πλημ­με­λειο­δι­κεία της περι­φέ­ρειας, μπορεί να βρεθεί να δικάζει άπειρος δικα­στής με εμπει­ρία δύο τριών ετών. Με την διεύ­ρυνση της αρμο­διό­τη­τας των πλημ­με­λειο­δι­κών θα βρεθεί να δικάσει δύσκολα εγκλή­ματα, όπως τοκο­γλυ­φία, εκβίαση, απάτη, ή ακόμα, θα δικάσει ένα­ςτέ­τοιος δικα­στής την υπο­στή­ριξη και εκπαί­δευση τρο­μο­κρα­τών; αυτά δεν μπορεί να τα δικάσει ένας δικα­στής. Όσο και αν η επι­δί­ωξη είναι η επι­τά­χυνση της δικαιο­σύ­νης δια της απο­δε­σμεύ­σεως των λοιπών δικα­στών της συν­θέ­σεως, το απο­τέ­λε­σμα θα είναι μία μεγάλη πτώση της ποιό­τη­τας της απο­νο­μής της ποι­νι­κής δικαιο­σύ­νης», υπο­γράμ­μισε.

Ο Νίκος Κου­λού­ρης, πρό­ε­δρος της Ελλη­νι­κής Εται­ρίας Μελέτης και του Κοι­νο­τι­κού Ελέγχου, ανα­πλη­ρω­τής καθη­γη­τής σωφρο­νι­στι­κής πολι­τι­κής στο τμήμα κοι­νω­νι­κής πολι­τι­κής του Δημο­κρί­τειου Πανε­πι­στη­μίου Θράκης, συντά­χθηκε με τους φορείς που έθεσαν ζητή­ματα «απο­δό­μη­σης της ποι­νι­κής δίκης και των βασικών της αρχών».

Ταυ­τό­χρονα, χαρα­κτή­ρισε «μείζον θέμα την αυστη­ρο­ποί­ηση των ποι­νι­κών κυρώ­σεων».

«Η αντί­ληψη που εκφρά­ζε­ται στο σχέδιο νόμου βρί­σκε­ται σε πλήρη αντί­θεση με την διεθνώς ανα­γνω­ρι­σμένη γενική αρχή για τη χρήση της ποινής που προ­σβά­λει την προ­σω­πική ελευ­θε­ρία ως έσχατη επιλογή. Είναι θέσφατο ότι η συγκε­κρι­μένη ποινή, δεν μπορεί να απο­τε­λεί τον ακρο­γω­νιαίο λίθο του ποι­νι­κού συστή­μα­τος και πρέπει να χρη­σι­μο­ποιεί­ται με φειδώ ως έσχατο κατα­φύ­γιο της έννομης τάξης», ανέφερε χαρα­κτη­ρι­στικά.

«Η έννοια της επι­κιν­δυ­νό­τη­τας επα­νέρ­χε­ται με λαν­θά­νο­ντα τρόπο, με αόριστη αξιο­λο­γική έννοια», είπε, δια­φω­νώ­ντας πλήρως ότι «η αυστη­ρο­ποί­ηση των ποινών θα συμ­βά­λει στην μείωση της εγκλη­μα­τι­κό­τη­τας», τονί­ζο­ντας ότι αυτό είναι ένα μοντέλο που δοκι­μά­στηκε και έχει απο­τύ­χει.

Ο Ανδρέας Ποτ­τά­κης, Συνή­γο­ρος του Πολίτη, εστίασε τις παρα­τη­ρή­σεις του στην προ­ά­σπιση των δικαιω­μά­των, τονί­ζο­ντας ότι «κάθε πρω­το­βου­λία ανα­θε­ώ­ρη­σης των κανόνων που σχε­τί­ζο­νται με την οργά­νωση και τη λει­τουρ­γία του συστή­μα­τος ποι­νι­κής δικαιο­σύ­νης πρέπει να γίνεται υπό το πρίσμα μιας ολι­στι­κής επα­νε­ξέ­τα­σης, τόσο στο σύστημα των ποινών στην επι­μέ­τρηση τους, αλλά και στις συν­θή­κες κρά­τη­σης».

