ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Ισόβια κάθειρξη στον μητροκτόνο και ποινή κάθειρξης 13 ετών στην σύντροφό του

Δαμιανός Αθανασίου 1 λεπτό ανάγνωση
Ιεροβασίλη σπίτι 2

Ενώ­πιον του Μι­κτού Ορ­κω­τού Εφε­τεί­ου Δω­δε­κα­νή­σου ανα­βί­ω­σε χθες η πο­λύ­κρο­τη υπό­θε­ση της ει­δε­χθούς δο­λο­φο­νί­ας της 61χρο­νης Ευαγ­γε­λί­ας (Αν­τζε­λας) Ιε­ρο­βα­σί­λη του Γε­ωρ­γί­ου, το από­γευ­μα της 19ης Ιου­νί­ου 2012, στο σπίτι της, στο Γεν­νά­δι.

Σε πρώτο βαθμό είχαν κρι­θεί ένο­χοι αν­θρω­πο­κτο­νί­ας από πρό­θε­ση σε ήρεμη ψυ­χι­κή κα­τά­στα­ση, οπλο­φο­ρί­ας και οπλο­χρη­σί­ας ο γιος της Νι­κό­λα­ος Μπα­τζα­κά­κης του Ιω­άν­νη, 26 ετών και απλής συ­νέρ­γειας σε αν­θρω­πο­κτο­νία από πρό­θε­ση, η πρώην σύ­ντρο­φός του Ιakouleva Irini του Οleg, υπή­κο­ος Ρω­σί­ας, 36 ετών.

Το πρω­τό­δι­κο λαϊκό δι­κα­στή­ριο επέ­βα­λε ισό­βια για τον φόνο και 18 μήνες για την πα­ρά­νο­μη οπλο­φο­ρία και οπλο­χρη­σία στον πρώτο και ποινή κά­θειρ­ξης 17 ετών στην δεύ­τε­ρη.

Χθες και οι δύο κρί­θη­καν ένο­χοι, όπως ακρι­βώς κα­τη­γο­ρού­νται. Η ποινή κά­θειρ­ξης της δεύ­τε­ρης μειώ­θη­κε ωστό­σο κατά 5 έτη.

Ο πρώ­τος κα­τη­γο­ρού­με­νος αφού ζή­τη­σε συγ­γνώ­μη για την πράξη του επι­χεί­ρη­σε να πεί­σει το δι­κα­στή­ριο ότι τε­λού­σε υπό την επή­ρεια ναρ­κω­τι­κών ου­σιών και ότι δεν είχε επί­γνω­ση των πρά­ξε­ών του, ενώ η δεύ­τε­ρη αρ­νή­θη­κε κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κά ότι τον συ­νέ­δρα­με ισχυ­ρι­ζό­με­νη ότι βρι­σκό­ταν έξω από την οικία και ότι είχε κυ­ριευ­τεί από φόβο.

Εντύ­πω­ση προ­κά­λε­σε, το γε­γο­νός ότι ο κα­τη­γο­ρού­με­νος στην απο­λο­γία του, υπο­στή­ρι­ξε ότι τρεις μέρες μετά το έγκλη­μα είχε ενη­με­ρώ­σει τον πα­τέ­ρα του ότι σκό­τω­σε την μη­τέ­ρα του!

Ο Νι­κό­λα­ος Μπα­τζα­κά­κης απο­λο­γού­με­νος συ­γκε­κρι­μέ­να ομο­λό­γη­σε εκ νέου τον φόνο επι­χει­ρώ­ντας ωστό­σο να πεί­σει, ότι δεν είχε κί­νη­τρο και ότι εκνευ­ρί­στη­κε από την συ­μπε­ρι­φο­ρά της μη­τέ­ρας του και θο­λω­μέ­νος από την χρήση ναρ­κω­τι­κών διέ­πρα­ξε το έγκλη­μα.

