ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Υπερβαρο ένα στα τρία Ελληνόπουλα

news room 4 λεπτά ανάγνωση
παχυσαρκία

Η εσφαλ­μένη αντί­ληψη πολλών γονιών για το ιδανικό σωμα­τικό βάρος που πρέπει να έχουν τα παιδιά, οι μεγάλες μερίδες της… γιαγιάς, αλλά και η απουσία χώρων που προ­ά­γουν τη σωμα­τική δρα­στη­ριό­τητα, οδηγούν πολλά Ελλη­νό­πουλα σε μια ζωή με καθη­με­ρινή «μάχη» με τη ζυγαριά. Ερευνα που έγινε στο πλαίσιο του ευρω­παϊ­κού προ­γράμ­μα­τος Feel4Diabetes για την προ­ώ­θηση υγιει­νού τρόπου ζωής και την πρόληψη του διαβήτη, στην οποία συμ­με­τεί­χαν παιδιά και οι οικο­γέ­νειές τους από έξι χώρες ανέ­δειξε τα Ελλη­νό­πουλα ως τα πλέον υπέρ­βαρα και παχύ­σαρκα, με το σχετικό ποσοστό να φτάνει το 36,5%. Οι υπέρ­βα­ροι γονείς έχουν συχνά και υπέρ­βαρα παιδιά, ωστόσο ακόμα και γονείς με φυσιο­λο­γικό βάρος «μπου­κώ­νουν» τα παιδιά τους νομί­ζο­ντας εσφαλ­μένα ότι τα τρέφουν σωστά.

Το πρό­γραμμα Feel4Diabetes με συντο­νι­στή τον καθη­γητή του τμή­μα­τος Επι­στή­μης Διαιτολογίας-Διατροφής στο Χαρο­κό­πειο Πανε­πι­στή­μιο κ. Ιωάννη Μανιό, ξεκί­νησε το 2015 και ολο­κλη­ρώ­θηκε πριν από δύο μήνες. Συμ­με­τεί­χαν 12.194 παιδιά των τριών πρώτων τάξεων του δημο­τι­κού από 219 σχολεία σε Ελλάδα, Ισπανία, Βουλ­γα­ρία, Ουγ­γα­ρία, Βέλγιο και Φιν­λαν­δία. Από την Ελλάδα, συμ­με­τεί­χαν 2.286 μαθητές από 56 σχολεία και –όπως έγινε και στην Ισπανία, στο Βέλγιο και στη Φιν­λαν­δία– επι­λέ­χθη­καν κυρίως περιο­χές με πλη­θυ­σμό με χαμηλό οικο­νο­μικό επίπεδο.

Το 36,5% των Ελλη­νό­που­λων βρέθηκε να έχει υπερ­βάλ­λον σωμα­τικό βάρος (11,3% ήταν παχύ­σαρκα και το 25,2% υπέρ­βαρα), ποσοστό το οποίο ήταν το υψη­λό­τερο μεταξύ των χωρών που συμ­με­τεί­χαν. Στην Ουγ­γα­ρία το ποσοστό υπέρ­βα­ρων και παχύ­σαρ­κων παιδιών ήταν 26,4%, στην Ισπανία 25,9%, στη Βουλ­γα­ρία 25%, στη Φιν­λαν­δία 21,7%, και στο Βέλγιο 14,2%. Στην Ελλάδα, στο 31,5% των οικο­γε­νειών στις οποίες ένας γονέας ήταν υπέρ­βα­ρος ή παχύ­σαρ­κος, υπήρχαν παιδιά με υπερ­βάλ­λον σωμα­τικό βάρος, ενώ το αντί­στοιχο ποσοστό εκτι­νάσ­σε­ται στο 49,3% όταν και οι δύο γονείς ήταν υπέρ­βα­ροι ή παχύ­σαρ­κοι. Ακόμα και μεταξύ των οικο­γε­νειών με γονείς φυσιο­λο­γι­κού βάρους, ένα σημα­ντικό ποσοστό των παιδιών ήταν υπέρ­βαρο ή παχύ­σαρκο (17,6% και 3,3% αντι­στοί­χως), γεγονός που κατα­δει­κνύει ότι στην Ελλάδα η οικο­γέ­νεια «υπερ­τα­ΐ­ζει» τα παιδιά.