«Οι βασικοί άξονες της σύγ­χρο­νης ευρω­παϊ­κής αντιε­γκλη­μα­τι­κής πολι­τι­κής, είναι η προ­στα­σία των δικαιω­μά­των, η ασφά­λεια, τόσο των κρα­του­μέ­νων όσο και του φυλα­κτι­κού προ­σω­πι­κού, η μείωση του εγκλει­σμού, η ενί­σχυση των εναλ­λα­κτι­κών μέτρων κρά­τη­σης και η επέν­δυση σε ουσια­στικά μέτρα ομαλής και απο­τε­λε­σμα­τι­κής ένταξης», επε­σή­μανε ο κ. Ποτ­τά­κης και συμπλή­ρωσε:

«Στο σχέδιο νόμου, σε σειρά δια­τά­ξεων που αφορούν τον ποινικό κώδικα παρα­τη­ρούμε μία εκτε­τα­μένη και ορι­ζό­ντια προ­σαύ­ξηση του ανώ­τα­του ορίου πρό­σκαι­ρης κάθειρ­ξης και αντί­στοιχη ανα­προ­σαρ­μογή των στε­ρη­τι­κών ποινών και της ελευ­θε­ρίας, όπως επίσης και αυστη­ρο­ποί­ηση του πλαι­σίου έκτισης της ανα­στο­λής της ποινής, κάτι το οποίο είναι βέβαιο ότι θα έχει άμεση επι­βά­ρυνση στις συν­θή­κες δια­βί­ω­σης των κρα­του­μέ­νων».

Έμφαση έδωσε στην δια­σφά­λιση των δικαιω­μά­των των ανη­λί­κων, ανα­γνω­ρί­ζο­ντας ότι «υπάρχει σειρά θετικών δια­τά­ξεων που στο­χεύ­ουν στην προ­στα­σία και στην υπο­στή­ριξη των ανή­λι­κων θυμάτων αλλά και περαι­τέρω προ­στα­σία των επαγ­γελ­μα­τιών για ανάληψη δράσης σε περι­πτώ­σεις κατά τις οποίες υπάρ­χουν υπό­νοιες ενδο­οι­κο­γε­νεια­κής βίας».

Ωστόσο, όπως είπε, «διευ­ρύ­νε­ται το πεδίο των περι­πτώ­σεων εγκλει­σμού ανη­λί­κων σε κατα­στή­ματα κρά­τη­σης κάτι το οποίο είναι ιδιαί­τερα προ­βλη­μα­τικό ενώ έρχεται και σε αντί­θεση με τη διεθνή σύμβαση του ΟΗΕ για τα δικαιώ­ματα του παιδιού και την προ­στα­σία του».

«Η στέρηση της ελευ­θε­ρίας του παιδιού πρέπει να επι­λέ­γε­ται ως απο­λύ­τως έσχατη επιλογή. Δυσκο­λεύ­ο­μαι να αντι­λη­φθώ ποια είναι η σκο­πι­μό­τητα και το προσ­δο­κώ­μενο από την αύξηση των ανώ­τα­των χρο­νι­κών ορίων κρά­τη­σης, από 8 στα 10 χρόνια στις φυλακές», ανέφερε. .

Τέλος, χαρα­κτή­ρισε θετικές τις προ­τει­νό­με­νες ρυθ­μί­σεις για την ενδο­οι­κο­γε­νειακή βία.

Η Αννέτα Κιόση, εκπρό­σω­πος του Πανελ­λή­νιου Σωμα­τείου Εργα­ζο­μέ­νων στις Δομές της Γενικής Γραμ­μα­τείας Ισό­τη­τας Φύλων, εξέ­φρασε προ­βλη­μα­τι­σμό, ως προς τον θεσμό της ποι­νι­κής δια­με­σο­λά­βη­σης, καθώς στην πράξη, όπως είπε, «δεν υπάρ­χουν αρκετά θερα­πευ­τικά προ­γράμ­ματα ιδιαί­τερα στην περι­φέ­ρεια», και τόνισε «την ανάγκη βελ­τιω­τι­κών αλλαγών για την ενί­σχυση των δομών με έμψυχο δυνα­μικό».

Υπο­στή­ριξε ακόμα ότι «απαι­τεί­ται ρητή πρό­βλεψη ώστε να μην τεκ­μαί­ρε­ται διάρ­ρηξη της γωνια­κής σχέσης με υπαι­τιό­τητα του έχοντος την επι­μέ­λεια γονέα, σε περί­πτωση άρνησης του ίδιου του τέκνου να επι­κοι­νω­νή­σει με τον πατέρα και δράστη της οικο­γε­νεια­κής βίας».