Ισχυ­ρί­στη­κε ου­σια­στι­κά ότι δεν είχε συ­ναί­σθη­ση των πρά­ξε­ών του, ενώ μά­λι­στα τό­νι­σε ότι δεν την χτύ­πη­σε πι­σώ­πλα­τα.

Η πρώην σύ­ντρο­φός του Ιakouleva Irini υπο­στή­ρι­ξε ότι ήταν πα­ρού­σα στο έγκλη­μα αλλά δεν τον προ­έ­τρε­ψε και δεν τον συ­νέ­δρα­με. Ισχυ­ρί­στη­κε ότι φο­βή­θη­κε να πα­ρέμ­βει αλλά και να τον κα­τα­δώ­σει στις αρχές κι ότι διέ­κο­ψε στην πο­ρεία τη σχέση τους.

Την ενοχή και των δύο, όπως ακρι­βώς κα­τη­γο­ρού­νται στο πα­ρα­πεμ­πτι­κό βού­λευ­μα, πρό­τει­νε στην αγό­ρευ­σή του ο Ει­σαγ­γε­λέ­ας της έδρας.

Ο πρώ­τος κα­τη­γο­ρού­με­νος ήδη από την εφη­βεία αντι­με­τώ­πι­ζε σο­βα­ρό πρό­βλη­μα με τη λήψη δια­φό­ρων ναρ­κω­τι­κών ου­σιών. Κατά τα προη­γού­με­να έτη, πριν το θά­να­το της μη­τέ­ρας του, ο κα­τη­γο­ρού­με­νος ζούσε με τον πα­τέ­ρα του στην Κρήτη, ενώ τους τε­λευ­ταί­ους έξι μήνες επέ­στρε­ψε στη Ρόδο, προ­κει­μέ­νου να δια­κό­ψει ορι­στι­κά τη χρήση ναρ­κω­τι­κών, δια­μέ­νο­ντας αρ­χι­κά στην οικία της μη­τέ­ρας του στο Γεν­νά­δι.

Ακο­λού­θως, διέ­με­νε μαζί με την αδελ­φή του, μέχρι που συ­να­ντή­θη­κε με τη δεύ­τε­ρη κα­τη­γο­ρού­με­νη Irina Yakovleva με την οποία γνω­ρι­ζό­ταν από παλιά, κα­τό­πιν γνω­ρι­μί­ας τους, που έγινε στον Ο.Κ.Α.Ν.Α., όπου προ­σέρ­χο­νταν αμ­φό­τε­ροι για τη λήψη χα­πιών και φαρ­μά­κων.

Έκτο­τε, απο­φά­σι­σε να μεί­νει μαζί της και με τα δύο ανή­λι­κα τέκνα της στο δικό της δια­μέ­ρι­σμα. Ο ίδιος δεν μπο­ρού­σε να ερ­γα­στεί, ενώ η σύ­ντρο­φός του κατά το πα­ρελ­θόν ερ­γα­ζό­ταν πε­ρι­στα­σια­κά, με απο­τέ­λε­σμα η οι­κο­νο­μι­κή τους κα­τά­στα­ση να είναι οι­κτρή.

Η θα­νού­σα μη­τέ­ρα του προ­σπα­θού­σε, μά­ταια, να τον βοη­θή­σει να απε­ξαρ­τη­θεί, με συ­νέ­πεια να υπάρ­χει έντα­ση στις σχέ­σεις τους.

Επι­πλέ­ον, είχε να αντι­με­τω­πί­σει από τον κα­τη­γο­ρού­με­νο τη συ­νε­χή ανα­ζή­τη­ση χρη­μά­των, κα­θό­σον γνώ­ρι­ζε ότι η μη­τέ­ρα του είχε απο­κτή­σει, κατά τη διάρ­κεια της ζωής της, ση­μα­ντι­κή ακί­νη­τη πε­ριου­σία αλλά και με­τρη­τά, με απο­τέ­λε­σμα οι κα­βγά­δες να είναι συ­νε­χείς, δε­δο­μέ­νου ότι αυτή αρ­νεί­το να τον συν­δρά­μει οι­κο­νο­μι­κά, και οι σχέ­σεις τους γιαυ­τό είχαν κλο­νι­στεί.

