ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Συνταρακτικές μαρτυρίες για τις νύφες της Αυστραλίας και τους… γαμπρούς του «Begonia»

news room 8 λεπτά ανάγνωση
871

Ο ομο­γε­νής Πανα­γιώ­της Φωτάκης, μετά τις θρυ­λι­κές ελλη­νί­δες νύφες της Αυστρα­λίας ψάχνει τους Ελληνες που ξερι­ζω­μέ­νοι από τον τόπο τους θέλησαν να ξεκι­νή­σουν μια καλύ­τερη ζωή έχοντας στο πλάι τους μια σύντροφο «από την πατρίδα»

Σφυ­ρί­ζο­ντας από μακριά, σε μια ατμό­σφαιρα παν­ζουρ­λι­σμού και αγωνίας, το εντυ­πω­σιακό πλοίο «Begonia», έφτανε στο Port Phillip Bay της Μελ­βούρ­νης, σε ένα παρά­ξενο ραντε­βού με την Ιστορία. Μετέ­φερε 900 κοπέλες που είχαν αφήσει τις οικο­γέ­νειές τους στην Ελλάδα, για να σμίξουν στην Αυστρα­λία με συζύ­γους που δεν είχαν ξανα­συ­να­ντή­σει ποτέ στη ζωή τους. Ηταν 16 Ιουνίου του 1957. Δίπλα σε ανθο­δέ­σμες σφιγ­μέ­νες από ιδρω­μένα χέρια, εν μέσω φωτο­γρα­φιών που πάλ­λο­νταν στον αέρα, ανδρών που φώναζαν γυναι­κεία ονόματα ή σκαρ­φά­λω­ναν στο πλοίο φωνά­ζο­ντας «παντρέ­ψου με» στις κοπέλες που κατέ­βαι­ναν, στε­κό­ταν ο Χαρά­λα­μπος Κου­ρου­κλί­δης ένας άνδρας που είχε φύγει από το χωριό Δομέ­νικο της Ελασ­σό­νας σε ηλικία 20 ετών κυνη­γώ­ντας το όνειρο πέρα από τον ωκεανό.

Ο κ. Χαρά­λα­μπος περί­μενε την Ουρανία, την παλιά του συμ­μα­θή­τρια που είχε προη­γου­μέ­νως ζητήσει σε γάμο στέλ­νο­ντάς της ένα γράμμα και μια φωτο­γρα­φία του τρα­βηγ­μένη στο Royal Exhibition Building όπως έκανε κάθε επί­δο­ξος γαμπρός της εποχής. «Μία ημέρα νωρί­τερα είχα τηλε­φω­νή­σει στο λιμάνι για να ρωτήσω τι ώρα θα αρχίσει η απο­βί­βαση των γυναι­κών από την Ελλάδα», διη­γεί­ται ο Χαρά­λα­μπος Κου­ρου­κλί­δης στα «ΝΕΑ». «Και μου είπαν ότι αυτό θα γίνει στις 10.30. Ηταν όμως λάθος η πλη­ρο­φό­ρηση και η απο­βί­βαση ξεκί­νησε στις οκτώ! Οταν λοιπόν έφτασα, η πρώτη κου­βέ­ντα της Ουρα­νίας προς τον γαμπρό, προς εμένα δηλαδή, ήταν “να σε βράσω τώρα που ήρθες!”. Ετσι ξεκί­νησε μια ιστορία ζωής», λέει γελώ­ντας.

 

Το ταξίδι με τις 900 νύφες

Την πορεία εκείνων των γυναι­κών, που ταξί­δε­ψαν ως νύφες και δια­σκορ­πί­στη­καν στην Αυστρα­λία, απο­φά­σισε να ανα­ζη­τή­σει πριν από λίγα χρόνια, σχεδόν μισό αιώνα μετά την άφιξη του «Begonia», ένας έλληνας ομο­γε­νής από την Αδε­λα­ΐδα, ο συντα­ξιού­χος εκπαι­δευ­τι­κός Πανα­γιώ­της Φωτάκης. Το «Begonia» είχε υπάρξει, άλλωστε, κομμάτι και της δικής του ζωής: Σε ηλικία οκτώ ετών μετα­νά­στευσε με τη μητέρα του από τη Ρόδο στην Αυστρα­λία ταξι­δεύ­ο­ντας επί σχεδόν ένα μήνα μαζί με τις 900 νύφες που έκαναν το θρυλικό δρο­μο­λό­γιο του «Begonia» το καλο­καίρι του 1957. Ο κ. Φωτάκης κατά­φερε να ανα­κα­λύ­ψει πολλές από τις νύφες και να διορ­γα­νώ­σει μια συνά­ντηση επα­νέ­νω­σης όσων γυναι­κών βρί­σκο­νταν ακόμη στην Αυστρα­λία. Πλέον έχει ξεκι­νή­σει έρευνα για τους γαμπρούς του «Begonia», τους Ελληνες που ξερι­ζω­μέ­νοι από τον τόπο τους σε πολύ δύσκολα χρόνια θέλησαν να ξεκι­νή­σουν μια καλύ­τερη ζωή έχοντας στο πλάι τους μια σύντροφο «από την πατρίδα».

