ΑΠΟΨΕΙΣ

“Γιατί τα νησιά μπορούν να είναι κάτι περισσότερο από τουριστικοί προορισμοί”

news room
20 λεπτά ανάγνωση

Η πρω­το­φα­νής, για τον σύγ­χρονο κόσμο, διάρ­κεια και εξέλιξη της παν­δη­μίας δεν έχει αφήσει ανε­πη­ρέ­α­στες ούτε τις νησιω­τι­κές περιο­χές. Δύο χρόνια μετά το ξέσπα­σμα της παν­δη­μίας, οι τελευ­ταίες εξα­κο­λου­θούν να δοκι­μά­ζο­νται τόσο λόγω της παν­δη­μι­κής κρίσης όσο και λόγω των προ­κλή­σεων που συν­δέ­ο­νται με την ίδια τη φύση τους αλλά και με την προ­σέγ­γιση που συνήθως τους επι­φυ­λάσ­σε­ται.

Στη συνέ­ντευξη που παρα­χώ­ρησε στο ΕΝΑ ο καθη­γη­τής Κοι­νω­νιο­λο­γίας στο Πανε­πι­στή­μιο της Μάλτας Godfrey Baldacchino αναλύει τα ιδιαί­τερα χαρα­κτη­ρι­στικά που συν­θέ­τουν την πολυ­διά­στατη έννοια της νησιω­τι­κό­τη­τας και εξηγεί πώς και γιατί τα νησιά μπορούν να είναι κάτι περισ­σό­τερο από του­ρι­στι­κοί προ­ο­ρι­σμοί: Αν η νησιω­τι­κό­τητα είναι ένα «νόμισμα με δύο όψεις», τότε οι νησιω­τι­κές περιο­χές έχουν ανάγκη από τη χάραξη και υλο­ποί­ηση ολο­κλη­ρω­μέ­νων πολι­τι­κών, που θα αντα­πο­κρί­νο­νται στις ιδιαί­τε­ρες απαι­τή­σεις της γεω­γρα­φίας αλλά και της ιστο­ρίας τους, με την ενεργό συμ­με­τοχή των πολιτών που δια­μέ­νουν μόνιμα σε αυτές.

Για μια κατε­ξο­χήν νησιω­τική χώρα όπως η Ελλάδα, το 18,7% της συνο­λι­κής επι­φά­νειας και το 15% του συνο­λι­κού πλη­θυ­σμού της οποίας είναι νησιά και κάτοι­κοι νησιών, αντί­στοιχα, και η οικο­νο­μία της οποίας εξαρ­τά­ται κατά κύριο λόγο από τον του­ρι­σμό των νησιω­τι­κών περιο­χών, οι επι­ση­μάν­σεις του Baldacchino απο­δει­κνύ­ο­νται καίριες.

* Τη συνέ­ντευξη πήρε η Αγγε­λική Μητρο­πού­λου, Υπο­ψή­φια Διδά­κτωρ Πανε­πι­στη­μίου Αιγαίου και Επι­στη­μο­νική Συνερ­γά­τιδα ΕΝΑ

Στην ελλη­νική γλώσσα χρη­σι­μο­ποιεί­ται η λέξη «νησιω­τι­κό­τητα» για την περι­γραφή ενός συνόλου χαρα­κτη­ρι­στι­κών των νησιών. Στη διεθνή βιβλιο­γρα­φία, ωστόσο, η έννοια της νησιω­τι­κό­τη­τας απο­δί­δε­ται πολλές φορές με δύο δια­κρι­τούς, αν και συχνά εναλ­λασ­σό­με­νους, όρους: «islandness» και «insularity». Πόσο επί­καιρη είναι σήμερα η συζή­τηση για την εννοιο­λο­γική διά­σταση ανάμεσα στους δύο αυτούς όρους;

Η απά­ντηση δεν είναι απλή. Γι’ αυτό και θα ξεκι­νήσω από την τρέ­χουσα συζή­τηση στις νησιω­τι­κές σπουδές. Φαί­νε­ται ότι ο λόγος για τον οποίο τα νησιά ανα­δει­κνύ­ο­νται σήμερα εκ νέου σε ενδια­φέ­ρον θέμα, στο επίπεδο του φαντα­σια­κού, των ασκού­με­νων πολι­τι­κών, αλλά και ευρύ­τερα στη θεμα­το­λο­γία που απα­σχο­λεί τόσο τους ίδιους τους νησιώ­τες όσο και τους κατοί­κους των ηπει­ρω­τι­κών περιο­χών, είναι η συμβολή των νησιω­τι­κών περιο­χών στην αντι­με­τώ­πιση της κλι­μα­τι­κής αλλαγής και την προ­ώ­θηση της βιω­σι­μό­τη­τας: Σήμερα οι ίδιοι οι πολίτες λαμ­βά­νουν πρω­το­βου­λίες για να μειώ­σουν το περι­βαλ­λο­ντικό τους απο­τύ­πωμα, προ­τεί­νο­ντας και εφαρ­μό­ζο­ντας στην πράξη οικο­συ­στή­ματα και οικο­νο­μικά συστή­ματα που βλά­πτουν λιγό­τερο το περι­βάλ­λον. Πολύ συχνά τα νησιά χρη­σι­μο­ποιού­νται ως παρά­δειγμα για να κατα­δει­χθεί, ακριβώς, ότι αυτό είναι εφικτό.

Τα νησιά σήμερα ανα­πτύσ­σουν ένα ολοένα και περισ­σό­τερο επι­χει­ρη­μα­τικό πνεύμα, ανα­πτύσ­σο­ντας όχι μόνο μηχα­νι­σμούς για την κατα­πο­λέ­μηση της κλι­μα­τι­κής αλλαγής και την επέν­δυση σε καθαρές μορφές ενέρ­γειας ή στην «μπλε οικο­νο­μία» κ.λπ. αλλά και πρω­το­βου­λίες για την προ­σέλ­κυση του­ρι­στών που δεν βλά­πτουν τόσο πολύ το περι­βάλ­λον. Οι τελευ­ταίοι είναι συνήθως μορ­φω­μέ­νοι, μένουν για μεγα­λύ­τερο χρονικό διά­στημα [στον προ­ο­ρι­σμό που θα επι­λέ­ξουν], ενώ τους αρέσει να γνω­ρί­ζουν και­νού­ριους ανθρώ­πους και να επι­σκέ­πτο­νται σημεία ενδια­φέ­ρο­ντος και όχι απα­ραί­τητα να περνούν όλη τους τη μέρα στην παραλία.

