ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Με εισηγητή της ΝΔ τον Βασ. Υψηλάντη ολοκληρώθηκε η συζήτηση του ΝΣ του Υπ. Δικαιοσύνης για το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος

news room 12 λεπτά ανάγνωση
Υψηλάντης

Με ειση­γητή της ΝΔ τον Βου­λευτή Δωδε­κα­νή­σου και Κοσμή­τορα Βασί­λειο Νικόλαο Α. Υψη­λά­ντη ολο­κλη­ρώ­θηκε και ψηφί­στηκε το νομο­σχέ­διο σχετικά με την πρόληψη και κατα­στολή της νομι­μο­ποί­η­σης εσόδων από εγκλη­μα­τι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες. Με τον τρόπο αυτό προ­ω­θείτε η συνερ­γα­σία της χώρας μας στο διεθνές περι­βάλ­λον για την κατα­πο­λέ­μηση του οργα­νω­μέ­νου εγκλή­μα­τος, βελ­τιώ­νουμε τους δείκτες προ­σαρ­μο­γής μας με τις εγγυ­ή­σεις που τάσσει η ευρω­παϊκή δικαιο­τα­ξία και ενι­σχύ­ουμε το νομικό μας οπλο­στά­σιο. Με το ίδιο νομο­σχέ­διο ψηφί­στη­καν δια­τά­ξεις που αφορούν την ενί­σχυση των νοσο­κο­μείων με αναι­σθη­σιο­λό­γους και επι­πρό­σθετα κίνητρα. Τέλος ο βου­λευ­τής Δωδε­κα­νή­σου ζήτησε από τον Υπουργό Δικαιο­σύ­νης να επι­λη­φθεί ώστε να ολο­κλη­ρω­θούν όλες οι εκκρε­μό­τη­τες σχετικά με την μετα­φορά του Κτη­μα­το­λο­γίου Ρόδου καθώς επίσης να ρυθ­μι­σθούν θέματα που έχουν να κάνουν με δικο­νο­μι­κές προ­ϋ­πο­θέ­σεις που επη­ρε­ά­ζο­νται λόγω της δια­κο­πής των εργα­σιών του Κτη­μα­το­λο­γίου.

Τα κυριό­τερα σημεία της εισή­γη­σης του σχετικά με το νομο­σχέ­διο είναι τα ακό­λουθα:

 

Η βελ­τί­ωση και ο εξ ορθο­λο­γι­σμός του υφι­στά­με­νου νομο­θε­τι­κού πλαι­σίου για την κατα­πο­λέ­μηση εσόδων από παρά­νο­μες δρα­στη­ριό­τη­τες, γίνεται στο υπό ψήφιση Νομο­σχέ­διο του Υπουρ­γείου Δικαιο­σύ­νης, μέσω του ποι­νι­κού δικαίου με την ενσω­μά­τωση της Οδηγίας(ΕΕ) 2018 / 1673 του Ευρω­παϊ­κού Κοι­νο­βου­λίου και του Συμ­βου­λίου, της 23ης Οκτω­βρίου 2018, σχετικά με την κατα­πο­λέ­μηση της νομι­μο­ποί­η­σης εσόδων από παρά­νο­μες δρα­στη­ριό­τη­τες μέσω του ποι­νι­κού δικαίου (L284). Επίσης κατά­λο­γος των βασικών αδι­κη­μά­των που αφορούν στην νομι­μο­ποί­ηση εσόδων από παρά­νο­μες δρα­στη­ριό­τη­τες, η ανα­δια­μόρ­φωση των προ­βλε­πό­με­νων πλαι­σίων ποινής και των κυρώ­σεων και η ευθυ­γράμ­μιση των προ­ϋ­πο­θέ­σεων και της δια­δι­κα­σίας δεσμεύ­σεις και δήμευ­σης των προ­ϊ­ό­ντων του εγκλή­μα­τος της νομι­μο­ποί­η­σης εσόδων από παρά­νο­μες δρα­στη­ριό­τη­τες με τον Ποινικό Κώδικα(Π.Κ, 4619/ 2019, Α’ 95). Επίσης επι­διώ­κε­ται, στο Γ’ Κεφα­λαίο του ΝΑ, η ορθο­λο­γική κατα­νομή της δικα­στη­ρια­κής ύλης μεταξύ των διοι­κη­τι­κών δικα­στη­ρίων, προ­κει­μέ­νου να επι­τα­χυν­θεί και βελ­τιω­θεί η απονομή της διοι­κη­τι­κής δικαιο­σύ­νης.

