ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΑ

Η CMAT είναι από το Δουβλίνο, ερωτεύτηκε το σινεμά του Λάνθιμου και γύρισε το νέο της βίντεο κλιπ στην Κω

news room 6 λεπτά ανάγνωση
CMAT

Δια­βά­ζο­ντας το όνομά της ανα­ρω­τιέ­σαι πώς προ­φέ­ρε­ται αλλά και ποιες λέξεις κρύ­βο­νται πίσω

από αυτά τα αρχικά. Τελικά, τα πράγ­ματα είναι πολύ απλά: το C δια­βά­ζε­ται σαν σίγμα, ενώ πρό­κει­ται απλά για τα αρχικά του πραγ­μα­τι­κού της ονό­μα­τος: Κιάρα Μέρι-Άλις Τόμπσον.

Άλλωστε, όλα γύρω από τα τρα­γού­δια αυτής της 27χρονης μου­σι­κού μοιά­ζουν απρο­σποί­ητα. Αλλά και κάπως παρά­ξενα. H CMAT είναι Ιρλανδή, το μαλλί και η φυσιο­γνω­μία της εξάλλου δεν σου αφήνουν πολλά περι­θώ­ρια να σκε­φτείς κάτι άλλο. Οι εργα­το­ώ­ρες της στην κάντρι έχουν εγγρα­φεί βέβαια για τα καλά στη μουσική της, που θα έπαιρ­νες όρκο ότι γρά­φτηκε στο «Nashville», για να επι­κα­λε­στούμε το ομώνυμο κομμάτι της. Και τρα­γου­δάει συχνά σαν να μην ξεπέ­ρασε ποτέ το γεγονός ότι στα 14 της είχε εμμονή με την Κέιτ Μπους.

Όλα αυτά έρχο­νται να δέσουν σε ποπ μελω­δίες που όσο ηλιό­λου­στες και να είναι, αντι­σταθ­μί­ζο­νται από πολύ σκο­τεινά θέματα που αντι­με­τω­πί­ζο­νται πάντα με μια έξυπνη ατάκα. Η CMAT περι­γρά­φει τα μπου­κά­λια του αλκοόλ με σχέσεις που δεν πήγαν καλά, λέει πως νιώθει πολύ ροκ εν ρολ αλλά μοιάζει με δασκάλα γεω­γρα­φίας, έχει μια αδυ­να­μία στους καου­μπό­η­δες και έδωσε στον πρώτο της δίσκο τον αλλό­κοτο και ανορ­θό­γραφο τίτλο «If My Wife New, I’d Be Dead» (περισ­σό­τερα πάνω σε αυτό αργό­τερα).

Τι κάνει, όμως, μια μικρή Ιρλανδή να λατρέ­ψει την κάντρι; «Ο Τζόνι Κας ήταν κάτι σαν την Μπι­γιονσέ όταν ήμουν μικρή. Παρ’ όλο που μεγά­λωσα στο Δου­βλίνο που είναι πολύ μακριά από την Αμερική, το αμε­ρι­κα­νικό στοι­χείο είναι έντονο στην ποπ κουλ­τούρα στην Ιρλαν­δία. Και ιδιαί­τερα η κάντρι μουσική της δεκα­ε­τίας του ‘70 υπήρχε πολύ γύρω μου» λέει η μου­σι­κός από την άλλη άκρη της βιντε­ο­κλή­σης. Όπως ανα­μέ­νει κανείς, μιλάει με τον ίδιο τρόπο που γράφει στίχους, δηλαδή, χωρίς φτια­σι­δώ­ματα: «Η κάντρι μουσική στην Ιρλαν­δία έχει και μεγάλη εγχώρια παρά­δοση. Όμως δεν μου αρέσει η κάντρι της χώρας μου, είναι μόνο για τα φράγκα».

Η CMAT βρί­σκε­ται στο Μπράι­τον και παρότι ο καιρός είναι λίγο τσου­χτε­ρός, μόλις έχει γυρίσει από τη θάλασσα. Πλέον, ζει εκεί, μιας και τα πράγ­ματα στην Ιρλαν­δία δεν είναι και τόσο εύκολα. Πριν μετα­κο­μί­σει, ζούσε με τη γιαγιά και τον παππού της -μια πλη­ρο­φο­ρία που θα βρει κανείς και στο επίσημο σάιτ της.