Μά­λι­στα, την Πέμ­πτη 14 Ιου­νί­ου 2012 ο κα­τη­γο­ρού­με­νος την επι­σκέ­φτη­κε στο Γεν­νά­δι, ζη­τώ­ντας της επι­τα­κτι­κά χρή­μα­τα, πράγ­μα που του αρ­νή­θη­κε, με συ­νέ­πεια να ακο­λου­θή­σει έντο­νος κα­βγάς με­τα­ξύ τους και οι ήδη τε­τα­μέ­νες σχέ­σεις τους να οξυν­θούν ακόμη πε­ρισ­σό­τε­ρο.

Το γε­γο­νός αυτό επη­ρέ­α­σε τη θα­νού­σα ιδιαί­τε­ρα και το εκ­μυ­στη­ρεύ­τη­κε σε φίλη της, όπως και η ίδια κα­τέ­θε­σε.

Ο κα­τη­γο­ρού­με­νος είχε πλέον εμ­μο­νή με τα χρή­μα­τα της μη­τρός του και τη συ­νε­χή άρ­νη­σή της να τον συν­δρά­μει οι­κο­νο­μι­κά, επι­πλέ­ον θε­ω­ρού­σε ότι είχε αδι­κη­θεί σε σχέση με την αδελ­φή του, την οποία η μη­τέ­ρα του, όπως πί­στευε, την είχε βοη­θή­σει, σε αντί­θε­ση με αυτόν.

Κα­τό­πιν, λοι­πόν, της τε­λευ­ταί­ας άρ­νη­σής της για πα­ρο­χή οι­κο­νο­μι­κής βο­ή­θειας, σε συν­δυα­σμό και με την πα­ντε­λή έλ­λει­ψη χρη­μά­των, άρ­χι­σε να ορ­γα­νώ­νει στο μυαλό του το σχέ­διο εξό­ντω­σής της, προ­κει­μέ­νου έτσι να κα­τα­στεί κλη­ρο­νό­μος της πε­ριου­σί­ας της.

Ευ­ρι­σκό­με­νος, λοι­πόν, σε ήρεμη ψυ­χι­κή κα­τά­στα­ση έλαβε την από­φα­ση να με­τα­βεί στην οικία της μη­τέ­ρας του, συ­νο­δεία της συ­ντρό­φου του, προ­φα­σι­ζό­με­νος τυ­πι­κή επί­σκε­ψη, και να την θα­να­τώ­σει, ώστε να απαλ­λα­γεί μια για πάντα από αυτήν και ταυ­τό­χρο­να να λάβει και το με­ρί­διο που του ανα­λο­γού­σε από την πε­ριου­σία της.

Μά­λι­στα, εμπό­διο στα σχέ­διά του δεν ήταν ούτε η Λ. Λ., υπε­ρή­λι­κας και πά­σχου­σα από Αλ­τσχάι­μερ, της οποί­ας τη φρο­ντί­δα είχε ανα­λά­βει η μη­τέ­ρα του, και η οποία συμ­βί­ω­νε μαζί της, κα­θό­σον αυτή, ακόμη και αυ­τό­πτης μάρ­τυ­ρας της πρά­ξης του να ήταν, δεν θα μπο­ρού­σε, λόγω της υγεί­ας της, να κα­τα­θέ­σει οτι­δή­πο­τε για το συμ­βάν.