 

Είναι σημα­ντικό ότι τα περισ­σό­τερα κόμματα, παρά τις όποιες επι­φυ­λά­ξεις δεν αμφι­σβή­τη­σαν την ανα­γκαιό­τητα του σχεδίου νόμου και την ενσω­μά­τωση της Οδηγίας στο δίκαιο μας καθώς επίσης της βελ­τί­ω­σης και εξ ορθο­λο­γι­σμού του υφι­στά­με­νου νομο­θε­τι­κού πλαι­σίου. Άλλωστε είναι προ­φα­νές τόσο το ενδια­φέ­ρον της ΕΕ για τη μεγα­λύ­τερη δυνατή σύγκλιση της νομο­θε­σίας αυτής μεταξύ των ΚΜ αλλά και της ανα­ζή­τη­σης ολοένα και μεγα­λύ­τε­ρης συνερ­γα­σίας της δικα­στι­κής εξου­σίας και των ανε­ξάρ­τη­των αρχών με τις διοι­κή­σεις και τις τρά­πε­ζες.

Η χώρα μας προ­σαρ­μό­ζε­ται και ενι­σχύει το οπλο­στά­σιό της σ΄ένα περι­βάλ­λον που απαιτεί μεγα­λύ­τερη και διαρκή επα­γρύ­πνηση αφού οι πρα­κτι­κές νομι­μο­ποί­η­σης εσόδων από παρά­νο­μες δρα­στη­ριό­τη­τες και η συγκέ­ντρωση περιου­σια­κών στοι­χείων για τρο­μο­κρα­τι­κούς σκοπούς εντεί­νο­νται διεθνώς και μετα­βάλ­λο­νται με ταχύ­τητα.

Η διάρ­θρωση του νομο­σχε­δίου είναι η ακό­λουθη:

στο πρώτο του κεφά­λαιο (άρθρα 1 και 2) ορί­ζε­ται ο σκοπός και το αντι­κεί­μενο του νομο­σχε­δίου.

που είναι η βελ­τί­ωση και ο εξ ορθο­λο­γι­σμός του υφι­στά­με­νου νομο­θε­τι­κού πλαι­σίου για την κατα­πο­λέ­μηση εσόδων από παρά­νο­μες δρα­στη­ριό­τη­τες μέσω του ποι­νι­κού δικαίου, με την ενσω­μά­τωση της Οδηγίας(ΕΕ) 2018 / 1673 του Ευρω­παϊ­κού Κοι­νο­βου­λίου και του Συμ­βου­λίου, της 23ης Οκτω­βρίου 2018, σχετικά με την κατα­πο­λέ­μηση της νομι­μο­ποί­η­σης εσόδων από παρά­νο­μες δρα­στη­ριό­τη­τες μέσω του ποι­νι­κού δικαίου (L284). Επίσης η επι­και­ρο­ποί­ηση του κατα­λό­γου των βασικών αδι­κη­μά­των που αφορούν στην νομι­μο­ποί­ηση εσόδων από παρά­νο­μες δρα­στη­ριό­τη­τες, η ανα­δια­μόρ­φωση των προ­βλε­πό­με­νων πλαι­σίων ποινής και των κυρώ­σεων και η ευθυ­γράμ­μιση των προ­ϋ­πο­θέ­σεων και της δια­δι­κα­σίας δεσμεύ­σεις και δήμευ­σης των προ­ϊ­ό­ντων του εγκλή­μα­τος της νομι­μο­ποί­η­σης εσόδων από παρά­νο­μες δρα­στη­ριό­τη­τες με τον Ποινικό Κώδικα(Π.Κ, 4619/ 2019, Α’ 95). Επίσης το αντι­κεί­μενο του Γ’ Κεφα­λαίου που είναι η ορθο­λο­γική κατα­νομή της δικα­στη­ρια­κής ύλης μεταξύ των διοι­κη­τι­κών δικα­στη­ρίων, προ­κει­μέ­νου να επι­τα­χυν­θεί και βελ­τιω­θεί η απονομή της διοι­κη­τι­κής δικαιο­σύ­νης.