Τα τρα­γού­δια της CMAT είναι γεμάτα αντι­θέ­σεις και ξαφ­νιά­σματα, μπορεί να ακού­σεις ένα italo disco ψήγμα σε μια μπα­λά­ντα που φλερ­τά­ρει ανοιχτά με τον αμε­ρι­κα­νικό Νότο. Στοι­χεία που απλά προ­έ­κυ­πταν στην πορεία όταν έγραφε τον πρώτο της δίσκο: «Έγραφα ένα ποπ κομμάτι και μετά το ηχο­γρα­φούσα με όλα αυτά τα δια­φο­ρε­τικά ηχητικά στοι­χεία», λέει, παρα­δε­χό­μενη πόσο της αρέσουν οι αντι­θέ­σεις.

Κι είναι αδιαμ­φι­σβή­τητα αστεία. Το χιούμορ είναι αυτό που επι­στρα­τεύει κάθε φορά που βρί­σκε­ται σε μία δύσκολη κατά­σταση. Για την ακρί­βεια, το λεγό­μενο «χιούμορ της κηδείας», όπως εξηγεί. «Ξέρεις, αυτό που κάποιος έχει πεθάνει και το κλίμα είναι πολύ βαρύ, αλλά ξαφνικά συμ­βαί­νει το πιο αστείο πράγμα στην κηδεία. Πιστεύω πως αυτή η λογική είναι ένας τρόπος να αντι­με­τω­πί­σεις και να αντέ­ξεις τα πράγ­ματα. Η ελπίδα μου είναι πως αν κατα­φέρω να βάλω κάτι δύσκολο μέσα σε κάτι όμορφο, ίσως βοηθήσω κάποιους ανθρώ­πους να το αντι­με­τω­πί­σουν».

Επι­λέ­γει, λοιπόν, να απο­δί­δει στη μουσική της με προσιτό τρόπο τα πιο δυσπρό­σιτα και έχει… αλλερ­γία σε όλους εκεί­νους τους μου­σι­κούς που κάνουν εμπό­ρευμα τον πόνο: «Υπάρ­χουν πολλοί μου­σι­κοί που κατα­πιά­νο­νται με θέματα ψυχικής υγείας. Αυτό είναι υπέροχο, αλλά πολλές φορές νιώθω πως το εκμε­ταλ­λεύ­ο­νται αυτό. Και τελικά το διο­γκώ­νουν».

Δεν χωρά αμφι­βο­λία για το αν η μουσική της CMAT είναι φτιαγ­μένη με φρο­ντίδα, το μαρτυρά ο τρόπος που παντρεύει όσα τη χαρα­κτη­ρί­ζουν και όσα αγαπά, αλλά, ακο­λου­θεί μια άλλη φιλο­σο­φία, μακριά από όσα υπα­γο­ρεύ­ουν τα κλισέ του δημιουρ­γού: «Όταν ακούω να λένε “Δουλεύω αυτόν τον δίσκο για τόσα χρόνια, είναι όλη μου η ζωή” δεν μπορώ, με αηδιά­ζει. Νομίζω πως είμαι αλλερ­γική στη σοβα­ρό­τητα. Δεν έχω αυτή τη σχέση με τη μουσική. Κάνω τη δουλειά μου και εκφρά­ζο­μαι μέσα από αυτή. Μπορεί μέσω αυτής να κατα­πιά­νο­μαι με κάποιο δύσκολο θέμα για μένα, αλλά θέλω να την κάνω δια­σκε­δα­στική κι όχι να κάνω τον κόσμο να κλαίει».

Πολύ απλά, «μου αρέσει να γίνομαι βλα­κώ­δης», παρα­δέ­χε­ται η μου­σι­κός. Κάτι που δεν κρύβει πως την έχει βλάψει κιόλας. Γιατί μπορεί να θέλει να μην παίρ­νουν την ίδια στα σοβαρά αλλά τη μουσική της, όμως κάποιος κάποτε δεν έκανε ούτε το δεύτερο, μιας και στις αρχές της καριέ­ρας της είχε ακούσει από δημο­σιο­γράφο πως δεν θα ασχο­λη­θεί με τον δίσκο της, γιατί «δεν ασχο­λεί­ται με κωμική μουσική».

Πάντως, η Δου­βλι­νέζα δεν πτο­εί­ται κι έναν χρόνο μετά το ντε­μπούτο της δου­λεύει ήδη νέα μουσική, που αυτή τη φορά θα αφορά σε έναν χωρισμό και την οποία απο­φά­σισε να γράψει ξεφεύ­γο­ντας από τη λογική κουπλέ-ρεφρέν, κουπλέ-ρεφρέν.