Όλα αυτά απο­τε­λούν καλά νέα για τα νησιά, φέρ­νο­ντάς τα και πάλι στο προ­σκή­νιο μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Μετά την πτώση του Τείχους του Βερο­λί­νου, τα νησιά βρί­σκο­νταν στο επί­κε­ντρο για γεω­πο­λι­τι­κούς κυρίως λόγους. Τώρα η εστίαση έχει μετα­το­πι­στεί σε γεω­οι­κο­νο­μικά θέματα. Κάπως έτσι μπο­ρούμε εν συντο­μία να περι­γρά­ψουμε τη μετα­βολή που έχει συντε­λε­στεί.

Μέσα σε όλα αυτά, η σημειο­λο­γική συζή­τηση νομίζω ότι συνε­χί­ζε­ται διότι οι νησιώ­τες παλεύ­ουν διαρκώς ενάντια σε μια απλου­στευ­τική θεώρηση των νησιών: Επειδή είναι νησιά, όχι επειδή κάνουν ή δεν κάνουν κάτι, αλλά μόνο και μόνο επειδή είναι νησιά, ξεκι­νούν με αρνη­τικό φορτίο. Και αυτό στην αγγλική, αλλά και σε αρκετές άλλες γλώσσες, απο­δί­δε­ται με τη χρήση της λέξης «insularity»: Ο Αμε­ρι­κα­νός οικο­νο­μο­λό­γος Michael Porter στο βιβλίο του The Competitive Advantage of Nations ανα­φέ­ρε­ται μία μόνο φορά στα νησιά, για να περι­γρά­ψει συγκε­κρι­μέ­νες πρα­κτι­κές οι οποίες είναι στε­νό­μυα­λες, ανθρώ­πους συντη­ρη­τι­κούς, που δεν ενδια­φέ­ρο­νται για και­νού­ριες ιδέες. Όλη αυτή τη συνθήκη την περι­γρά­φει ως «insular». Εμείς οι νησιώ­τες και οι θεω­ρη­τι­κοί των νησιω­τι­κών σπουδών έχουμε να ανα­με­τρη­θούμε με ένα βουνό προ­κα­τα­λή­ψεων και άγνοιας.

Η συζή­τηση φυσικά δεν περιο­ρί­ζε­ται μόνο στη σημειο­λο­γία. Πιστεύω ακρά­δα­ντα ότι τα νησιά πρέπει να ξεκι­νούν από ουδέ­τερη αφε­τη­ρία. Ο όρος «islandness», που προ­τεί­νε­ται ως εναλ­λα­κτι­κός, σε αντί­θεση με τον όρο «insularity», είναι ουδέ­τε­ρος. Η λέξη «islandness» ανα­φέ­ρε­ται στη συνθήκη του να είναι μια περιοχή νησιω­τική. Αυτό είναι όλο. Τελεία.

Τώρα φυσικά μπο­ρούμε να συνε­χί­σουμε τη συζή­τηση, αν ανα­ρω­τη­θούμε ποια είναι αυτή η συνθήκη; Υπάρ­χουν διά­φο­ρες μετα­βλη­τές – θα ανα­φερθώ στη συνέ­χεια στις βασι­κό­τε­ρες από αυτές. Η απά­ντησή μου φυσικά εξαρ­τά­ται από το επι­στη­μο­νικό μου υπό­βα­θρο. Είμαι κοι­νω­νι­κός επι­στή­μο­νας, οπότε έχω δια­φο­ρε­τική οπτική από κάποιον που ασχο­λεί­ται με το θέμα από τη σκοπιά της λογο­τε­χνίας ή της βιο­λο­γίας. Ωστόσο, εκτιμώ ότι μπο­ρούμε να συμ­φω­νή­σουμε ότι τα βασικά χαρα­κτη­ρι­στικά της νησιω­τι­κό­τη­τας είναι τα εξής: αρχικά, ανα­φε­ρό­μα­στε στη γεω­γρα­φία ενός νησιού. Μιλάμε για ένα κομμάτι γης που περι­κλεί­ε­ται από νερό. Πρέπει να υπάρχει το στοι­χείο του νερού. Οπότε, ας μη μας απα­σχο­λή­σουν έννοιες όπως «νησιά στην πόλη», «νησιά στην έρημο» ή «νησιά στην κορυφή ενός βουνού». Πρέπει να το ξεκα­θα­ρίσω αυτό, γιατί οι βιο­λό­γοι ανα­φέ­ρο­νται σε αυτά τα περι­βάλ­λο­ντα επίσης ως «νησιά» και στους κατοί­κους τους ως «απο­μο­νω­μέ­νους», με τα δικά τους εξε­λι­κτικά μοτίβα, είδη, και πάει λέγο­ντας. Αλλά αυτό ισχύει στη βιο­λο­γία.

Νομίζω ότι είναι σημα­ντικό να θυμί­ζουμε στους εαυτούς μας ότι το νερό είναι κρίσιμη παρά­με­τρος για να κατα­νο­ή­σει κανείς τη ζωή στο νησί. Είναι αδύ­να­τον να κατα­λά­βει κανείς τι συμ­βαί­νει σε ένα νησί χωρίς το υδάτινο στοι­χείο που το περι­κλείει. Αυτό είναι εξαι­ρε­τικά σημα­ντικό για τις νησιω­τι­κές σπουδές. Είμαστε ακόμα προ­κα­τει­λημ­μέ­νοι, γιατί εξε­τά­ζουμε τα νησιά από την οπτική γωνία της στεριάς, ενώ θα έπρεπε να τα εξε­τά­ζουμε υπό το πρίσμα του συνε­χούς ξηράς – θάλασ­σας. Ένας Γάλλος κοι­νω­νιο­λό­γος χρη­σι­μο­ποιεί την έννοια «meritoire», από το συν­δυα­σμό των λέξεων «mer» και «territoire»· και η Αμε­ρι­κα­νίδα θεω­ρη­τι­κός Elizabeth De Loughrey ανα­φέ­ρε­ται στη συνθήκη αυτή ως «terraqueousness». Ας προ­σπα­θή­σουμε να θυμό­μα­στε ότι πρό­κει­ται για τη στεριά και τη θάλασσα μαζί, για ένα συνεχές στεριάς – θάλασ­σας, μία έννοια, αν γίνομαι κατα­νοη­τός.