Το δεύτερο κεφά­λαιο αφορά την πρόληψη και κατα­στολή της νομι­μο­ποί­η­σης εσόδων από εγκλη­μα­τι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες και της χρη­μα­το­δό­τη­σης της τρο­μο­κρα­τίας (άρθρα 3-11).

Στο άρθρο 3 επι­και­ρο­ποιεί­ται και αντι­κα­θί­στα­ται το άρθρο 1 του ν. 4557/2018 δεδο­μέ­νου ότι απο­τύ­πωνε το σκοπό, όπως ίσχυε κατά την ψήφισή του, ήτοι την ενσω­μά­τωση της Οδηγίας 2015/849 (L141). Έκτοτε έχουν συντε­λε­στεί δυο τρο­πο­ποι­ή­σεις συμπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης και της παρού­σης.

Στο άρθρο 4 αντι­κα­θί­στα­ται το άρθρο 2 του Ν.4557/2018, σύμφωνα με τα προ­βλε­πό­μενα στο άρθρο 3 της Οδηγίας 2018/1673. Στην παρ.1 ορί­ζε­ται ποιες πράξεις συνι­στούν τη νομι­μο­ποί­ηση εσόδων από εγκλη­μα­τι­κές ενέρ­γειες. Συγκε­κρι­μένα είναι η μετα­τροπή ή τη μετα­βί­βαση περιου­σίας εν γνώσει του

γεγο­νό­τος ότι προ­έρ­χε­ται από εγκλη­μα­τική δρα­στη­ριό­τητα ή από συμ­με­τοχή σε τέτοια με σκοπό τη συγκά­λυψη της παρά­νο­μης προ­έ­λευ­σης, ή συν­δρο­μής σε οποιον­δή­ποτε ενέ­χε­ται, είναι η από­κρυψη ή συγκά­λυψη της αλή­θειας και η από­κτηση, κατοχή ή χρήση περιου­σίας εν γνώσει , κατά το χρόνο κτήσης, ή της προ­έ­λευ­σης της κατοχής. Στην παρ.2 η νομι­μο­ποί­ηση εσόδων υπάρχει υπό προ­ϋ­πο­θέ­σεις και όταν οι δρα­στη­ριό­τη­τες από τις οποίες προ­έρ­χε­ται η προς νομι­μο­ποί­ηση περιου­σία έχουν λάβει χώρα στο έδαφος άλλου κράτους, εφόσον αυτές θα ήταν βασικό αδίκημα αν δια­πράτ­το­νταν στην Ελλάδα και θεω­ρού­νται αξιό­ποι­νες, σύμφωνα με τη νομο­θε­σία του κράτους αυτού. Εν συνε­χεία προ­στί­θε­ται εξαί­ρεση, βάσει της παρ. 4 του άρθρου 3 της Οδηγίας, η οποία αφορά στις δρα­στη­ριό­τη­τες, οι οποίες δεν απαι­τεί­ται να είναι αξιό­ποι­νες σύμφωνα με την νομο­θε­σία του ξένου κράτους, για να θεω­ρη­θεί ότι υπάρχει νομι­μο­ποί­ηση των προ­ερ­χό­με­νων από αυτές εσόδων. Επι­πλέον των προ­βλέ­ψεων της Οδηγίας, προ­στί­θε­νται στην εν λόγω εξαί­ρεση η περ. ια΄ του άρθρου 4 του ν. 4557/2018 που αφορά στα αδι­κή­ματα του νόμου περί προ­στα­σίας των αρχαιο­τή­των και της πολι­τι­στι­κής κλη­ρο­νο­μιάς, καθώς και η περ. ιθ΄ του παρα­πάνω άρθρου που αφορά στην πει­ρα­τεία, χάριν προ­στα­σίας της ελλη­νό­κτη­της ναυ­τι­λίας. Με τη νεοει­σα­χθείσα παρ.3 προ­βλέ­πε­ται πως τα κράτη-μέλη πρέπει να δια­σφα­λί­σουν την δυνα­τό­τητα κατα­δί­κης για νομι­μο­ποί­ηση, όταν στοι­χειο­θε­τεί­ται ότι η περιου­σία προήλθε από εγκλη­μα­τική δρα­στη­ριό­τητα, χωρίς να απαι­τεί­ται η στοι­χειο­θέ­τηση όλων των πραγ­μα­τι­κών στοι­χείων ή όλων των περι­στά­σεων που σχε­τί­ζο­νται με την εν λόγω εγκλη­μα­τική δρα­στη­ριό­τητα, συμπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης της ταυ­τό­τη­τας του δράστη.

