ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

H μαγειρική της M. Xατζηστεφανή από τον Aρχάγγελο, είναι ο καλύτερος πρεσβευτής της Pόδου στην Γερμανία!

Μαίρη Φώτη 9 λεπτά ανάγνωση
ΜΑΡΙΑ ΧΑΤΖΗΣΤΕΦΑΝΗ
  • Συνέντευξη στη
  • Μαίρη Φώτη

Η Μαρία Χατζη­στε­φανή, είναι μια γυναίκα με τσαγανό και παρά τις δυσκο­λίες, τις αντι­ξο­ό­τη­τες και τις προ­κλή­σεις εκείνη κατά­φερε να γίνει γνωστή στη Γερ­μα­νία με το μικρό της όνομα, και να μεγα­λουρ­γή­σει.

Χρειά­στηκε να μετα­να­στεύ­σει δύο φορές στη Γερ­μα­νία και να στήσει τη ζωή της τρεις φορές από την αρχή. Όμως δεν το έβαλε κάτω ποτέ. Ξεκί­νησε από το μηδέν και έφτασε να στήνει μαγαζιά που το καθένα άφησε τη δική του σφρα­γίδα και στη Ρόδο και στη Γερ­μα­νία.

Σήμερα, έχοντας κάνει έναν μεγάλο κύκλο ζωής, ζει στο Ντύ­σελ­ντορφ όπου διευ­θύ­νει το τελευ­ταίο της δημιούρ­γημα, το φημι­σμένο εστια­τό­ριο «Taverne Rhodos» -από τους καλύ­τε­ρους πρε­σβευ­τές του νησιού μας στην Γερμανία- για το οποίο τα τοπικά ΜΜΕ της ευρύ­τε­ρης περιο­χής έχουν γράψει διθυ­ράμ­βους και που απο­τε­λεί σημείο ανα­φο­ράς όχι μόνο για τους Ελληνες, αλλά για όσους ζουν ή επι­σκέ­πτο­νται τη γερ­μα­νική πόλη.

Εχοντας κοντά της και τα τέσσερα παιδιά της, η Μαρία επι­τυ­χη­μένη επι­χει­ρη­μα­τίας πια, θέλει να γράψει βιβλίο για όλα όσα έζησε, από την ημέρα που απο­φά­σισε η μητέρα της να την αρρα­βω­νιά­σει πριν ακόμα κλείσει τα 14 (!) και ονει­ρεύ­ε­ται να ανα­λά­βει για έναν χρόνο την… καθα­ριό­τητα του νησιού για να «λαμπο­κο­πή­σει» και να μην το βλέπει σε αυτή την κατά­σταση, κάθε φορά που έρχεται για δια­κο­πές στη Ρόδο.

 

Μαρία, πώς βρέ­θη­κες στη Γερ­μα­νία;