Η κ. Κιόση ζήτησε τέλος την ένταξη του όρου γυναι­κο­κτο­νία, ως ξεχω­ρι­στό κείμενο στο νομο­σχέ­διο.

Έμφαση στα θέματα της οικο­γε­νεια­κής βίας έδωσε η Κική Πετρου­λάκη, πρό­ε­δρος του Ευρω­παϊ­κού Δικτύου Κατά της Βίας, υπο­στη­ρί­ζο­ντας πως «είναι ανύ­παρ­κτες οι ρυθ­μί­σεις για το μείζον αυτό ζήτημα γεγονός που δείχνει ότι δεν ενδια­φέ­ρε­ται η κυβέρ­νηση και το θεωρεί ασή­μα­ντο».

Όπως είπε, η ενδο­οι­κο­γε­νειακή βία πρέπει να εντα­χθεί στον ποινικό κώδικα ως αυτό­νομο ζήτημα ενώ επε­σή­μανε ότι η χώρα μας δεν εφαρ­μό­ζει την Σύμβαση της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης, και έχει κατα­δι­κα­στι­κές απο­φά­σεις αλλά και 71 συστά­σεις από την Ευρω­παϊκή Ευρώπη, οι μισές από τις οποίες είναι επεί­γου­σες.

« Γι αυτές θα ελεγ­χθεί η χώρα σε τρία χρόνια, όμως στο νομο­σχέ­διο δεν υπάρχει τίποτα και αν δεν απο­συρ­θεί τώρα δεν ξέρω πότε θα γίνουν οι ανα­γκαίες τρο­πο­ποι­ή­σεις», σημεί­ωσε.

Στην ενδο­οι­κο­γε­νειακή βία εστίασε και η Ασπασία Θεο­φί­λου, ιδρύ­τρια του «Strong Me», επα­να­φέ­ρο­ντας το πάγιο αίτημα της ΜΚΟ να ανα­γνω­ρι­στεί και να εντα­χθεί στο νόμο το έγκλημα της γυναι­κο­κτο­νίας ως ρατσι­στικό έγκλημα.

«Απο­τε­λεί κοι­νω­νική ανάγκη η ανα­γνώ­ριση της πιο ακραίας μορφής έμφυλης βίας ενός εγκλή­μα­τος που απο­τε­λεί την τελική πράξη σε μία σειρά μικρό­τε­ρων πράξεων βίας κατά των γυναι­κών που δείχνει και το τι συμ­βαί­νει μέσα στα σπίτια και ποια είναι η εξέλιξη της ενδο­οι­κο­γε­νεια­κής βίας όσο δεν την αντι­με­τω­πί­ζουμε», υπο­γράμ­μισε.

Έντονα επι­κρι­τι­κός εμφα­νί­στηκε ο Γιάννης Ιωαν­νί­δης, Α΄ Αντι­πρό­ε­δρος της Εθνικής Επι­τρο­πής για την Προ­στα­σία των Δικαιω­μά­των του Ανθρώ­που, δηλώ­νο­ντας ότι συντάσ­σε­ται πλήρως με απόψεις φορέων περί «υπερ­ποι­νι­κο­ποί­η­σης».

«Το σχέδιο νόμου αυτό χαρα­κτη­ρί­ζε­ται από δύο και­νούρ­για στοι­χεία. Το πρώτο, θα μπο­ρούσα να του δώσω ένα τίτλο «περισ­σό­τερη φυλακή για όλους». Στις φυλακές υπερ-εκπροσωπούνται οι αλλο­δα­ποί, οι ρομά και οι εξαρ­τη­μέ­νοι, τώρα θα έχουμε και τον μέσο έλληνα. Και το δεύτερο στοι­χείο είναι ότι θα έχουμε και ανή­λι­κους στα σωφρο­νι­στικά κατα­στή­ματα», ανέφερε χαρα­κτη­ρι­στικά.