 

Στο άρθρο 5 απα­ριθ­μού­νται τα βασικά αδι­κή­ματα, ήτοι οι εγκλη­μα­τι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες από τις οποίες προ­έρ­χε­ται η προς νομι­μο­ποί­ηση περιου­σία. Οι εγκλη­μα­τι­κές αυτές δρα­στη­ριό­τη­τες, όπως συμ­βαί­νει και υπό το υφι­στά­μενο σήμερα καθε­στώς, κατα­νε­μή­θη­καν σε κατη­γο­ρίες (είκοσι μία έναντι δεκα­ο­κτώ

της ισχύ­ου­σας διά­τα­ξης), εκ των οποίων οι είκοσι πρώτες περι­λαμ­βά­νουν συγκε­κρι­μένα εγκλή­ματα (π.χ. εγκλη­μα­τική οργά­νωση, τρο­μο­κρα­τι­κές πράξεις, δωρο­λη­ψία, δωρο­λη­ψία κ.λπ.) , ενώ η τελευ­ταία (περί­πτωση κα’) είναι γενι­κό­τερη και περι­λαμ­βά­νει κάθε άλλο έγκλημα που τιμω­ρεί­ται με ποινή στε­ρη­τική της ελευ­θε­ρίας από το οποίο προ­κύ­πτει περιου­σιακό όφελος. Επι­και­ρο­ποι­ή­θη­καν δηλαδή τα εγκλή­ματα με βάση τις αλλαγές που επέφερε ο ποι­νι­κός κώδικας , περιε­λή­φθη­σαν νέα αδι­κή­ματα όπως η δωρο­δο­κία και δωρο­λη­ψία για την αλλοί­ωση απο­τε­λέ­σμα­τος αγώνα κατά το άρθρο 132 ν. 2725/1999 σε συμ­μόρ­φωση υπο­χρέ­ω­σης που έχει ανα­λά­βει η χώρα μας με τη Σύμβαση του Συμ­βου­λίου της Ευρώπης και για λόγους νομο­θε­τι­κής ορθό­τη­τας εμπλου­τί­στηκε ο κατά­λο­γος με περισ­σό­τε­ρες αξιό­ποι­νες πράξεις ώστε να αντα­πο­κρί­νο­νται στα αδι­κή­ματα που προ­βλέ­πο­νται στην Οδηγία, όπως τα εγκλή­ματα δια­συ­νο­ρια­κής απάτης με το ΦΠΑ (άρθρο 23 ν. 4689/2020 και εγκλή­ματα για την ποινική προ­στα­σία των συμ­φε­ρό­ντων της ΕΕ (άρθρο 24 ν. 4689/2020). Τέλος, προ­βλέ­φθηκε στον κατά­λογο των βασικών αδι­κη­μά­των και κάθε άλλο έγκλημα που τιμω­ρεί­ται με ποινή στε­ρη­τική της ελευ­θε­ρίας από το οποίο προ­κύ­πτει περιου­σιακό όφελος, ώστε να συμπε­ρι­λη­φθούν αξιό­ποι­νες πράξεις ειδικών ποι­νι­κών νόμων , διά­σπαρ­τες στη νομο­θε­σία , που υπό ειδικές συν­θή­κες μπορεί να έχουν τερά­στια σημασία. Αυτό σημαί­νει στα ανωτέρω εγκλή­ματα περι­λαμ­βά­νε­ται κάθε κακούρ­γημα ή πλημ­μέ­λημα που δεν προ­βλέ­πε­ται ειδικώς στον κατά­λογο των βασικών αδι­κη­μά­των του άρθρου 5 του σχεδίου νόμου και που υπό συγκε­κρι­μέ­νες προ­ϋ­πο­θέ­σεις μπορεί να απο­τε­λέ­σει το βασικό αδίκημα νομι­μο­ποί­η­σης.