Έτσι, προ­ε­τοί­μα­σε κα­τάλ­λη­λα το εγκλη­μα­τι­κό του σχέ­διο, με βάση το οποίο θα ζη­τού­σε αρ­χι­κά δήθεν χρή­μα­τα από την μη­τέ­ρα του, κι εφό­σον αυτή αρ­νού­νταν να του δώσει (γε­γο­νός που ήταν βέ­βαιο), θα της ζη­τού­σε να ει­σέλ­θουν εντός της οι­κί­ας και να του φτιά­ξει καφέ, και τη στιγ­μή που αυτή θα ήταν γυ­ρι­σμέ­νη προς την πλευ­ρά της κου­ζί­νας, αυτός θα της αφαι­ρού­σε τη ζωή, με το μα­χαί­ρι που θα είχε ήδη πάνω του.

Τούτο γνω­στο­ποί­η­σε και στη σύ­ντρο­φό του – δεύ­τε­ρη κα­τη­γο­ρού­με­νη, η οποία όχι μόνο ήταν σύμ­φω­νη, αλλά ενί­σχυ­σε την από­φα­σή του και τον εν­θάρ­ρυ­νε, υπο­σχό­με­νη να τον βοη­θή­σει κατά την τέ­λε­ση της πρά­ξης, πα­ρέ­χο­ντάς του συ­γκά­λυ­ψη και από­κρυ­ψη των αντι­κει­μέ­νων του εγκλή­μα­τος και των λοι­πών ιχνών, αφού και η ίδια θα ήταν πα­ρού­σα. Κατά το πρώτο μέρος του σχε­δί­ου του, έπρε­πε να εξα­σφα­λί­σει με­τα­φο­ρι­κό μέσο για την με­τά­βα­σή τους.

Συ­γκε­κρι­μέ­να, επει­δή ο ίδιος δεν είχε στην κα­το­χή του κά­ποιο με­τα­φο­ρι­κό μέσο, απο­φά­σι­σε να ζη­τή­σει από παι­δι­κό του φίλο, με τον οποίο βρί­σκο­νταν κα­θη­με­ρι­νά στην οικία της δεύ­τε­ρης κα­τη­γο­ρού­με­νης, προ­κει­μέ­νου να προ­βούν σε χρήση ναρ­κω­τι­κών. Οι κα­τη­γο­ρού­με­νοι φρό­ντι­σαν να πά­ρουν μαζί τους, εκτός από ένα μα­χαί­ρι, και ρούχα, ώστε σε πε­ρί­πτω­ση που υπήρ­χαν ίχνη αί­μα­τος της μη­τρός του σε αυτά που φο­ρού­σαν, να αλ­λά­ξουν και να πε­τά­ξουν τα λε­ρω­μέ­να από αίμα, ώστε να μη γί­νουν αντι­λη­πτοί. Ξε­κί­νη­σαν, λοι­πόν, προς το Γεν­νά­δι, όπου και έφθα­σαν λίγη ώρα αρ­γό­τε­ρα. Αφού έκρυ­ψαν την μη­χα­νή, προ­κει­μέ­νου να μη γί­νουν αντι­λη­πτοί από τους γεί­το­νες της μη­τέ­ρας του ή τυχόν διερ­χό­με­νους, προ­χώ­ρη­σαν στην οικία της. Εκεί­νη την ώρα, αυτή βρι­σκό­ταν στην αυλή του σπι­τιού και πό­τι­ζε τον κήπο.

Ο κα­τη­γο­ρού­με­νος, κατά πώς τα είχε σχε­διά­σει, της γνω­στο­ποί­η­σε το λόγο της επί­σκε­ψής τους, ζη­τώ­ντας της χρή­μα­τα, εκεί­νη, όμως, όπως ήταν βέ­βαιο, αρ­νή­θη­κε, λέ­γο­ντάς του ότι δεν είχε λάβει ακόμη τη σύ­ντα­ξή της. Η άρ­νη­σή της ήταν ανα­με­νό­με­νη για τον ίδιο, κι έτσι ακο­λου­θώ­ντας το σχέ­διό του, της ζή­τη­σε να του φτιά­ξει καφέ, όπως κι έγινε.