Ο Γάλλος ανθρω­πο­λό­γος Joël Bonnemaison, όταν πραγ­μα­το­ποιούσε έρευνα στον Βόρειο Ειρη­νικό, έγραψε ένα βιβλίο που λεγόταν Η πιρόγα και το δέντρο. Το δέντρο συμ­βο­λί­ζει το «ρίζωμα», δεν μετα­κι­νεί­ται· αντί­θετα, η πιρόγα είναι ένα κινητό μετα­φο­ρικό μέσο, φτιαγ­μένο όμως από το φλοιό του δέντρου. Η αλλη­γο­ρία αυτή βοηθάει να δει κανείς το συν­δυα­σμό στεριάς – θάλασ­σας μέσα από ένα πολύ ενδια­φέ­ρον πρίσμα. Αυτό συνιστά και την «καρδιά» της νησιω­τι­κό­τη­τας. Δεν πιστεύω να έχει κανείς αντίρ­ρηση σε αυτό, ανε­ξάρ­τητα από το επι­στη­μο­νικό του υπό­βα­θρο. Από εκεί και μετά μπο­ρούμε να αρχί­σουμε να προ­σθέ­τουμε χαρα­κτη­ρι­στικά.

Έτσι, αν αυτό, δηλαδή ο συν­δυα­σμός στεριάς – θάλασ­σας, είναι η γεω­γρα­φία ενός νησιού, η ιστορία του νησιού έχει να κάνει με τη σύνδεση. Ενώ η γεω­γρα­φία ανα­φέ­ρε­ται στην απο­μο­νω­μένη επι­κρά­τεια που περι­κλεί­ε­ται από νερό και στα είδη που δια­βιούν σε αυτή, αν αυτό το μέρος είχε κάποτε κατοι­κη­θεί ή κατοι­κεί­ται ακόμα, θα έχει ιστορία· διότι η ιστορία σχε­τί­ζε­ται με τους ανθρώ­πους. Και, κατά κανόνα, αυτή η ιστορία θα αφορά την κινη­τι­κό­τητα από και προς το νησί, είτε πρό­κει­ται για ανθρώ­πους που φεύγουν, μετα­να­στεύ­ουν, πηγαί­νουν για τα καλά κάπου αλλού ή επι­στρέ­φουν, είτε για το εμπόριο, τις εξα­γω­γές ή την εισα­γωγή νέων προ­ϊ­ό­ντων αλλά και ιδεών – τα περισ­σό­τερα νησιά είναι μάλλον κοσμο­πο­λί­τικα. Η ιστορία έχει να κάνει με την επαφή, και αυτό θα μπο­ρούσε να είναι η άλλη πλευρά του νομί­σμα­τος.

Η γεω­γρα­φία υπο­δη­λώ­νει τι είναι ένα νησί: ένα κομμάτι γης που περι­κλεί­ε­ται από νερό. Ενώ η ιστορία έχει να κάνει με την επαφή. Αν τώρα πρό­κει­ται για την επαφή με άλλα μέρη, τότε εισέρ­χε­ται στη συζή­τηση και η ηπει­ρω­τική χώρα. Έτσι, η νησιω­τι­κό­τητα έχει να κάνει και με τη σχέση του νησιού με την ηπει­ρω­τική χώρα, συνήθως με το πιο κοντινό σημείο αυτής, αν και όχι απα­ραί­τητα. Η Γαλλική Πολυ­νη­σία, για παρά­δειγμα, στον Ειρη­νικό, έχει ως σημείο ανα­φο­ράς στην ηπει­ρω­τική χώρα το Παρίσι. Για αποι­κιο­κρα­τι­κούς, εμπο­ρι­κούς, νομι­σμα­τι­κούς λόγους, η μητρόπολη-σημείο ανα­φο­ράς της είναι το Παρίσι.

Έχουμε λοιπόν τη γεω­γρα­φία ( = απο­μό­νωση), έχουμε την ιστορία ( = επαφή), έχουμε και τη σχέση μεταξύ νησιών και ηπει­ρω­τι­κής χώρας. Και εκεί είναι που μπαίνει η έννοια του «απο­μα­κρυ­σμέ­νου». Το μέγεθος της απο­μό­νω­σης, ο βαθμός στον οποίο ένα νησί είναι απο­κομ­μένο από την ηπει­ρω­τική χώρα και η φύση της ιστο­ρίας του θα καθο­ρί­σουν το πόσο απο­μα­κρυ­σμένο είναι. Αν είναι πολύ κοντά στην ηπει­ρω­τική χώρα, πολύ συχνά δεν μπορεί παρά να «καπε­λω­θεί», να «κυριευ­θεί» από όσα συμ­βαί­νουν σε αυτή. Και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, που το νησί συν­δέ­ε­ται με την ηπει­ρω­τική χώρα. Σε κάποιες περι­πτώ­σεις ακόμα και με φυσικό τρόπο. Έτσι, αν έχεις ένα νησί που είναι πολύ κοντά στην ηπει­ρω­τική χώρα, την Εύβοια, για παρά­δειγμα, δεν μπορείς παρά να το προ­σεγ­γί­ζεις ως προ­έ­κταση της ηπει­ρω­τι­κής χώρας, γιατί δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Αυτή είναι η μοίρα μιας τέτοιας περιο­χής.

Έπειτα έχουμε την κλίμακα, ως συνάρ­τηση του μεγέ­θους: Δεν θυμί­ζουν όλα τα νησιά νησί. Αν είσαι στο κέντρο της Βρε­τα­νίας, όπως τότε που έκανα τη διδα­κτο­ρική μου δια­τριβή στο Warwick και πέρασα έναν ολό­κληρο χρόνο στο Coventry, σας δια­βε­βαιώ πως σε καμία περί­πτωση δεν νιώθεις ότι βρί­σκε­σαι σε νησί. Η αίσθηση νησιω­τι­κό­τη­τας είναι εξαι­ρε­τικά αμυδρή. Η νησιω­τι­κό­τητα της Βρε­τα­νίας ανα­δεί­χθηκε πρό­σφατα με αφορμή το Brexit και τα προ­βλή­ματα που έχουν ανα­κύ­ψει ακριβώς επειδή το Ηνωμένο Βασί­λειο δεν είναι νησί. Διότι, αν ήταν νησί, θα ήταν πολύ πιο εύκολο να οριστεί ένα σύνορο με την Ευρω­παϊκή Ένωση. Δυστυ­χώς, το Ηνωμένο Βασί­λειο είναι «ένα νησί και κάτι». Και το «σκληρό σύνορο» μεταξύ της Βόρειας Ιρλαν­δίας και της Δημο­κρα­τίας της Ιρλαν­δίας είναι, όπως θα γνω­ρί­ζετε, αυτό που δημιουρ­γεί όλα τα προ­βλή­ματα. Μια «νησιω­τική» λύση θα ήταν μια ωραία λύση, αλλά δεν είναι εφικτή.