 

Με το άρθρο 6 επέρ­χο­νται αλλαγές στις επι­βλη­τές ποι­νι­κές κυρώ­σεις σε περί­πτωση τέλεσης αδι­κη­μά­των νομι­μο­ποί­η­σης. Οι σημα­ντι­κό­τε­ρες εξ αυτών είναι οι ακό­λου­θες: i) Οι απει­λού­με­νες στε­ρη­τι­κές της ελευ­θε­ρίας ποινές καθώς και οι χρη­μα­τι­κές ποινές προ­σαρ­μό­ζο­νται στις ρυθ­μί­σεις του νέου Ποι­νι­κού Κώδικα. ii) Το πλαίσιο των απει­λού­με­νων ποινών συστη­μα­το­ποιεί­ται ώστε να

προ­βλέ­πε­ται η βασική μορφή του αδι­κή­μα­τος (παρ. 1 περί­πτωση α’), οι δια­κε­κρι­μέ­νες περι­πτώ­σεις (παρ. 1 περι­πτώ­σεις β΄ και γ΄) και οι προ­νο­μιού­χες περι­πτώ­σεις (παρ. 1 περι­πτώ­σεις δ΄ και στ΄). iii) Ρυθ­μί­ζε­ται απο­τε­λε­σμα­τι­κό­τερα και συστη­μα­τι­κό­τερα η ποινική μετα­χεί­ριση του δράστη της «αυτο­νο­μι­μο­ποί­η­σης» και των οικείων του δράστη του βασικού αδι­κή­μα­τος. iv) Διευ­ρύ­νε­ται η δικαιο­δο­σία των ελλη­νι­κών δικα­στι­κών και εισαγ­γε­λι­κών αρχών ώστε να κατα­λαμ­βά­νει πράξεις νομι­μο­ποί­η­σης εσόδων από εγκλη­μα­τι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες τελε­σθεί­σες από αλλο­δαπό στην αλλο­δαπή σε περι­πτώ­σεις που το αδίκημα της νομι­μο­ποί­η­σης εσόδων τελεί­ται προς όφελος νομικού προ­σώ­που ή οντό­τη­τας που έχει έδρα ή εγκα­τά­σταση στην Ελλάδα.

Με την ανωτέρω διάταξη πετυ­χαί­νε­ται δηλαδή επαρκής δια­φο­ρο­ποί­ηση του βασικού αδι­κή­μα­τος από τις δια­κε­κρι­μέ­νες παραλ­λα­γές του , καθότι ακο­λου­θεί­ται η κλι­μα­κού­μενη αύξηση της ποινής με τη δια­φο­ρο­ποί­ηση της χρη­μα­τι­κής ποινής και κατ΄αυ­τόν τον τρόπο τηρεί­ται ο κανόνας της ανα­λο­γι­κό­τη­τας.

Στο άρθρο 7 αντι­κα­θί­στα­ται η ισχύ­ουσα μέχρι σήμερα διάταξη του άρθρου 40 του ν. 4557/2018, ώστε να ευθυ­γραμ­μι­στούν οι προ­βλέ­ψεις περί δημεύ­σεως περιου­σια­κών στοι­χείων με τα προ­βλε­πό­μενα στο άρθρο 68 του νέου Ποι­νι­κού Κώδικα και να αντι­με­τω­πι­στεί το φαι­νό­μενο να υφί­στα­νται δια­φο­ρε­τι­κές προ­βλέ­ψεις για όμοιες ποι­νι­κές δια­δι­κα­σίες με όμοιο αντι­κεί­μενο και στόχο.

Η ευθυ­γράμ­μιση αυτή επι­τυγ­χά­νε­ται κυρίως μέσω : α) της ειδικής αιτιο­λό­γη­σης της γνώσης του τρίτου φυσικού προ­σώ­που για την τέλεση του βασικού αδι­κή­μα­τος ή των αδι­κη­μά­των της νομι­μο­ποί­η­σης, γνώση η οποία απο­τε­λεί προ­ϋ­πό­θεση για την επιβολή της δήμευ­σης εις βάρος του, β) της πρό­βλε­ψης ότι η χρη­μα­τική ποινή που επι­βάλ­λε­ται όταν τα προς δήμευση περιου­σιακά στοι­χεία δεν επαρ­κούν , δύναται να επι­βλη­θεί και όταν τα περιου­σιακά αντι­κεί­μενα ανήκουν σε τρίτο στον οποίο δεν μπορεί να επι­βλη­θεί

δήμευση, και γ) της πρό­βλε­ψης ότι σε κάθε περί­πτωση δήμευ­σης το δικα­στή­ριο απο­φα­σί­ζει αν αυτά που δημεύ­τη­καν επι­βάλ­λε­ται να κατα­στρα­φούν ή αν μπορούν να χρη­σι­μο­ποι­η­θούν για το δημόσιο συμ­φέ­ρον.