Η θα­νού­σα μη­τέ­ρα του δεν έκλει­σε τη βρύση της αυλής, αφού δεν θε­ώ­ρη­σε σκό­πι­μο να το πρά­ξει, μιας και, ούσα ανυ­πο­ψί­α­στη, ει­σήλ­θε εντός της οι­κί­ας, προ­κει­μέ­νου να ετοι­μά­σει τον καφέ του υιού της και να εξέλ­θει στην αυλή για να συ­ζη­τή­σει μαζί τους. Οι κα­τη­γο­ρού­με­νοι την ακο­λού­θη­σαν, με τη δεύ­τε­ρη κα­τη­γο­ρού­με­νη να στέ­κε­ται πλη­σί­ον της πόρ­τας. Ο υιός της την πλη­σί­α­σε αρ­κε­τά, ώστε να βρί­σκε­ται σε ικανή από­στα­ση και κα­τάλ­λη­λη θέση για να εκτε­λέ­σει το προ­με­λε­τη­μέ­νο σχέ­διό του, ήτοι να αιφ­νι­διά­σει αυτήν και να την πλή­ξει από πίσω με το μα­χαί­ρι που έφερε πάνω του.

Έτσι, τη στιγ­μή που η μη­τέ­ρα του, έχο­ντας γυ­ρί­σει την πλάτη της προς αυτόν, έβγα­λε στον πάγκο της κου­ζί­νας το δο­χείο με τη ζά­χα­ρη, τον καφέ, το σέι­κερ και το κου­τα­λά­κι, κι ενώ ετοι­μα­ζό­ταν να βγά­λει το μπου­κά­λι με το νερό από το ψυ­γείο, αυτός εντε­λώς ψυχρά αλλά και ψύ­χραι­μα, την έπλη­ξε επα­νει­λημ­μέ­νως στην πλάτη και δη άρ­χι­σε να την καρ­φώ­νει με το μα­χαί­ρι σε διά­φο­ρα ση­μεία. Το μένος του ήταν ανε­ξέ­λεγ­κτο. Παρά ταύτα η μη­τέ­ρα του, έχο­ντας ακόμη τις αι­σθή­σεις της, σφά­δα­ζε και βογ­γού­σε από τον υπερ­βο­λι­κό πόνο.

Τότε η δεύ­τε­ρη κα­τη­γο­ρού­με­νη, η οποία όχι μόνο γνώ­ρι­ζε, από τον ίδιο, εξ αρχής το απάν­θρω­πο σχέ­διο, αλλά τον είχε ενι­σχύ­σει και εν­θαρ­ρύ­νει, του είπε να την απο­τε­λειώ­σει γιατί δεν άντε­χε τις κραυ­γές.

Έτσι αυτός, σε αντα­πό­κρι­ση των πα­ρο­τρύν­σε­ών της, συ­νέ­χι­σε να καρ­φώ­νει το ανή­μπο­ρο σώμα της μη­τέ­ρας του, κα­τα­φέ­ρο­ντάς της και άλλα χτυ­πή­μα­τα. Συ­νο­λι­κά δε της προ­κά­λε­σε δε­κα­τέσ­σε­ρα τραύ­μα­τα.

Η μη­τέ­ρα του ξε­ψύ­χη­σε εντός ολί­γων λε­πτών μπρο­στά στα μάτια τους, ενώ κεί­το­νταν μέσα σε λίμνη αί­μα­τος. Κατά την έντα­ση δε των πληγ­μά­των, ο πρώ­τος κα­τη­γο­ρού­με­νος αυ­το­τραυ­μα­τί­στη­κε στον αρι­στε­ρό του μηρό. Ακο­λού­θως, με­τα­κί­νη­σαν το πτώμα στα αρι­στε­ρά της κου­ζί­νας, και, κατ’ εφαρ­μο­γή του σχε­δί­ου, άρ­χι­σαν να ανοί­γουν τα ντου­λά­πια και τα συρ­τά­ρια των υπνο­δω­μα­τί­ων και να πε­τούν δεξιά κι αρι­στε­ρά ό,τι υπήρ­χε εντός αυτών, ώστε να δοθεί, σε εκεί­νους που θα εύ­ρι­σκαν το πτώμα, η εντύ­πω­ση ότι επρό­κει­το για λη­στεία.