Το τελευ­ταίο κρι­τή­ριο [της νησιω­τι­κό­τη­τας] είναι ο κατα­κερ­μα­τι­σμός. Οφεί­λουμε να θυμό­μα­στε ότι τα νησιά είναι κερ­μα­τι­σμένα. Όταν ανα­φε­ρό­μα­στε σε αυτά, συνήθως δεν εννο­ούμε ένα μεμο­νω­μένο νησί· εννο­ούμε πολλά μαζί, γιατί κάθε νησί τείνει να έχει τα δικά του νησιά. Και σε κάποιες περι­πτώ­σεις ένα (μεγα­λύ­τερο) νησί απο­τε­λεί την «ηπει­ρω­τική χώρα»-σημείο ανα­φο­ράς ενός μικρό­τε­ρου νησιού. Αυτό συμ­βαί­νει και στην περί­πτωση του Αιγαίου. Αν ρίξουμε, για παρά­δειγμα, μια ματιά στις ακτο­πλοϊ­κές συν­δέ­σεις, θα δια­πι­στώ­σουμε ότι, για να φτά­σουμε σε ένα μικρό [αιγαιο­πε­λα­γί­τικο] νησί, χρειά­ζε­ται να πάμε πρώτα σε ένα άλλο (μεγα­λύ­τερο) νησί. Έτσι, από την πλευρά του μικρό­τε­ρου νησιού, το μεγάλο νησί μετα­τρέ­πε­ται στην κοντι­νό­τερη «ηπει­ρω­τική περιοχή». Νομίζω ότι αυτό συνο­ψί­ζει τι είναι η νησιω­τι­κό­τητα.

Όλα αυτά είναι απο­λύ­τως αντι­κει­με­νικά, μετρή­σιμα κρι­τή­ρια. Το μόνο δια­φι­λο­νι­κού­μενο ζήτημα είναι το αν κανείς συμ­φω­νεί ότι είναι κρίσιμα και ενδη­μικά για την κατά­σταση των νησιών ή όχι. Κατά τη γνώμη μου, είναι. Είναι αδύ­να­τον να συζη­τή­σεις για τα νησιά χωρίς να συζη­τή­σεις για όλα αυτά. Είναι χρήσιμο να τα επι­με­ρί­ζει κανείς με τέτοιον τρόπο ώστε να γίνο­νται κατα­νοητά, όταν προ­σπα­θείς να τα εξη­γή­σεις σε κάποιον, όπως κάνω εγώ τώρα. Ωστόσο, πρέπει να έχουμε κατά νου ότι με τον τρόπο αυτό υπο­βαθ­μί­ζουμε την εσω­τε­ρική σχέση μεταξύ των κατη­γο­ριών.

Η κλι­μα­τική αλλαγή είναι σήμερα κάτι περισ­σό­τερο από μια έννοια «της μόδας». Πόσο εκτι­μάτε ότι κιν­δυ­νεύ­ουν οι νησιω­τι­κές περιο­χές και κατά πόσον οι κυβερ­νή­σεις παίρ­νουν μέτρα για την προ­στα­σία τους; Υπάρ­χουν κάποιες ενδει­κτι­κές καλές πρα­κτι­κές στο πεδίο;

Άλλη μία πολύ περί­πλοκη ερώτηση. Και οι απα­ντή­σεις που υπο­νο­ού­νται στις πολ­λα­πλές ερω­τή­σεις που κρύ­βο­νται στην ερώτηση αυτή είναι σχεδόν πάντα «όχι». Οι άνθρω­ποι ολοένα και περισ­σό­τε­ροι αντι­λαμ­βά­νο­νται ότι η κλι­μα­τική αλλαγή είναι ένα υπαρκτό πρό­βλημα. Ωστόσο, μεγάλο μέρος των πόρων που δια­τί­θε­νται για τα νησιά προ­ο­ρί­ζε­ται για την αντι­με­τώ­πιση ή την προ­σαρ­μογή στην κλι­μα­τική αλλαγή. Αλλά σε πολλές άλλες περι­πτώ­σεις η απειλή δεν είναι τόσο άμεση. Συνεπώς, ενώ η απειλή είναι παρούσα, κατά πάσα πιθα­νό­τητα αφορά το μέλλον, και μάλιστα όχι το ορατό μέλλον. Είναι ένα πρό­βλημα, αλλά για πολλές νησιω­τι­κές οντό­τη­τες είναι ένα πρό­βλημα του μέλ­λο­ντος. Και τα πιε­στικά προ­βλή­ματα του παρό­ντος θεωρώ ότι αξίζουν μεγα­λύ­τερη προσοχή από τα προ­βλή­ματα του μέλ­λο­ντος. Δεν λέω ότι θα έπρεπε να επι­λέ­ξουμε το ένα είτε το άλλο, αλλά, με όρους προ­τε­ραιο­ποί­η­σης, θεωρώ ότι το άμεσο είναι πιο σημα­ντικό από αυτό που μας επι­φυ­λάσ­σει το μέλλον.

Ποια διδάγ­ματα έχετε αντλή­σει από τα δύο αυτά χρόνια της παν­δη­μι­κής κρίσης για την ανά­πτυξη των μικρών νησιών;