Στο άρθρο 8 επι­και­ρο­ποιού­νται οι ρυθ­μί­σεις για την απο­ζη­μί­ωση υπέρ του Δημο­σίου προ­κει­μέ­νου να ευθυ­γραμ­μι­στούν με το άρθρο 4 του ν. 4557/2018 όπως αυτό αντι­κα­θί­στα­ται με το παρόν νομο­σχέ­διο και με τις δια­τά­ξεις του νέου Ποι­νι­κού Κώδικα.

Στο το άρθρο 9 εξορ­θο­λο­γί­ζε­ται η δια­δι­κα­σία δέσμευ­σης και προ­σαρ­μό­ζε­ται η επιβολή της και τα μέσα άμυνας κατ’ αυτής στις δικο­νο­μι­κές απαι­τή­σεις του νέου Κώδικα Ποι­νι­κής Δικο­νο­μίας. Ειδι­κό­τερα, με τις προ­τει­νό­με­νες ρυθ­μί­σεις εξυ­πη­ρε­τού­νται οι ακό­λου­θοι στόχοι: 1) Εισά­γε­ται η αρχή ότι η επιβολή της δέσμευ­σης πρέπει να είναι ευχε­ρέ­στερη στα αρχικά δια­δι­κα­στικά στάδια, προ­κει­μέ­νου να εξα­σφα­λι­στεί το δημευ­τέο αντι­κεί­μενο, η δια­τή­ρησή της όμως σε επόμενα στάδια προ­ϋ­πο­θέ­τει αυξη­μένο βαθμό υπό­νοιας, προ­κει­μέ­νου η πρόοδος της δια­δι­κα­σίας δέσμευ­σης να είναι εναρ­μο­νι­σμένη με τις προ­ϋ­πο­θέ­σεις προόδου της ποι­νι­κής δια­δι­κα­σίας. 2) Επι­διώ­κε­ται η δια­σφά­λιση των δικαιω­μά­των του ζημιω­θέ­ντος από το βασικό αδίκημα και το αδίκημα της νομι­μο­ποί­η­σης εσόδων από εγκλη­μα­τι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες και του καλό­πι­στου τρίτου συγκύ­ριου ή συν­δι­καιού­χου του δεσμευ­μέ­νου περιου­σια­κού στοι­χείου. Ταυ­τό­χρονα παρέ­χε­ται η δυνα­τό­τητα σε εκείνο κατά του οποίου στρέ­φε­ται η δέσμευση να ανοίξει νέους τρα­πε­ζι­κούς λογα­ρια­σμούς για απο­κλει­στική εξυ­πη­ρέ­τηση των βιο­πο­ρι­στι­κών αναγκών του ιδίου και της οικο­γέ­νειάς του, υπό την προ­ϋ­πό­θεση της προη­γού­με­νης ενη­μέ­ρω­σης του αρμό­διου εισαγ­γε­λέα ή ανα­κριτή για τις διε­νερ­γού­με­νες συναλ­λα­γές. 3)Προ­βλέ­πε­ται ότι τα στοι­χεία που συλ­λέ­γο­νται νόμιμα από την αρχή απο­τε­λούν στοι­χεία της σχη­μα­τι­σθεί­σης ποι­νι­κής δικο­γρα­φίας για λόγους οικο­νο­μίας της δίκης και απο­φυ­γής άσκοπων προ­α­να­κρι­τι­κών πράξεων.4) Ρυθ­μί­ζε­ται το ζήτημα της χρο­νι­κής διάρ­κειας των μέτρων δέσμευ­σης που επι­βάλ­λο­νται με διάταξη του Προ­έ­δρου της Αρχής. 5)