Μεγάλη ιστορία… Η μαμά μου με αρρα­βώ­νιασε 13,5 ετών! Ο αρρα­βω­νια­στι­κός μου τότε ήρθε στη Γερ­μα­νία, εγώ ήμουν στον Αρχάγ­γελο. 14,5 ήρθα κι εγώ στη Γερ­μα­νία, παντρεύ­τηκα το 1970 και το 1972, πριν ακόμα κλείσω τα 16 είχα τον πρώτο μου γιο, που σήμερα είναι 47 ετών. Είχαμε πολλά προ­βλή­ματα στην κοινή μας ζωή, δεν ήταν δική μου επιλογή. Οι καθη­γη­τές είπαν της μαμάς μου ότι ήταν κρίμα να με βγάλει από το σχολείο –πήγα μέχρι την πρώτη γυμνασίου- και πως έπρεπε να με αφήσει να προ­χω­ρήσω αλλά εκείνη προ­τί­μησε να με παντρέ­ψει. Μετά από 10 χρόνια απέ­κτησα ακόμα έναν γιο, σε 10 μήνες γέννησα και τον τρίτο μου γιο. Τον δεύτερο τον γέννησα τον Ιανουά­ριο του 1982 και τον τρίτο τον Νοέμ­βριο του ίδιου χρόνου. Λόγω των πολλών προ­βλη­μά­των με τον πρώην σύζυγό μου, απο­φά­σισα τελικά να χωρίσω, θα το είχα κάνει νωρί­τερα αλλά τότε ήταν άλλες εποχές και ο οικο­γε­νεια­κός μου περί­γυ­ρος αντι­δρούσε. Στη συνέ­χεια γνώρισα έναν άνθρωπο από τις Σέρρες, έμεινα έγκυος στον τέταρτο γιο μου, το παιδί το ανα­γνώ­ρισε, ωστόσο εγώ δεν είχα σκοπό να παντρευτώ ξανά, όμως η οικο­γέ­νειά μου και κυρίως η μητέρα μου, με πίεσε πολύ κι έτσι προ­έ­κυψε ακόμα ένας γάμος. Ζήσαμε στη Γερ­μα­νία και το 1994 απο­φα­σί­σαμε να μετα­κο­μί­σουμε στη Ρόδο. Κάναμε στο Φαλη­ράκι, δίπλα από το ξενο­δο­χείο Καλυψώ, ένα πάρα πολύ μεγάλο γου­να­ρά­δικο το «Gallery Maria», το οποίο πήγαινε πάρα πολύ καλά. Όμως, ο δεύ­τε­ρός μου σύζυγος, ερχό­με­νος στη Ρόδο, άρχισε μια άλλη ζωή με ξενύ­χτια, σπα­τά­λες χρη­μά­των και πολλά άλλα, κι έφτασε το ίδιο μου το παιδί όταν ήταν 12 ετών, να μου πει να χωρίσω τον πατέρα του. Η αλήθεια, στο πρώτο μου δια­ζύ­γιο ο μεγάλος γιος μου ήταν 13, ο δεύ­τε­ρος 3,5 και ο τρίτος 2,5 και δεν ήθελα και ο τέταρ­τος γιος μου να μεγα­λώ­σει χωρίς τον πατέρα του, όμως δεν γινόταν δια­φο­ρε­τικά. Ζήσαμε δύσκο­λες κατα­στά­σεις στο σπίτι μέχρι που το ίδιο το παιδί, μου ζήτησε να χωρίσω.

Oι τέσ­σε­ρις γιοι της Mαρίας

Οπότε μένεις μόνη σου με τέσσερα αγόρια.

Ναι, μεγά­λωσα τέσσερα αγόρια. Σήμερα έχω και τέσσερα εγγο­νά­κια, ο μεγάλος μου εγγονός είναι 21 ετών, σπου­δά­ζει στην Κύπρο. Εχω και μια εγγονή πανέ­μορφη 17 ετών, μια ακόμα κούκλα εγγονή 10 ετών κι ένα μικρό εγγο­νάκι 2,5 ετών. Τον Απρίλιο θα έρθει στον κόσμο και το πέμπτο μου εγγο­νάκι.

Αρα Μαρία, τρεις φορές ξεκί­νη­σες την ζωή σου από το μηδέν.

Από το μηδέν, αλλά εγώ δεν το έβαλα κάτω ποτέ. Χώρισα τον πρώτο μου άνδρα το 1985 και τον δεύτερο τον χώρισα στις αρχές του 2002.

Ησουν στη Ρόδο ακόμα.

Ναι.

Με τα τέσσερα αγόρια σου;

Ναι, τα κατέ­βασα όλα τα παιδιά μου στη Ρόδο.