Υπάρχει μια διαρκώς ανα­πτυσ­σό­μενη βιβλιο­γρα­φία στο πεδίο. Υπάρ­χουν δημο­σιεύ­σεις που αφορούν συγκε­κρι­μέ­νες περι­πτώ­σεις νησιών και νησιω­τι­κών κρατών, καθώς και ειδικές βάσεις δεδο­μέ­νων. Πρώτον, γνω­ρί­ζουμε με βεβαιό­τητα ότι υπάρ­χουν κάποια νησιά που παρα­μέ­νουν «Covid-free», καθώς έκλει­σαν πολύ γρήγορα τα σύνορά τους στους επι­σκέ­πτες τον Φεβρουά­ριο του 2020 και απο­φά­σι­σαν να τα κρα­τή­σουν κλειστά. Παρ’ όλα αυτά, είναι η εξαί­ρεση, όχι ο κανόνας. Υπάρ­χουν, ακόμα, ορι­σμένα νησιω­τικά κράτη στον Ειρη­νικό Ωκεανό, κάποιες νησιω­τι­κές περιο­χές, όπως η νήσος Αγία Ελένη στον Ατλα­ντικό Ωκεανό, και λίγα πολύ μικρά μέρη ακόμα, που είχαν το οικο­νο­μικό περι­θώ­ριο να κλεί­σουν τα σύνορά τους και να δουν πώς θα εξε­λι­χθούν τα πράγ­ματα. Αυτό όμως σημαί­νει ότι δεν έχουν απο­κτή­σει φυσική ανοσία στον ιό. Δεν είχαν κανένα κρούσμα και φυσικά είχαν μηδε­νι­κούς θανά­τους, πράγμα που μπορεί να ακού­γε­ται καλό, σχεδόν παρα­δει­σέ­νιο, ωστόσο εκτιμώ ότι είναι ένας παρά­δει­σος υπό αμφι­σβή­τηση, γιατί αυτό μπορεί τελικά μακρο­πρό­θε­σμα να μη λει­τουρ­γή­σει. Κάποια στιγμή τα νησιά αυτά θα χρεια­στεί να ξανα­νοί­ξουν τα σύνορά τους. Και θα πρέπει να περι­μέ­νουμε για να δούμε τι θα συμβεί.

Δεύ­τε­ρον (και αυτό είναι που σας έλεγα για τη Μάλτα, την Ισλαν­δία και ορι­σμένα ακόμα μέρη), τα νησιά μετέ­τρε­ψαν την απο­μό­νωσή τους σε πλε­ο­νέ­κτημα, καθώς έχουν κατα­φέ­ρει να ελέγ­ξουν στην κυριο­λε­ξία ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει από το έδαφός τους. Εάν έχεις πολύ λίγα σημεία εισόδου, μπορείς να τα ελέγ­ξεις με μεγα­λύ­τερη απο­τε­λε­σμα­τι­κό­τητα. Ας πάρουμε για παρά­δειγμα τη Μάλτα, ένα από τα νησιά που γνωρίζω καλύ­τερα: Η κοντι­νό­τερη στεριά είναι η Σικελία, που βρί­σκε­ται 70 μίλια μακριά. Αν λοιπόν θελήσει κάποιος να εισέλ­θει στη χώρα, είναι αδύνατο να δια­σχί­σει αυτή την από­σταση κολυ­μπώ­ντας. Αν προ­σπα­θή­σει να την προ­σεγ­γί­σει με μικρό σκάφος, εκτιμώ ότι κιν­δυ­νεύει να πνιγεί, οπότε απαι­τεί­ται σκάφος συγκε­κρι­μέ­νου μεγέ­θους, το λιγό­τερο. Και αν συντρέ­χει αυτή η προ­ϋ­πό­θεση, τότε θα πρέπει να γίνει και η απαι­τού­μενη δήλωση στη λιμε­νική αρχή. Η λιμε­νική υπη­ρε­σία είναι επο­μέ­νως το ένα σημείο εισόδου. Έπειτα, υπάρχει το Μεγάλο Λιμάνι, από όπου γίνεται η ακτο­πλοϊκή σύνδεση με τη Σικελία μέσω φερι­μπότ και όπου δένουν τα κρουα­ζιε­ρό­πλοια και τα πλοία που μετα­φέ­ρουν σιτηρά, καύσιμα κ.λπ. Αυτό είναι το δεύτερο σημείο εισόδου. Υπάρχει, επίσης, ο τερ­μα­τι­κός σταθμός εμπο­ρευ­μα­το­κι­βω­τίων στην Kalafrana, κυρίως για τη μετα­φόρ­τωση εμπο­ρευ­μά­των, καθώς και ένα και μονα­δικό διεθνές αερο­δρό­μιο. Αυτό είναι όλο. Δεν υπάρ­χουν άλλα σημεία εισόδου στη χώρα. Ως εκ τούτου, είναι πολύ εύκολο να δια­σφα­λι­στεί ότι δεν υπάρ­χουν «διαρ­ροές στο σύστημα». Έτσι, κάθε φορά που υπάρχει κάποιο κρούσμα, είναι πολύ εύκολη η ιχνη­λά­τηση, ο εντο­πι­σμός και άλλων ατόμων που είναι πιθανό να έχουν εκτεθεί ή προ­σβλη­θεί από τον ιό, με απο­τέ­λε­σμα αυτό που περιέ­γραψα νωρί­τερα: μια μάλλον σταθερή κατά­σταση, η οποία έχει οριο­θε­τη­θεί με επι­στη­μο­νικό σχεδόν τρόπο.

Παρε­μπι­πτό­ντως, η Μάλτα και άλλα μικρά νησιω­τικά κράτη, όπως οι Σεϋ­χέλ­λες και η Ισλαν­δία, είναι μεταξύ των χωρών με τα υψη­λό­τερα ποσοστά εμβο­λια­σμού στον κόσμο. Σύμφωνα με το περιο­δικό Economist (βλ. το τεύχος της 11ης Σεπτεμ­βρίου 2021),  η Μάλτα έρχεται πρώτη, με 99% εμβο­λια­στική κάλυψη τόσο για την πρώτη όσο και για τη δεύτερη δόση. Ακο­λου­θούν τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, που είναι άλλη μια μικρή χώρα. Συνεπώς, οι περισ­σό­τε­ρες σχετικά μικρές χώρες, μερικές εκ των οποίων είναι νησιά, έχουν υψηλά ποσοστά εμβο­λια­στι­κής κάλυψης. Και αυτό, πάλι, έχει πιθα­νό­τατα να κάνει με το γεγονός ότι [στις χώρες αυτές] το πολι­τικό σύστημα, το κράτος, είναι «παντα­χού παρόν». Έτσι, αν το κράτος απο­φα­σί­σει ότι αυτή είναι η [ορθή] πολι­τική, έχει τον τρόπο να το μάθουν στην κυριο­λε­ξία οι πάντες. Είτε από στόμα σε στόμα, είτε μέσω των εκπρο­σώ­πων του, του ραδιο­φώ­νου, της τηλε­ό­ρα­σης, των εφη­με­ρί­δων ή των μέσων κοι­νω­νι­κής δικτύ­ω­σης. Είναι αδύ­να­τον να μείνει κανείς απ’ έξω, να μην ξέρει τι γίνεται. Βοηθάει, επίσης, το ότι τα κυρί­αρχα πολι­τικά κόμματα συμ­φω­νούν στην ακο­λου­θη­τέα πολι­τική. Δεν υπάρ­χουν δια­φω­νίες ως προς την ασκού­μενη πολι­τική ή τις λεπτο­μέ­ρειές της. Για να το πούμε αλλιώς, έχει δια­μορ­φω­θεί ένα είδος συναι­νε­τι­κής πολι­τι­κής. Αυτό εκτιμώ ότι απα­ντάει σε αυτή την πολύ σύνθετη ερώτηση.