Ενας από αυτούς είναι ο 87χρονος σήμερα Χαρά­λα­μπος Κου­ρου­κλί­δης. «Εφυγα από την Ελλάδα τον Μάρτιο του 1953 όταν ήμουν σχεδόν 20 ετών. Εφυγα παίρ­νο­ντας μαζί μου μια μαξι­λα­ρο­θήκη μέσα στην οποία είχε βάλει η μάνα μου τα λιγοστά υπάρ­χο­ντά μου. Σκοπός μου ήταν να αλλάξω ζωή. Δεν είχα πατέρα, τον είχαν σκο­τώ­σει οι Γερ­μα­νοί και ασχο­λού­μα­σταν με τα χωράφια για να ζήσουμε, με σιτάρια και καπνό. Υπήρχε μεγάλη φτώχεια. Θυμάμαι πως έλεγα στη μητέρα μου ότι θα πάω στην Αυστρα­λία για δύο τρία χρόνια, να μαζέψω λεφτά, και θα γυρίσω. Νομί­ζαμε ότι η Αυστρα­λία είναι λίγο έξω από την Ελλάδα! Τελικά είμαι ακόμη εδώ, 67 χρόνια μετά», διη­γεί­ται στα «ΝΕΑ» ο κ. Κου­ρου­κλί­δης ξετυ­λί­γο­ντας το κουβάρι των ανα­μνή­σεών του.

 

Η ζωή στη ξενιτιά

«Επι­βι­βά­στηκα σε ένα γερ­μα­νο­σου­η­δικό πλοίο και μετά από 27 μέρες ταξι­διού έφτασα στη Μελ­βούρνη. Ημασταν 65 Ελληνες στο καράβι, οι πρώτοι μετα­νά­στες που πηγαί­ναμε επι­σή­μως στην Αυστρα­λία, δηλαδή με έξοδα που είχε πλη­ρώ­σει εξ ολό­κλη­ρου η αυστρα­λιανή κυβέρ­νηση. Μόλις φτάσαμε εκεί, μεγάλη υποδοχή μας περί­μενε! Ο δεσπό­της και εκπρό­σω­ποι της ελλη­νι­κής κοι­νό­τη­τας είχαν κατα­φτά­σει για να μας βγάλουν λόγους και να μας δώσουν συμ­βου­λές. Στη συνέ­χεια μας έβαλαν κατευ­θείαν στο τρένο και μετα­φερ­θή­καμε περίπου δυόμισι ώρες έξω από την Πολι­τεία της Μελ­βούρ­νης σε ένα στρα­τό­πεδο μετα­να­στών. Εκεί υπήρχαν άνθρω­ποι από όλες τις εθνι­κό­τη­τες, Ιταλοί, Γερ­μα­νοί, Βούλ­γα­ροι, ζούσαμε όμως χωριστά. Εφευγε ο καιρός και δουλειά δεν υπήρχε, ήμαστε μέσα στο στρα­τό­πεδο…

Eίχε περάσει σχεδόν ένας χρόνος όταν μας μετέ­φε­ραν σε ένα άλλο στρα­τό­πεδο στη Νότιο Ουαλία, περίπου 250 χιλιό­με­τρα έξω από το Σίδνεϊ, καθώς κατέ­φτα­ναν οι νέες καρα­βιές ελλήνων μετα­να­στών και οι Αρχές δεν ήθελαν να έρθουμε σε επαφή μαζί τους. Φοβό­ντου­σαν ότι θα ξεσπού­σαν φασα­ρίες αν οι νεο­φερ­μέ­νοι δια­πί­στω­ναν ότι είμαστε εκεί τόσο καιρό χωρίς δουλειά», λέει ο κ. Κου­ρου­κλί­δης. «Εκεί, στην πόλη Orange όπου μετα­φερ­θή­καμε μάθαμε κάποια στιγμή ότι υπήρχαν 40 οικο­γέ­νειες Ελλήνων και τους ανα­ζη­τή­σαμε για βοήθεια. Πράγ­ματι, όταν μας είδαν άρχισαν να ρωτούν πώς ζήσαμε τον πόλεμο στην Ελλάδα και μας έδωσαν από ένα ζευγάρι παπού­τσια κι από ένα παλτό γιατί έκανε πάρα πολύ κρύο και λίγα χρήματα στα χέρια», συνε­χί­ζει.