Οπως ανέφερε στην «Κ» ο κ. Μανιός, ένας από τους βασι­κούς λόγους για τους οποίους στη χώρα μας κατα­γρά­φο­νται τα υψη­λό­τερα ποσοστά παι­δι­κής παχυ­σαρ­κίας, αφορά την αντί­ληψη της οικο­γέ­νειας για το επι­θυ­μητό βάρος των παιδιών. Σύμφωνα με παλαιό­τερη έρευνα σε παιδιά προ­σχο­λι­κής ηλικίας (ευρω­παϊκό πρό­γραμμα ToyBox-study) περίπου το 70% των Ελλήνων με υπέρ­βαρα ή παχύ­σαρκα παιδιά θεωρεί ότι τα τέκνα τους έχουν φυσιο­λο­γικό βάρος, ποσοστό που μειώ­νε­ται στο 40% όταν τα παιδιά είναι ηλικίας 10-12 ετών. «Και πάλι ένα μεγάλο ποσοστό των γονιών κάνει λάθος, που σημαί­νει ότι δεν ανα­γνω­ρί­ζει το πρό­βλημα και δεν λαμ­βά­νει μέτρα έναντι αυτού. Το ίδιο συμ­βαί­νει και με τις για­γιά­δες που στην προ­σπά­θειά τους να κάνουν ό,τι καλύ­τερο μπορούν για τα εγγόνια τους συχνά τα “μπου­κώ­νουν” αυξά­νο­ντας περαι­τέρω τον κίνδυνο για παιδική παχυ­σαρ­κία», σημειώ­νει ο κ. Μανιός.  Η έρευνα εστίασε και στους γονείς, ανα­δει­κνύ­ο­ντας τη μεγάλη σημασία του εντο­πι­σμού των οικο­γε­νειών «υψηλού ρίσκου» για παθή­σεις που σχε­τί­ζο­νται με την παχυ­σαρ­κία και της καθο­δή­γη­σής τους σε πιο υγιει­νές επι­λο­γές. Περίπου 20.000 γονείς από τις έξι χώρες κλή­θη­καν να συμπλη­ρώ­σουν ερω­τη­μα­το­λό­γιο (FINDRISK) για τον δείκτη μάζας σώματος, την περι­φέ­ρεια μέσης, τη σωμα­τική άσκηση, τη δια­τροφή και το ιστο­ρικό τους σε σχέση με την υπέρ­ταση και τον διαβήτη. Από την ανάλυση του ερω­τη­μα­το­λο­γίου προ­έ­κυψε ότι σχεδόν ένας στους τέσ­σε­ρις είχε αυξη­μένο κίνδυνο για την ανά­πτυξη παθή­σεων που σχε­τί­ζο­νται με την παχυ­σαρ­κία και κυρίως διαβήτη τύπου 2. Από τις εξε­τά­σεις που ακο­λού­θη­σαν φάνηκε ότι το 3% αυτών είχε ήδη σακ­χα­ρώδη διαβήτη τύπου 2 –οι μισοί δεν το γνώ­ρι­ζαν– και το 23,2% προ­δια­βήτη. Υπέρ­ταση εμφά­νιζε το 18,6% των γονιών, ενώ ένα βήμα πριν από την υπέρ­ταση ήταν το 14% (τιμές αρτη­ρια­κής πίεσης στο ανώτατο φυσιο­λο­γικό όριο). Στις οικο­γέ­νειες που βρέ­θη­καν στην «κόκκινη ζώνη» δόθηκαν συμ­βου­λές για το πώς να βελ­τιώ­σουν τους δείκτες υγείας των ίδιων και των παιδιών τους. Ενα χρόνο μετά την παρέμ­βαση, του­λά­χι­στον ένας στους τρεις γονείς με προ­δια­βήτη, είχε φυσιο­λο­γικά επίπεδα γλυ­κό­ζης στο αίμα, ενώ δύο στα δέκα υπέρ­βαρα παιδιά έχασαν το υπερ­βάλ­λον σωμα­τικό βάρος.

«Το πρό­γραμμα Feel4Diabetes κατα­δει­κνύει ότι η αντι­με­τώ­πιση της παχυ­σαρ­κίας και η πρόληψη των παθή­σεων που συν­δέ­ο­νται με αυτή, δεν θέλει χρήματα, δεν θέλει κόπο, θέλει τρόπο και οργά­νωση», σημειώ­νει ο κ. Μανιός. Ο ίδιος προ­τεί­νει στο υπουρ­γείο Υγείας και στον Εθνικό Οργα­νι­σμό Δημό­σιας Υγείας να αξιο­ποι­ή­σει το «Ατομικό Βιβλιά­ριο Υγείας Μαθητή» (ΑΔΥΜ) ως ένα εργα­λείο για τον δια­κρι­τικό εντο­πι­σμό των παιδιών και των γονέων που είναι σε υψηλό κίνδυνο για την εμφά­νιση παθή­σεων που συν­δέ­ο­νται με τον «δυτικό τρόπο ζωής».

Υπο­στή­ριξη και καθο­δή­γηση

Οπως επι­ση­μαί­νει, «το ΑΔΥΜ θα μπο­ρούσε να είναι ηλε­κτρο­νικό, δια­σφα­λί­ζο­ντας το απόρ­ρητο των προ­σω­πι­κών δεδο­μέ­νων, και να συμπλη­ρώ­νο­νται σε αυτό και στοι­χεία των γονέων, όπως βάρος, ύψος κ.ά., ώστε οι αρμό­διοι φορείς με μία απλή επε­ξερ­γα­σία να γνω­ρί­ζουν αυτό­ματα ποιοι δια­τρέ­χουν τον υψηλό κίνδυνο για παθή­σεις όπως δια­βή­της και υπέρ­ταση και να τους παρα­πέ­μπουν για περαι­τέρω εξε­τά­σεις αλλά και υπο­στή­ριξη και καθο­δή­γηση για μικρές αλλαγές στον τρόπο ζωής τους με άμεσα οφέλη υγείας για τους ίδιους και τα παιδιά τους. Αυτόν τον ρόλο θα μπο­ρού­σαν να επι­τε­λέ­σουν οι τοπικές μονάδες υγείας, τα δημο­τικά ιατρεία ή τα κέντρα υγείας. Ετσι, θα μπο­ρού­σαμε να πετύ­χουμε έγκαιρη και απο­τε­λε­σμα­τι­κό­τερη πρόληψη και αντι­με­τώ­πιση των χρόνιων νοση­μά­των σε επίπεδο γει­το­νιάς, κάνο­ντας την υπη­ρε­σία αυτή φιλική και προσιτή προς αυτούς που την έχουν πρω­τί­στως ανάγκη. Επίσης, θα μπο­ρούσε να επι­τευ­χθεί απο­συμ­φό­ρηση των δημό­σιων νοσο­κο­μείων και μείωση των δαπανών στην Υγεία που τώρα είναι εστια­σμένη κυρίως στη θερα­πεία των νοση­μά­των και όχι στην πρόληψη».

πηγή kathimerini.gr

ΠΕΝΝΥ ΜΠΟΥΛΟΥΤΖΑ

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.