Αν μου επι­τρέ­πετε, θα ήθελα να προ­σθέσω ένα ακόμη σημείο, καθώς τα νησιά επα­να­κάμ­πτουν ως μέρη τα οποία πολλοί άνθρω­ποι θα επέ­λε­γαν για να ζήσουν. Και σε αυτή την περί­πτωση η επί­δραση της παν­δη­μίας απο­δει­κνύ­ε­ται κατα­λυ­τική: έκανε κάποιους να συνει­δη­το­ποι­ή­σουν ότι μπορούν να δου­λεύ­ουν από το σπίτι – πολλοί από εμάς, άλλωστε, βρε­θή­καμε σε αυτή τη συνθήκη. Και αν έχει κανείς καλή σύνδεση στο δια­δί­κτυο, πιθανόν να μπορεί να δου­λέ­ψει από οπου­δή­ποτε. Υπάρ­χουν λοιπόν άνθρω­ποι που δού­λευαν στη Νέα Υόρκη και τώρα δου­λεύ­ουν από τα νησιά Μπαρ­μπέι­ντος. Γιατί τα Μπαρ­μπέι­ντος εισή­γα­γαν μια βίζα ειδικά για Αμε­ρι­κα­νούς πολίτες που θα εισέρ­χο­νται στη χώρα, θα ζουν στα Μπαρ­μπέι­ντος, αλλά δεν θα δου­λεύ­ουν για τα Μπαρ­μπέι­ντος. Δεν χρειά­ζο­νται βίζα εργα­σίας, αλλά βίζα κατοι­κίας.

Ακόμα και πριν από την παν­δη­μία, κάτοι­κοι των αστικών κέντρων που είχαν υποστεί αρκετή εγκλη­μα­τι­κό­τητα και ανη­συ­χού­σαν μήπως τα παιδιά τους δεχθούν επίθεση στο δρόμο συνει­δη­το­ποί­η­σαν ότι πολλά νησιά είναι πολύ ασφα­λείς κοι­νό­τη­τες όπου οι άνθρω­ποι προ­σέ­χουν ο ένας τον άλλο. Είναι πολύ δύσκολο να συμβεί ένα ανε­ξι­χνί­α­στο έγκλημα σε ένα μικρό νησί. Είναι πολύ σπάνιο. Οπότε, ο πλη­θυ­σμός των νησιών, που παρου­σί­αζε πτωτική τάση σε πολλά μέρη του κόσμου, ξαφνικά, τα τελευ­ταία 10-15 χρόνια, φαί­νε­ται να αποκτά ξανά ανοδική πορεία.

Ορι­σμέ­νες φορές δεν χρειά­ζε­ται καν να σχε­διά­σεις κάποια πολι­τική: Κάποιοι άνθρω­ποι μπορεί να εντο­πί­σουν ένα μέρος όπου τα χρήματά τους επαρ­κούν και όπου δεν χρειά­ζε­ται να ανη­συ­χούν για το πού είναι το παιδί τους, γιατί το βλέπουν από το παρά­θυρο του σπιτιού τους να παίζει έξω. Δεν χρειά­ζε­σαι καμιά κυβερ­νη­τική πολι­τική για αυτό. Απλώς συμ­βαί­νει. Η πολι­τική θα ακο­λου­θή­σει, γιατί η κυβέρ­νηση θα δει τι συμ­βαί­νει και θα πει: «Αυτό είναι κάτι στο οποίο μπο­ρούμε ίσως να επεν­δύ­σουμε ή να το ενι­σχύ­σουμε με την πολι­τική μας».

Είναι εφικτό να επι­τευ­χθούν υψηλά επίπεδα ελκυ­στι­κό­τη­τας και αντα­γω­νι­στι­κό­τη­τας των μικρών νησιών σήμερα;

Εκτιμώ ότι μια από τις άμεσες επι­πτώ­σεις της παν­δη­μίας οπωσ­δή­ποτε είναι το γεγονός ότι πολύς κόσμος φοβάται ακόμα να ταξι­δέ­ψει και, αν πρό­κει­ται να το κάνουν, δεν θα θέλουν να είναι πατείς-με-πατώ-σε με ανθρώ­πους που δεν ξέρουν. Θα προ­σπα­θή­σουν λοιπόν να απο­φύ­γουν μέρη που έχουν τη φήμη του μαζικού προ­ο­ρι­σμού. Η Μύκονος και η Σαντο­ρίνη, για παρά­δειγμα, αντι­με­τω­πί­ζουν ήδη εμφανώς πολύ σοβαρό πρό­βλημα – έξι κρουα­ζιε­ρό­πλοια τη μέρα στη Σαντο­ρίνη είναι μια τρέλα για το μέγεθος του νησιού.

Καταρ­χήν, φαί­νε­ται να κυριαρ­χεί μια λαν­θά­νουσα αντί­ληψη σύμφωνα με την οποία τα νησιά θεω­ρεί­ται ότι είναι του­ρι­στι­κοί προ­ο­ρι­σμοί. Αυτό είναι λάθος. Υπάρ­χουν πολλά νησιά στον κόσμο που δεν βρί­σκο­νται σε του­ρι­στι­κές ζώνες – η Ισλαν­δία, για παρά­δειγμα: Δεν πας στην Ισλαν­δία για να κολυ­μπή­σεις, γιατί είναι μια «cold water» νησιω­τική τοπο­θε­σία. [Οι περιο­χές αυτές], ωστόσο, τα έχουν κατα­φέ­ρει πολύ καλά. Όχι χάρη στις παρα­λίες και τη θάλασσα, αλλά για άλλους λόγους, όπως η [άγρια] φύση. Συνεπώς, πρέπει καταρ­χήν να διευ­ρύ­νουμε τον τρόπο με τον οποίο αντι­λαμ­βα­νό­μα­στε την έννοια του νησιω­τι­κού του­ρι­σμού. Το 2006 είχα γράψει ένα βιβλίο για τον extreme νησιω­τικό του­ρι­σμό, όπου μιλούσα για το πώς αυτές οι «cold water» νησιω­τι­κές τοπο­θε­σίες μετα­τρά­πη­καν σε του­ρι­στι­κούς προ­ο­ρι­σμούς βασι­σμέ­νες όχι στα συνήθη 3 “s” (sun, sea και sand – ήλιος, θάλασσα και άμμος) αλλά στα 3 “i” (isolation, ice and indigeneity – απο­μό­νωση, πάγος και αυθε­ντι­κό­τητα). Πρό­κει­ται για μια εντελώς δια­φο­ρε­τική λογική για την προ­σέλ­κυση επι­σκε­πτών, πάντα μακριά από το μοντέλο του μαζικού του­ρι­σμού, με στό­χευση στον εξει­δι­κευ­μένο του­ρι­σμό.