Η περι­πλά­νηση συνε­χί­στηκε. Ανα­ζη­τώ­ντας δουλειά και ακο­λου­θώ­ντας τη συμ­βουλή ενός γνωστού του, ομογενή, ο κ. Χαρά­λα­μπος έφτασε στο Dubbo όπου εργά­στηκε σε κου­ζί­νες εστια­το­ρίων, βοηθός λατζέρη σε μπι­ρα­ρία και σε άλλες δου­λειές βιώ­νο­ντας συχνά την εργα­σιακή εκμε­τάλ­λευση που υφί­στα­νται οι μετα­νά­στες. «Οπου έβρισκα καλύ­τερα, έπαιρνα τη μαξι­λα­ρο­θήκη μου – με λίγα ρούχα και ένα ζευγάρι παπού­τσια – και πήγαινα», λέει ο ίδιος. «Σιγά σιγά βελ­τιώ­θηκε η κατά­σταση. Δούλεψα σε φυτείες ζαχα­ρο­κά­λα­μων που είχαν οι Ελληνες στο Μπρι­σμπέιν αλλά και στο Σίδνεϊ για έξι μήνες και εκεί μου πρό­τει­ναν νύφες για να με παντρέ­ψουν. Ομως εγώ είχα στο μυαλό μου την Ουρανία…», εξηγεί. «Την είχα στο μυαλό μου από το σχολείο και παρότι δεν είχαμε μιλήσει ποτέ στο χωριό, την είχα συμπα­θή­σει.

Οταν ήμουν στο Δομέ­νικο, δεν θα τολ­μούσα να τη ζητήσω γιατί ήμουν φτωχός, στην Αυστρα­λία όμως αλλά­ξανε τα πράγ­ματα… Εστειλα, λοιπόν, ένα γράμμα στον πατέρα της μαζί με φωτο­γρα­φίες και του είπα “ζητώ την κόρη σου, αν θέλεις να μου τη δώσεις, στείλ­την με τα ρούχα της δεν θέλω χρήματα ούτε κάτι άλλο”. Οταν διά­βα­σαν το γράμμα στο χωριό, η αδελφή της λιγο­θύ­μησε που θα έχανε την Ουρανία! Ηταν πολύ όμορφη και πολύ έξυπνη. Ηρθε λοιπόν και παντρευ­τή­καμε. Είχαμε δικό μας μαγαζί όπου που­λού­σαμε take away φαγητό και μέναμε από πάνω. Εκεί, μέσα στο μαγαζί, κάναμε και το πάρτι του γάμου. Ζήσαμε μαζί πολύ ωραία για 60 χρόνια, δημιουρ­γή­σαμε μια υπέροχη οικο­γέ­νεια, δύο κόρες και εγγόνια και ακόμη δακρύ­ζουν τα μάτια μου που πριν από μερικά χρόνια αρρώ­στησε και την έχασα», συμπλη­ρώ­νει ο κ. Χαρά­λα­μπος.

 

Κομμάτι της μετα­να­στευ­τι­κής ιστο­ρίας

Μιλώ­ντας στα «ΝΕΑ» για την προ­σπά­θειά του να εντο­πί­σει τους γαμπρούς του «Begonia» και να κατα­γρά­ψει την εμπει­ρία τους ο Πανα­γιώ­της Φωτάκης εξηγεί πως η ιστορία αυτών των ζευ­γα­ριών απο­τε­λεί, κατά τη γνώμη του, ένα σημα­ντικό κομμάτι της μετα­να­στευ­τι­κής ιστο­ρίας των Ελλήνων στην Αυστρα­λία. «Εχουμε πολλές φορές ασχο­λη­θεί με τις νύφες που στο κατά­στρωμα του “Begonia” έκρυβαν τα όνειρα και την ελπίδα να συνα­ντή­σουν στην ξενιτιά τους μελ­λο­ντι­κούς συζύ­γους τους, αλλά θεώρησα ότι πλέον οφεί­λουμε να ερευ­νή­σουμε και το άλλο εξίσου σπου­δαίο κομμάτι που συμπλη­ρώ­νει το παζλ», λέει ο κ. Φωτάκης.