Πώς βρέ­θη­κες ξανά από τη Ρόδο στη Γερ­μα­νία;

Αφού έκανα το γου­να­ρά­δικο, έζησα συνο­λικά 19 χρόνια εκεί κάτω, με μεγάλες ταραχές και μεγάλα προ­βλή­ματα. Όταν χώρισα, έκανα δικό μου γου­να­ρά­δικο, ακριβώς μπροστά από αυτό που είχαμε κάνει στην αρχή με τον πρώην σύζυγό μου. Εγώ άνοιξα και μια καφε­τέ­ρια λίγο έξω από τον Αρχάγ­γελο, που πήγαινε πάρα πολύ καλά. Στη συνέ­χεια προ­έ­κυψε η οικο­νο­μική κρίση και οι πωλή­σεις της γούνας έπεσαν. Σκέ­φτηκα λοιπόν, να επι­στρέψω στη Γερ­μα­νία, όπου τον χειμώνα εγώ εδώ έκανα επι­δεί­ξεις. Ηρθα λοιπόν εδώ, το 2013, τον Φεβρουά­ριο. Ηθελα να κάνω εδώ ένα μαγαζί με ρούχα. Βρήκα ένα μαγαζί, εδώ που είναι η ελλη­νική συνοι­κία, στην οδό Bismarckstraße 67 κι έφερνα ρούχα από την Ελλάδα, αλλά δεν πήγαινε πολύ καλά. Εφερα έναν αρχι­τέ­κτονα και του λέω πώς μπορώ να το κάνω αυτό κατά­στημα εστί­α­σης και μου λέει θα ρωτήσω. Πήρε τα χαρτιά και αφού μου είπε Σεπτέμ­βριο μήνα ότι μπορεί, τον Δεκέμ­βριο έκλεισα το μαγαζί, Ιανουά­ριο ξεκί­νησα τις προ­ε­τοι­μα­σίες και 15 Μαρτίου του 2015, άνοιξα μια υπέροχη ελλη­νική ταβέρνα που την ονόμασα «Taverne Rhodos» στην οποία απα­σχο­λού­νται 10 άτομα. Είναι πολύ γνωστό εστια­τό­ριο, έχουμε αυθε­ντική κουζίνα, όλα φτιά­χνο­νται από τα δικά μας χέρια. Το μενού το έφτιαξα εγώ, και οι περισ­σό­τε­ρες συντα­γές είναι δικές μου, αυτά που μαγει­ρεύω και στο σπίτι μου.

Στο εστια­τό­ριό της με τον Mίμη Πλέσσα

Όταν έφυγες για την Γερ­μα­νία, τα παιδιά σου ήρθαν μαζί;

Όχι. Όταν εγώ ήρθα εδώ, τα παιδιά έμειναν όλα στη Ρόδο αρχικά. Και σιγά σιγά ήρθαν κι αυτά στη Γερ­μα­νία, όπου απο­κα­τα­στά­θη­καν επαγ­γελ­μα­τικά και με καλύ­τε­ρες απο­λα­βές απ΄ό,τι στην Ελλάδα. Στην αρχή ήρθε ο δεύ­τε­ρος, μετά ο τέταρ­τος που με βοηθά και στο μαγαζί, μετά ήρθε ο τρίτος και εδώ κι έναν χρόνο ήρθε και ο μεγάλος μου ο γιος, κι έτσι είμαστε και πάλι όλοι μαζί. Ο μεγάλος βέβαια είναι στην Φραν­κφούρτη, εμείς είμαστε στο Ντύ­σελ­ντορφ αλλά όλοι πια βρι­σκό­μα­στε στη Γερ­μα­νία. Βέβαια, όταν το μαγαζί είναι γεμάτο από κρα­τή­σεις ή στις μεγάλες εκδη­λώ­σεις, βοηθούν όλοι! Από το τέλος του 2002, έχω μια άλλη σχέση και έκτοτε είμαστε μαζί. Οι γερ­μα­νι­κές εφη­με­ρί­δες, τα ΜΜΕ γενικά του Ντύ­σελ­ντορφ και όχι μόνο, κάνουν συνε­χείς ανα­φο­ρές στο μαγαζί μου, έχει πλέον καθιε­ρω­θεί ως ένα πολύ καλό εστια­τό­ριο και η Ρόδος υπάρχει σε κάθε γωνιά του.

Πινγκ πονγκ μεταξύ Ελλάδας Γερ­μα­νίας κάνεις όλα αυτά τα χρόνια.