Μίλησε ακόμα για «μια σειρά ρυθ­μί­σεων που συνι­στούν περιο­ρι­σμό των δικαιω­μά­των με αμφί­βολη απο­τε­λε­σμα­τι­κό­τητα και μάλλον σε ορι­σμέ­νες περι­πτώ­σεις με αντί­θετα απο­τε­λέ­σματα».

Ακόμα προ­βλη­μα­τι­σμό εξέ­φρασε για την «ποιό­τητα της απο­νο­μής δικαιο­σύ­νης» σημειώ­νο­ντας ότι «η ποιό­τητα των εκδι­δό­με­νων δικα­στι­κών απο­φά­σεων έχει και εκείνη τη συνει­σφορά της στην επι­τά­χυνση ή την επι­βρά­δυνση της».

Τέλος στάθηκε ιδιαί­τερα και στην διάταξη περί μη κλή­τευ­σης στο ακρο­α­τή­ριο ανα­κρι­τι­κών υπαλ­λή­λων και αστυ­νο­μι­κών, τονί­ζο­ντας ότι «με τα βεβαιό­τη­τας είναι σε ευθεία αντί­θεση με την ευρω­παϊκή σύμβαση για τα δικαιώ­ματα του ανθρώ­που».

«Το υπό ψήφιση νομο­σχέ­διο βρίσκει κάθετα και ορι­ζό­ντια αντί­θετο όλο το νομικό κόσμο», τόνισε από την πλευρά του ο Βασίλης Ταουξής, πρό­ε­δρος της Ένωσης Ποι­νι­κο­λό­γων και Μαχό­με­νων Δικη­γό­ρων.

«Το σχέδιο νόμου οδηγεί στη διάλυση του συστή­μα­τος της απο­νο­μής της δικαιο­σύ­νης. Δεν είναι δυνατόν να λει­τουρ­γή­σει διότι αψη­φού­νται βασικές δογ­μα­τι­κές αρχές της απο­νο­μής του δικαίου αλλά και ανα­φύ­ο­νται μια σειρά από πελώρια πρα­κτικά προ­βλή­ματα.

Είναι δυνατόν να κάνουμε δίκη στο ποινικό ακρο­α­τή­ριο χωρίς την παρου­σία των μαρ­τύ­ρων αστυ­νο­μι­κών; Τότε καταρ­γεί­ται η έννοια της ακρο­α­μα­τι­κής δια­δι­κα­σίας. Οδη­γού­μα­στε στην κατάρ­γηση θεμε­λιω­δών συνταγ­μα­τι­κών και δικο­νο­μι­κών προ­βλέ­ψεων», επε­σή­μανε χαρα­κτη­ρι­στικά.

Ο γενικός γραμ­μα­τέας της Ομο­σπον­δίας Σωφρο­νι­στι­κών Υπαλ­λή­λων Ελλάδος, Πολύ­καρ­πος Μπίλιος, τάχθηκε ενα­ντίον της αυστη­ρο­ποί­η­σης των ποινών υπο­στη­ρί­ζο­ντας ότι «θα οδη­γή­σει στην περαι­τέρω συμ­φό­ρηση των ήδη υπερ­φορ­τω­μέ­νων κατα­στη­μά­των κρά­τη­σης με το υπο­στε­λε­χω­μένο φυλα­κτικό, διοι­κη­τικό προ­σω­πικό αλλά και όλων των κλάδων, καθώς και της προ­βλη­μα­τι­κής κτι­ρια­κής υπο­δο­μής».

«Οι υπό ανέ­γερση φυλακές, ως δια μαγείας αύριο το πρωί να μπο­ρού­σαν να λει­τουρ­γή­σουν, σε σύντομο χρονικό διά­στημα δεν θα μπο­ρού­σαν να λύσουν ένα πρό­βλημα που ενδε­χο­μέ­νως να αντι­με­τω­πί­σουμε στα κατα­στή­ματα κρά­τη­σης, λόγω του ήδη υπάρ­χο­ντος υπερ­πλη­θυ­σμού», ανέφερε.

Τέλος ζήτησε, στην εξαί­ρεση μαρ­τύ­ρων στην ακρο­α­μα­τική δια­δι­κα­σία να συμπε­ρι­λη­φθούν μαζί με τους αστυ­νο­μι­κούς και τους ανα­κρι­τι­κούς υπαλ­λή­λους και οι σωφρο­νι­στι­κοί υπάλ­λη­λοι.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.