Εισά­γο­νται προ­βλέ­ψεις σχετικά με την τύχη της δέσμευ­σης κατά την εξέλιξη της ποι­νι­κής δια­δι­κα­σίας στο πρότυπο των ρυθ­μί­σεων των άρθρων 261, 262,269, 311 και 373 του νέου Κώδικα Ποι­νι­κής Δικο­νο­μίας και 5)Απλο­ποιεί­ται η δια­δι­κα­σία της αυτο­δί­καιης άρσης της δέσμευ­σης , λόγω της παρέ­λευ­σης των χρο­νι­κών ορίων της ισχύος της διά­τα­ξης με δια­πι­στω­τική πράξη του Εισαγ­γε­λέα. Κατ΄αυ­τόν τον τρόπο υφί­στα­ται ασφά­λεια δικαίου και εναρ­μό­νιση των ρυθ­μί­σεων που αφορούν όμοιες δια­δι­κα­σίες με όμοιο αντι­κεί­μενο.

Στο άρθρο 10 προ­στί­θε­νται κατη­γο­ρίες απει­λού­με­νων διοι­κη­τι­κών κυρώ­σεων σε νομικά πρόσωπα, ώστε να δια­σφα­λί­ζε­ται πλήρως η απο­τε­λε­σμα­τι­κό­τητα, ανα­λο­γι­κό­τητα και απο­τρε­πτι­κό­τητα των κυρώ­σεων.

Στο άρθρο 11 προ­σαρ­μό­ζε­ται η δυνα­τό­τητα του Προ­έ­δρου να δια­τάσ­σει τη δέσμευση των περιου­σια­κών στοι­χείων των ελεγ­χό­με­νων προ­σώ­πων όταν υπάρ­χουν βάσιμες υπό­νοιες για την τέλεση των αδι­κη­μά­των της νομι­μο­ποί­η­σης στη δια­δι­κα­σία της παρ. 7 του άρθρου 42 του ν. 4557/2018.

Με το κεφά­λαιο Γ’ (άρθρα 12-16) του σχεδίου νόμου, ρυθ­μί­ζο­νται ζητή­ματα που αφορούν στην ορθο­λο­γι­κό­τερη κατα­νομή της δικα­στη­ρια­κής ύλης μεταξύ των διοι­κη­τι­κών δικα­στη­ρίων, με σκοπό την επι­τά­χυνση της απο­νο­μής της δικαιο­σύ­νης, καθώς και την διευ­κό­λυνση των πολιτών στην ανα­ζή­τηση δικα­στι­κής προ­στα­σίας.

Πιο συγκε­κρι­μένα, στο άρθρο 12 καθο­ρί­ζε­ται η αρμο­διό­τητα εκδί­κα­σης των ακυ­ρω­τι­κών δια­φο­ρών με βάση το διοι­κη­τικό εφετείο του τόπου, όπου εδρεύει το όργανο που τελικώς υπο­γρά­φει την προ­σβαλ­λό­μενη πράξη.

Στο άρθρο 13 ρυθ­μί­ζο­νται ζητή­ματα που αφορούν την κατά τόπο αρμο­διό­τητα των διοι­κη­τι­κών δικα­στη­ρίων στις φορο­λο­γι­κές δια­φο­ρές, ώστε το σύστημα να κατα­στεί περισ­σό­τερο απο­τε­λε­σμα­τικό και λει­τουρ­γικό.

Στο άρθρο 14 ορί­ζε­ται ως κατά τόπο αρμόδιο δικα­στή­ριο για τις υπο­θέ­σεις ανα­κο­πών κατά κατα­σχέ­σεων εις χείρας τρίτου, απο­κλει­στικά το δικα­στή­ριο του τόπου κατοι­κίας του οφει­λέτη.

Περαι­τέρω, στο άρθρο 15 προ­βλέ­πε­ται ότι ο ισχυ­ρι­σμός που αφορά την παρα­γραφή του δικαιώ­μα­τος του Δημο­σίου για επιβολή φόρου ή τέλους, δύναται να προ­βλη­θεί στο πλαίσιο άσκησης ανα­κο­πής για πρώτη φορά, εφόσον δεν είχε προ­τα­θεί και κριθεί από άλλο δικα­στή­ριο με ισχύ δεδι­κα­σμέ­νου.

Ακο­λού­θως, με το άρθρο 16, αυξά­νο­νται οι οργα­νι­κές θέσεις των διοι­κη­τι­κών δικα­στών και ειδι­κό­τερα κατά τρεις (3) των Προ­έ­δρων Εφετών και των Εφετών κατά έξι (6) με σκοπό την υπο­βο­ή­θηση της δικαιο­δο­τι­κής λει­τουρ­γίας της διοι­κη­τι­κής δικαιο­σύ­νης.