Η ζωή μου όλη είναι ένα πινγκ πονγκ. Ημουν μονα­χο­κόρη, έχω κι έναν αδελφό, ήμουν το πρώτο παιδί. Ονει­ρευό­μουν δια­φο­ρε­τικά τη ζωή μου… Δεν ήταν οι ευκο­λό­τε­ρες συν­θή­κες όταν ήρθα εγώ εδώ, ζούσαμε σε ένα δωμάτιο, είχα την πεθερά, τον πεθερό μου… Στην πορεία βέβαια φτια­χτή­καμε καλά, αλλά οι συν­θή­κες ήταν δύσκο­λες στην αρχή. Με τον άνθρωπο που με πάντρεψε η μάνα μου είχε άλλα οκτώ αδέλφια, εκ των οποίων τα έξι κορί­τσια και οι τέσ­σε­ρις ήταν ελεύ­θε­ρες και μόνο οι δύο παντρε­μέ­νες. Άλλες εποχές τότε, δούλευα εγώ και ο άντρας μου και δίναμε κάθε μήνα στον πατέρα του λεφτά για να φτιάξει τα σπίτια των κορών του, στον Αρχάγ­γελο.

Εσύ Μαρία, λοιπόν, έζησες την μετα­νά­στευση και στο πρώτο κύμα και στο δεύτερο.

Ακριβώς. Με τον δεύτερο σύζυγό μου, πριν χωρί­σουμε, είχαμε την πρώτη ελλη­νική καφε­τέ­ρια εδώ. Ηταν πάνω καφε­τέ­ρια και κάτω ήταν ρεμπε­τά­δικο. Γινόταν ο χαμός. Ολες οι φίρμες που έρχο­νταν στη Γερ­μα­νία, περ­νού­σαν από εκεί για να πιουν τον καφέ τους. Η Σακελ­λα­ρίου, η Ρένα Παγκράτη, ο Ξαν­θό­που­λος, η γυναίκα του Αγγε­λό­που­λου η Αννούλα, δεν μπορείς να φαντα­στείς πόσοι. Δεν υπήρχε φίρμα που να έρθει στη Γερ­μα­νία και να μην περάσει από το μαγαζί μου να πιει καφέ. Μετά από την καφε­τέ­ρια και το ρεμπε­τά­δικο, έκανα κι άλλο μαγαζί, περίπου 70 χλμ από το Ντί­σελ­ντορφ που έπαιρνε μέσα 1.400 άτομα. Ολες οι φίρμες της Ελλάδας τρα­γού­δη­σαν σε αυτό το μπου­ζου­ξί­δικο. Όταν απο­φα­σί­σαμε να γυρί­σουμε στην Ελλάδα, το μπου­ζου­ξί­δικο αυτό το έδωσα στον Μπάμπη τον Λαζα­ρίδη που τότε δούλευε σε εμένα (σ.σ. ο Μπάμπης Λαζα­ρί­δης ήταν Έλληνας επι­χει­ρη­μα­τίας και ιδιο­κτή­της νυχτε­ρι­νού κέντρου, ο οποίος δολο­φο­νή­θηκε το 2008 στην Αθήνα, μπροστά στα μάτια της τρα­γου­δί­στριας συντρό­φου του τότε, Αγγε­λι­κής Ηλιάδη). Μου ζήτησε να μην το πουλήσω αλλά να τον αφήσω να το δου­λέ­ψει και να ανα­λά­βει αυτός όλα τα λει­τουρ­γικά έξοδα. Τότε γνώρισε και την Πόπη Μαλ­λιω­τάκη, την έφερε από την Κολωνία και τρα­γου­δούσε στο μαγαζί μου.