«Θέλησα να φέρω στην επι­φά­νεια τις σκέψεις και τα συναι­σθή­ματα των νεαρών ανδρών που είχαν ήδη ανα­ζη­τή­σει ένα καλύ­τερο μέλλον στην ξενιτιά και έψαχναν να βρουν μια ελλη­νίδα νύφη για να δημιουρ­γή­σουν τη δική τους οικο­γέ­νεια. Από τότε που ξεκι­νή­σαμε την έρευνα συνει­δη­το­ποί­ησα επίσης πόσο σημα­ντική είναι αυτή η περί­ο­δος, όχι μόνο ιστο­ρικά αλλά και για τους ομο­γε­νείς της δεύ­τε­ρης γενιάς που διψούν να μοι­ρα­στούν τις ιστο­ρίες των γονιών τους», εξηγεί ο κ. Φωτάκης. Ο ίδιος έχει ήδη έρθει σε επαφή με κάποιους από τους γαμπρούς και συνε­χί­ζει την έρευνά του, τα απο­τε­λέ­σματα της οποίας θα προ­στε­θούν σε παλαιό­τερο βιβλίο του για τις ελλη­νί­δες νύφες της Αυστρα­λίας. Ενδια­φέ­ρον για την έκδοση του νέου βιβλίου έχει δείξει και το ελλη­νικό προ­ξε­νείο στη Μελ­βούρνη.

 

«Αρρα­βω­νια­σμέ­νες με φωτο­γρα­φία»

Οι νύφες του «Begonia», κορί­τσια ηλικίας 17-20 ετών, κάποια από τα οποία είχαν απο­χω­ρι­στεί με σπα­ραγμό τις οικο­γέ­νειές τους και έμελλε να μην τις ξανα­δούν ποτέ χωρί­ζο­νταν σε τρεις κατη­γο­ρίες. «Περισ­σό­τε­ρες από 250 ήταν ήδη «αρρα­βω­νια­σμέ­νες με φωτο­γρα­φία» με κάποιον Ελληνα που ζούσε μόνιμα στην Αυστρα­λία, άλλες περίπου 350 έρχο­νταν με μια φωτο­γρα­φία στο χέρι για να γνω­ρί­σουν τον γαμπρό και άλλες 300 έρχο­νταν ελεύ­θε­ρες για να ξεκι­νή­σουν τη ζωή τους κοντά σε συγ­γε­νείς. Ολες ζούσαν με την αγωνία αν ο άνθρω­πος που άλλοι είχαν επι­λέ­ξει γι’ αυτές θα ήταν καλός, νέος, δυνατός και όπως έδειχνε στη φωτο­γρα­φία την οποία έκρυβαν σαν φυλαχτό στο στέρνο τους», λέει ο κ. Φωτάκης και συμπλη­ρώ­νει. «Σε εκείνο το ταξίδι του Begonia βρί­σκο­νταν μόνο 33 άνδρες επι­βά­τες και λίγες οικο­γέ­νειες, κυρίως μητέρες με μικρά παιδιά.

Οι ανα­μνή­σεις είναι ανά­μει­κτες. Θυμάμαι ακόμα τα φύκια που βρί­σκαμε μέσα στο νερό, όταν το πόσιμο είχε τελειώ­σει και το θαλάσ­σιο ήταν το μόνο δια­θέ­σιμο νερό», διη­γεί­ται ο κ. Φωτάκης. «Οι κοπέλες ήταν από­μα­κρες και φιλικές συγ­χρό­νως. Πολλές ήταν σχεδόν παιδιά, ορι­σμέ­νες κυκλο­φο­ρού­σαν με μια φωτο­γρα­φία στο χέρι, που την έδει­χναν στις άλλες ή σε όποιον ενδια­φε­ρό­ταν να δει τον “άντρα τους”. Ομως, όσο πλη­σιά­ζαμε στο λιμάνι η διάθεσή τους άλλαζε, ήταν ανή­συ­χες, σχεδόν φοβι­σμέ­νες», λέει ο ίδιος. «Εμείς είχαμε αγο­ρά­σει πλήρες εισι­τή­ριο και μέναμε σε καμπίνα με ανέσεις. Ομως πολλές από αυτές ήταν κάτω από το κατά­στρωμα, μέσα στη βουή και στη δυσο­σμία, γεγονός που έκανε το ταξίδι τους ανυ­πό­φορα μακρύ και δυσά­ρε­στο. Κάποιες ανέ­βαι­ναν στο κατά­στρωμα και για έναν μήνα κοι­μού­νταν εκεί… Ταξί­δευαν με ένα εισι­τή­ριο των 10 δολα­ρίων και με το ίδιο είχαν τη δυνα­τό­τητα να επι­στρέ­ψουν μέσα σε 30 ημέρες σε περί­πτωση που κάτι πήγαινε στραβά…».

Πηγή: tanea.gr

Κατε­ρίνα Ροββά

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.