Το κεφά­λαιο Δ’ Μετα­βα­τι­κές Δια­τά­ξεις (άρθρο 17 και 18).

Με τη μετα­βα­τική διάταξη του άρθρου 17 , απο­τρέ­πε­ται το ενδε­χό­μενο να επέλθει η αυτο­δί­καιη άρση της δέσμευ­σης, κατά τη νέα ρύθμιση του εδαφίου α΄ της παρα­γρά­φου 9 του άρθρου 42 του ν. 4557/2018, στις περι­πτώ­σεις που κατά την έναρξη ισχύος του παρό­ντος νόμου έχει ήδη συμπλη­ρω­θεί το χρονικό διά­στημα των πέντε ετών από την επιβολή του μέτρου της δέσμευ­σης ή πάντως έχει παρέλ­θει χρονικό διά­στημα μακρό­τερο των τριών ετών. Σε σχέση με τις περι­πτώ­σεις αυτές, προ­βλέ­πε­ται ότι η αυτο­δί­καιη άρση της δέσμευ­σης επέρ­χε­ται μόνο εφόσον παρέλ­θει διά­στημα δύο ετών από την έναρξη ισχύος του νόμου, χωρίς να λάβει χώρα ενδια­μέ­σως η αμε­τά­κλητη παρα­πο­μπή στο ακρο­α­τή­ριο. (Κατ΄ αυτόν τον τρόπο δίνεται το απα­ραί­τητο χρονικό διά­στημα στις δικα­στι­κές αρχές να ολο­κλη­ρώ­σουν το έργο της ανά­κρι­σης πριν την παρα­πο­μπή της υπό­θε­σης στο ακρο­α­τή­ριο).

Με το άρθρο 18 εισά­γε­ται μετα­βα­τική διάταξη, με την οποία προ­βλέ­πε­ται η μετα­φορά των εκκρε­μών υπο­θέ­σεων των άρθρων 12 και 13 του παρό­ντος, που δεν έχουν συζη­τη­θεί, στα καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδια διοι­κη­τικά δικα­στή­ρια.

Στο κεφά­λαιο Ε’ εντάσ­σε­ται το άρθρο 19 που προ­βλέ­πει τις καταρ­γού­με­νες δια­τά­ξεις

Με το άρθρο 19 καταρ­γεί­ται το άρθρο 25 του Ν. 4689/2020 που προ­έ­βλεπε ότι: «Τα αδι­κή­ματα των άρθρων 23 και 24 του παρό­ντος μέρους, καθώς και τα αδι­κή­ματα των άρθρων 159, 159Α, 235, 236, 237, 237Β, 375, 386, 386Α, 386Β, 390 Π.Κ. και 155 επ. του ν. 2960/2001 (’Α265), όταν αυτά στρέ­φο­νται κατά των οικο­νο­μι­κών συμ­φε­ρό­ντων της Ευρω­παϊ­κής Ένωσης ή συν­δέ­ο­νται με την προ­σβολή αυτών των συμ­φε­ρό­ντων, συνι­στούν βασικά αδι­κή­ματα κατά την έννοια του άρθρου 4 του ν. 4557/2018 (’Α139)». Και τούτο διότι κρίθηκε ότι τα πιο πάνω αδι­κή­ματα πρέπει, για λόγους πιο συστη­μα­τι­κής κατα­τά­ξεως, να περι­λη­φθούν ως βασικά εγκλή­ματα στον ν. 4557/2018 για τη νομι­μο­ποί­ηση εσόδων από εγκλη­μα­τι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες, έτσι ώστε όλα τα εγκλή­ματα που συνι­στούν εγκλη­μα­τική δρα­στη­ριό­τητα (βασικά) να είναι συγκε­ντρω­μένα στον ειδικό αυτό νόμο και να μην ανα­ζη­τού­νται κάθε φορά σε διάφορα νομο­θε­τή­ματα.

Και τέλος στο ΣΤ’ Κεφά­λαιο το άρθρο 20 καθο­ρί­ζε­ται η έναρξη ισχύος του παρό­ντος, η δημο­σί­ευση του στην Εφη­με­ρίδα της Κυβερ­νή­σεως

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.