Τα νησιά δεν είναι απα­ραί­τητο να γίνουν μοιραία του­ρι­στι­κοί προ­ο­ρι­σμοί, παρότι έτσι γίνεται συνήθως, καθώς υπάρχει το στοι­χείο του του­ρι­σμού στην οικο­νο­μία τους. Ωστόσο, δεν χρειά­ζε­ται αυτός να είναι ο κυρί­αρ­χος τομέας. Γιατί, όταν συμ­βαί­νει αυτό, όταν [η του­ρι­στική οικο­νο­μία] κατα­λαμ­βά­νει περισ­σό­τερο από το 20% του ΑΕΠ, τότε δημιουρ­γού­νται και πολι­τικά προ­βλή­ματα. Διότι τα νησιά είναι αυτό που είναι, μια πολύ μικρή οικο­νο­μι­κο­πο­λι­τική ελίτ που βασί­ζε­ται σε επεν­δύ­σεις στον του­ρι­σμό. Αυτές οι ελίτ κινούν όλα τα νήματα που μπορείς να φαντα­στείς –ακόμα και κάποια που δεν μπορείς–, πεί­θο­ντας το πολι­τικό σύστημα να τις βοη­θή­σει, να τους δώσει επι­δο­τή­σεις, δάνεια και αυξή­σεις στον επι­τρε­πό­μενο αριθμό κλινών και τρα­πε­ζο­κα­θι­σμά­των, να χτίσει μαρίνες για σκάφη κ.ο.κ. Η πίεση λαμ­βά­νει μεγάλες δια­στά­σεις. Και είναι πολύ εύκολο για μια κυβέρ­νηση που εξαρ­τά­ται από τις ψήφους λίγων νησιω­τών να υπο­κύ­ψει σε αυτές τις πιέσεις.

Συνεπώς, είναι πάντα προ­τι­μό­τερο, όχι μόνο από οικο­νο­μική πλευρά ή από την οπτική της βιω­σι­μό­τη­τας αλλά και από πολι­τική σκοπιά, τα νησιά να δια­φο­ρο­ποιούν την οικο­νο­μία τους. Και μπορούν να το κάνουν. Ας πάρουμε πάλι για παρά­δειγμα τη Μάλτα: Ο του­ρι­σμός στη Μάλτα απο­τε­λεί μόλις το 18%-20% του ΑΕΠ (πριν από την παν­δη­μία – τώρα είναι λιγό­τερο). Άλλα πεδία της οικο­νο­μίας τα πάνε εξίσου καλά, συμπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων των κατα­σκευών, του χρη­μα­το­οι­κο­νο­μι­κού κλάδου αλλά και του gaming (12.000 άτομα δου­λεύ­ουν σε πλατ­φόρ­μες gaming). Υπάρχει, επίσης, ο τομέας της μετα­φόρ­τω­σης (η Μάλτα δια­θέ­τει έναν από τους μεγα­λύ­τε­ρους σταθ­μούς μετα­φόρ­τω­σης στη Μεσό­γειο). Υπάρ­χουν λοιπόν άλλα μέσα που μπορούν τα νησιά να εκμε­ταλ­λευ­τούν –όπως είναι η τοπο­θε­σία τους ή το γεγονός ότι συνήθως υπάρχει μια σταθερή κυβέρ­νηση, πράγμα πολύ ελκυ­στικό για τους επεν­δυ­τές–, προ­κει­μέ­νου να προ­σφέ­ρουν υπη­ρε­σίες και προ­ϊ­ό­ντα που δεν περιο­ρί­ζο­νται στον του­ρι­σμό.

Ποιες είναι οι μεγα­λύ­τε­ρες προ­κλή­σεις που αντι­με­τω­πί­ζουν τα μικρά νησιά και οι κάτοι­κοί τους σήμερα;

Το να πει­σθούν οι πολι­τι­κοί (που έχουν τη ματιά) της ηπει­ρω­τι­κής χώρας ότι τα νησιά αξίζουν μια αυτό­νομη ανα­πτυ­ξιακή στρα­τη­γική είναι η κυρί­αρχη πρό­κληση. Τα νησιά πολλές φορές αντι­με­τω­πί­ζο­νται ως προ­έ­κταση, ως ένα ακόμη κομμάτι της στεριάς. Έτσι, αν έχεις ένα μοντέλο, ένα σχέδιο που λει­τούρ­γησε εδώ, νομί­ζεις ότι, αν απλά το μετα­φέ­ρεις από το Α στο Β, θα δου­λέ­ψει εξίσου καλά και εκεί. Πρέπει να επι­κρα­τή­σει περισ­σό­τερη λογική. Ας αφου­γκρα­στούμε τι έχουν να πουν οι νησιώ­τες και ας εξε­τά­σουμε τις ειδικές συν­θή­κες στις οποίες ζουν, διότι αξίζουν σεβασμό, απαι­τούν ανα­γνώ­ριση. Μια από αυτές είναι οι μετα­κι­νή­σεις. Πρέπει πάντα να έχουμε κατά νου ότι η «σανίδα σωτη­ρίας» ενός νησιού είναι η σύνδεση (όπως ανα­φέρ­θηκε νωρί­τερα, η ιστορία των νησιών έχει να κάνει με τη σύνδεση), η οποία σήμερα εξαρ­τά­ται από τις ακτο­πλοϊ­κές υπη­ρε­σίες, τις αερο­πο­ρι­κές συν­δέ­σεις, την ευρυ­ζω­νι­κό­τητα. Όλα αυτά δυστυ­χώς κοστί­ζουν, γι’ αυτό και χρειά­ζε­ται είτε η κυβέρ­νηση είτε κάποιοι με γερό κομπό­δεμα «να βάλουν πλάτη». Και αυτοί είναι που θα απο­φα­σί­σουν για το ποιες θα είναι εντέλει οι συν­θή­κες ζωής των νησιω­τών.