Στο με­τα­ξύ η δεύ­τε­ρη κα­τη­γο­ρού­με­νη, η οποία είχε ψύ­χω­ση με την κα­θα­ριό­τη­τα, όπως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά κα­τέ­θε­σε η αδελ­φή του πρώ­του, κα­θά­ρι­σε με χλω­ρί­νη επι­με­λώς και με κάθε λε­πτο­μέ­ρεια τόσο το πά­τω­μα, όπου υπήρ­χε διά­χυ­το το αίμα της θα­νού­σης, όσο και τα υπό­λοι­πα ση­μεία που τυχόν υπήρ­χαν απο­τυ­πώ­μα­τα και ίχνη τους. Ήταν δε τόση η πο­σό­τη­τα του απο­λυ­μα­ντι­κού φαρ­μά­κου που χρη­σι­μο­ποί­η­σε, που ακόμη και την επο­μέ­νη, ότε και ανευ­ρέ­θη η θα­νού­σα, η μυ­ρω­διά αυτού ήταν ιδιαι­τέ­ρως έντο­νη και διά­χυ­τη εντός της οι­κί­ας της.

Ακο­λού­θως, άλ­λα­ξαν τα ρούχα τους που ήταν λε­ρω­μέ­να με κη­λί­δες αί­μα­τος και αφού άφη­σαν την πόρτα του σπι­τιού μι­σά­νοι­χτη, το­πο­θε­τώ­ντας ένα έπι­πλο έμπρο­σθεν αυτής, προ­φα­νώς για να μην κλεί­σει η πόρτα από τον αέρα και να δώ­σουν έτσι την εντύ­πω­ση ότι επρό­κει­το για λη­στεία, διέ­φυ­γαν με προ­ο­ρι­σμό την οικία της δεύ­τε­ρης κα­τη­γο­ρού­με­νης, όπου τους ανέ­με­νε ο φίλος τους. Στη δια­δρο­μή πέ­τα­ξαν σε διά­φο­ρους κά­δους των πα­ρα­κεί­με­νων χω­ριών τα ρούχα τους αλλά και το όπλο του εγκλή­μα­τος.

Η ζωή τους από εκεί και πέρα φά­νη­κε να συ­νε­χί­ζε­ται κα­νο­νι­κά. Ο πρώ­τος στις αρχές Αυ­γού­στου 2012, ενώ νο­ση­λευό­ταν στο Βε­νι­ζέ­λειο Νο­σο­κο­μείο πε­ρι­θαλ­πό­με­νος από την με­τέ­πει­τα σύ­ζυ­γο του πα­τέ­ρα του, σε μια έκρη­ξη ει­λι­κρί­νειας, προ­φα­νώς λόγω της βα­ρύ­τα­της κα­τά­στα­σης της υγεί­ας του και της σκέ­ψης ότι ίσως δεν κα­τα­φέ­ρει να αναρ­ρώ­σει, ένιω­σε την ανά­γκη να της εκ­μυ­στη­ρευ­τεί τα όσα είχαν συμ­βεί.

Την πο­λι­τι­κή αγωγή εκ­προ­σώ­πη­σε ο δι­κη­γό­ρος κ. Βα­σί­λης Κα­βου­ριού ενώ ως συ­νή­γο­ροι υπε­ρά­σπι­σης πα­ρέ­στη­σαν οι δι­κη­γό­ροι κ.κ. Νι­κή­τας Μπόλ­κας και Τάσος Διά­κος.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.