Σε κάποια στιγμή με πήρε ο ιδιο­κτή­της τηλέ­φωνο και μου είπε ότι ο Μπάμπης δεν του είχε πλη­ρώ­σει ούτε ένα ενοίκιο. Φεύγω από τη Ρόδο, ανε­βαίνω πάνω και του ακουμπώ τα λεφτά, γιατί όλα ήταν στο όνομά μου, αυτός είχε φύγει στην Αθήνα με την Μαλ­λιω­τάκη. Αν ήξερα ότι ο Λαζα­ρί­δης, είχε φύγει για την Αθήνα, θα τον έψαχνα να μου δώσει τα χρήματα που έδωσα. Εδωσα τότε 62.000 μάρκα για να ξεπλη­ρώσω τις οφειλές. Όταν, λοιπόν, επέ­στρεψα στη Γερ­μα­νία τη δεύτερη φορά για να ζήσω μόνιμα, ήμουν ήδη γνωστή. Εμένα με ξέρει όλος ο κόσμος εδώ και δεν ήταν δύσκολο να ξανα­στήσω τη ζωή μου. Το εστια­τό­ριο, από τους πρώτους μήνες λει­τουρ­γίας του έχει κατα­φέ­ρει να κερ­δί­σει τους πελάτες και έρχο­νται εδώ άνθρω­ποι που αγαπούν την καλή κουζίνα και το καλό φαγητό, όχι μόνο Ελληνες. Το μαγαζί αυτό είναι σημείο ανα­φο­ράς στην ευρύ­τερη περιοχή και οι πελάτες έρχο­νται εδώ και με ψάχνουν προ­σω­πικά. Όλα τα μαγαζιά που έχω στήσει μέχρι σήμερα, πήγαν πολύ καλά, δεν είχα καμία απο­τυ­χία, με μονα­δική εξαί­ρεση το γου­να­ρά­δικο που άνοιξα, όμως το αντι­λή­φθηκα πολύ γρήγορα, το μυαλό μου πήρε στροφές και δημιούρ­γησα αυτή την πολύ φημι­σμένη ταβέρνα που έχω σήμερα. Είμαι πολύ δυνα­μική, παρά τα όσα μου έτυχαν. Σκέ­φτο­μαι να γράψω βιβλίο για τη ζωή μου, γιατί έχω περάσει πάρα πολλά. Όμως όλα τα ξεπέ­ρασα με αξιο­πρέ­πεια.

• Αφού δημιούρ­γη­σες αυτή την τερά­στια περιου­σία εκεί στη Γερ­μα­νία, πώς την άφησες για να έρθεις στη Ρόδο;Είπα ή θα φύγουμε τώρα, ή δεν θα φύγουμε ποτέ. Δεν ήταν οικο­νο­μικό το πρό­βλημά μας, όταν απο­φα­σί­σαμε να γυρί­σουμε στη Ρόδο.

Στη Ρόδο έρχεσαι τακτικά;

Ναι αμέ. Το καλο­καίρι που πέρασε, ήρθα για τρεις εβδο­μά­δες. Βέβαια πηγαίνω κι αλλού, και Κρήτη και Κύπρο. Φεύγω για λίγες ημέρες όμως, γιατί σαβ­βα­το­κύ­ριακο πρέπει να είμαι στο μαγαζί.

Τα παιδιά σου έρχο­νται στη Ρόδο;

Ναι, συνέ­χεια, έρχο­νται για δια­κο­πές.

Τους λείπει η Ρόδος;

Τους λείπει αλλά ως προς την δια­σκέ­δαση, τους κοινούς φίλους. Πλέον ξέρουν ότι εδώ η ζωή τους είναι καλύ­τερη, η ιατρική περί­θαλψη εδώ είναι άριστη και έχουν μεγα­λύ­τε­ρες προ­ο­πτι­κές και σίγουρα ένα καλύ­τερο μέλλον. Οι δύο μου γιοι αγό­ρα­σαν ήδη δικό τους σπίτι. Η ζωή μας, είναι εδώ πια. Αλλά η Ρόδος δεν φεύγει ποτέ από την καρδιά μας. Ξέρεις, ποιο είναι το όνειρό μου; Το όνειρό μου είναι να αναλάβω για ένα χρόνο την καθα­ριό­τητα στον Δήμο, θα λαμπο­κο­πούσε το νησί. Λυπάμαι που έρχομαι και βλέπω το νησί σε αυτή την κατά­σταση. Φταίμε και οι πολίτες αλλά φταίνε και οι άρχο­ντες.

 

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.