Υπάρ­χουν κάποιες κατα­λη­κτι­κές επι­ση­μάν­σεις που θα θέλατε να κάνετε σχετικά με τα ελλη­νικά νησιά και το ελλη­νικό αρχι­πέ­λα­γος;

Όταν άκουσα για τις φωτιές του περα­σμέ­νου καλο­και­ριού στην Ελλάδα, βρι­σκό­μουν στον Καναδά. Δεν είναι σύνηθες τα κανα­δέ­ζικα Μέσα να φιλο­ξε­νούν νέα για την Ελλάδα. Ωστόσο, οι φωτιές ήταν γεγονός, βλέπαμε τι συνέ­βαινε, άνθρω­ποι πέθαι­ναν ή είχαν χάσει τα σπίτια τους και φοβό­ντου­σαν να επι­στρέ­ψουν, και πάει λέγο­ντας. Όλο αυτό όμως κράτησε 2-3 μέρες μόνο. Αυτό ήταν όλο. Έπειτα η Ελλάδα εξα­φα­νί­στηκε από το ραντάρ των κανα­δέ­ζι­κων Μέσων. Ενάντια σε αυτό πρέπει να παλέ­ψουμε. Κι αυτό δεν πρό­κει­ται να αλλάξει. Το ενδια­φέ­ρον των ανθρώ­πων για τα μικρά νησιά –και κατά συνέ­πεια για τις μικρές χώρες– θα εξα­κο­λου­θή­σει δυστυ­χώς να κεντρί­ζε­ται από παρο­δικά, περι­στα­σιακά, άσχημα νέα.

Θυμίζω το ναυάγιο του Costa Concordia το βράδυ της 13ης Ιανουα­ρίου του 2010 στο μικρό νησάκι Giglio της Ιταλίας με πλη­θυ­σμό 1.600 ατόμων. Οι κάτοι­κοι του νησιού έγιναν ήρωες για μία νύχτα, και αυτό ήταν όλο. Ο καπε­τά­νιος του πλοίου ήταν από τους πρώτους που το εγκα­τέ­λει­ψαν. Την ώρα που εκείνος προ­σπα­θούσε να φτάσει στο νησί, ο δήμαρ­χος του νησιού κατευ­θυ­νό­ταν προς το πλοίο για να βοη­θή­σει στην ασφαλή απο­μά­κρυνση των επι­βα­τών και του πλη­ρώ­μα­τος.

Είναι τρελό, αλλά αυτή είναι η φύση των μικρών νησιών: γίνο­νται δυστυ­χώς είδηση για τους λάθος λόγους. Ενώ, ακόμα και όταν ο κόσμος δείχνει ενδια­φέ­ρον για αυτά, συνήθως η ατζέντα είναι προ­κα­θο­ρι­σμένη: Ξέρουν τι θέλουν να πουν ή να κάνουν για εμάς (τους νησιώ­τες), αλλά χωρίς εμάς. Θέλουν να μας δώσουν λεφτά για την κλι­μα­τική αλλαγή, επειδή πιστεύ­ουν ότι αυτό θα έπρεπε να κάνουμε. Αλλά αν εμείς θέλουμε να χτιστεί ένα νοσο­κο­μείο, τότε η πιθα­νό­τερη απά­ντηση θα είναι «συγ­γνώμη, δεν ενδια­φε­ρό­μα­στε».

 

→ Ο Godfrey Baldacchino είναι Καθη­γη­τής Κοι­νω­νιο­λο­γίας στο τμήμα Κοι­νω­νιο­λο­γίας του Πανε­πι­στη­μίου της Μάλτας. Έχει χρη­μα­τί­σει συμπρό­ε­δρος της UNESCO και πρό­ε­δρος της Ερευ­νη­τι­κής Έδρας για τις Νησιω­τι­κές Σπουδές στο Πανε­πι­στή­μιο Prince Edward Island (UPEI) του Καναδά, ενώ έχει συμ­με­τά­σχει ως executive editor στην ίδρυση ανα­γνω­ρι­σμέ­νων ακα­δη­μαϊ­κών περιο­δι­κών του χώρου. Έχει δια­τε­λέ­σει επι­σκέ­πτης καθη­γη­τής Νησιω­τι­κού Του­ρι­σμού στο Πανε­πι­στή­μιο Pasquale Paoli της Κορ­σι­κής και βασικό μέλος της Συντο­νι­στική Επι­τροπή Μάλτας – Ευρω­παϊ­κής Ένωσης (MEUSAC).

Είναι από το 2014 Πρό­ε­δρος της International Small Islands Studies Association (ISISA), ενώ τον Ιούνιο του 2015 εξελέγη Πρό­ε­δρος του Επι­στη­μο­νι­κού Συμ­βου­λίου του RETI, του παγκό­σμιου δικτύου αρι­στείας των νησιω­τι­κών πανε­πι­στη­μίων. Το 2021 διο­ρί­στηκε (θεμα­τι­κός) Πρέσβης της Μάλτας για τα νησιά και τα μικρά κράτη.

Στα ερευ­νη­τικά του ενδια­φέ­ρο­ντα συγκα­τα­λέ­γο­νται, μεταξύ άλλων, οι νησιω­τι­κές μελέτες, η  πολι­τική γεω­γρα­φία, η κοι­νω­νιο­λο­γία της εργα­σίας, οι διε­θνείς σχέσεις, ο νησιω­τι­κός και η μετα­νά­στευση. Ο καθη­γη­τής Baldacchino έχει (συν)γράψει ή (συν)επι­με­λη­θεί περίπου 50 βιβλία, εκθέ­σεις και μονο­γρα­φίες, καθώς και περίπου 160 άρθρα σε περιο­δικά ή κεφά­λαια βιβλίων. Το έργο του έχει κυκλο­φο­ρή­σει στα γαλλικά, γερ­μα­νικά, ιταλικά, ιαπω­νικά, κορε­α­τικά, πορ­το­γα­λικά και σου­η­δικά (εκτός από τα αγγλικά και τα μαλ­τέ­ζικα).

Πηγή enainstitute.org

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.