Όταν βέβαια, δεν γράφει τρα­γού­δια, η CMAT βλέπει φανα­τικά σινεμά. Και μόνο κοι­τώ­ντας τους τίτλους των κομ­μα­τιών του πρώτου δίσκου της, το κατα­λα­βαί­νεις: βαφτί­ζει ένα από αυτά «Groundhog Day» κι αφιε­ρώ­νει ένα άλλο στον σπου­δαίο σκη­νο­θέτη «Peter Bogdanovich» -μεταμορφώνεται κιόλας σε αυτόν στο βίντεο του τρα­γου­διού, που έχει κάτι από την ταινία «Paper Moon».

Τη ρωτάω αν σκέ­φτηκε ποτέ να κατα­πια­στεί με το σινεμά. «Είμαι περ­φόρ­μερ, αλλά δεν μοιάζω με κάποια που θα μπο­ρούσε να μπει τόσο εύκολα στην κινη­μα­το­γρα­φική βιο­μη­χα­νία. Δεν είμαι σαν τη Μάργκοτ Ρόμπι, είμαι περισ­σό­τερο σαν τη Φίμπι Γουόλερ-Μπριτζ» λέει αυτο­σαρ­κα­ζό­μενη, για να κλει­δώ­σει στις επι­λο­γές της: «Νομίζω ότι αυτό που μπορώ να κάνω είναι μουσική. Μπορείς να φτιά­ξεις ένα κομμάτι, με πολύ λίγα έξοδα, και η φωνή σου να ακου­στεί».

Εκτός αυτού, έχει «κλει­δώ­σει» και στη μεγάλη ερώτηση που ταλα­νί­ζει τόσους και τόσους σινεφίλ, στο ποια είναι δηλαδή η αγα­πη­μένη της ταινία όλων των εποχών: «Ο Αστακός» του Γιώργου Λάν­θι­μου. Τη συν­δέ­ουν κι άλλα πράγ­ματα με την πρώτη ξενό­γλωσση ταινία του Έλληνα σκη­νο­θέτη, πέρα από την καλ­λι­τε­χνική εκτί­μηση, μιας και γυρί­στηκε εν μέρει σε ένα εμπο­ρικό κέντρο στην περιοχή που μεγά­λωσε και που συνή­θιζε να κάνει βόλτες μετά το σχολείο.

Ανα­κα­λύ­πτο­ντας το σινεμά του Γιώργου Λάν­θι­μου, η CMAT θέλησε να ανα­κα­λύ­ψει και την Ελλάδα. Τα τελευ­ταία χρόνια δούλευε συνεχώς και στον ελεύ­θερο χρόνο της έδινε συναυ­λίες. Με εκείνα και με τα άλλα, συνει­δη­το­ποί­ησε πέρυσι το καλο­καίρι πως έχει να πάει κανο­νι­κές δια­κο­πές από τα 17 της. Σε μια απόφαση της στιγμής, έκλεισε με τους φίλους της εισι­τή­ρια για τη Σαντο­ρίνη.

Την ερω­τεύ­τηκε ακα­ριαία. Το τοπίο, το φαγητό και κυρίως τους ανθρώ­πους, που της θυμί­ζουν τόσο πολύ τους Ιρλαν­δούς: «Είναι φοβερό να βρί­σκε­σαι στο πιο όμορφο μέρος στον κόσμο και οι άνθρω­ποι να έχουν και χιούμορ. Που έχουν επίσης και στο Δου­βλίνο, μόνο που δεν είναι το πιο όμορφο μέρος στον κόσμο», σχο­λιά­ζει με ενθου­σια­σμό.

Οι δια­κο­πές τελεί­ω­σαν, όχι όμως και το πάθος της CMAT για τη χώρα μας, μιας και άρχισε να τη μελε­τάει όλο και πιο πολύ. Συγ­χρό­νως, έγραψε ένα κομμάτι με τίτλο «Whatever’s Inconvenient» για το οποίο θα γυρ­νούσε ένα βίντεο κλιπ. «Τα βίντεο κλιπ είναι πολύ δύσκολα, χρειά­ζο­νται πολλή προ­σπά­θεια, πολλή δουλειά, χρήματα και στο τέλος τα βλέπουν πέντε άτομα. Είπα όμως στη δισκο­γρα­φική πως δεν με νοιάζει, θέλω το βίντεο να γυρι­στεί στην Ελλάδα» εξηγεί.

Πηγή kathimerini.gr

Ελένη Τζαν­νά­του

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.