ΕΙΔΗΣΕΙΣ

«Βόμβα» από το ΣτΕ: Αναρμόδιοι οι Δήμοι για την είσπραξη εισφοράς ξενοδοχείων σε χρήμα

Δαμιανός Αθανασίου 1 λεπτό ανάγνωση
Συμβούλιο της Επικρατείας

Μείζον νομικό ζήτημα, με ανυ­πο­λό­γι­στες ακόμη συνέ­πειες, προ­κά­λεσε η έκδοση της υπ’ αρίθμ. 1017/2018 από­φα­σης του Συμ­βου­λίου της Επι­κρα­τείας, που έκρινε ότι οι δήμοι είναι αναρ­μό­διοι για τη μετα­τροπή υπο­χρέ­ω­σης παρα­χώ­ρη­σης τμή­μα­τος γηπέδου από του­ρι­στική μονάδα σε κατα­βολή χρη­μα­τι­κού ποσού (εισφορά γης σε χρήμα).

Το συγκε­κρι­μένο ζήτημα είχε απο­τε­λέ­σει αιτία αντι­πα­ρά­θε­σης μεταξύ της δημο­τι­κής αρχής Ρόδου και της Περι­φέ­ρειας Νοτίου Αιγαίου, μετά και από την «κόντρα» νομικών συμ­βού­λων, σχετικά με την αρμο­διό­τητα για την είσπραξη οφειλών ύψους 20 εκατ. ευρώ από την εισφορά γης σε χρήμα ξενο­δο­χεια­κών μονάδων.

Η Περι­φέ­ρεια Νοτίου Αιγαίου, είχε κατα­στή­σει σαφές ότι ο Δήμος Ρόδου αναρ­μο­δίως ανέλαβε πρω­το­βου­λίες σε διοι­κη­τικό και πολι­τικό επίπεδο για την τακτο­ποί­ηση της πολυ­ε­τούς εκκρε­μό­τη­τας.

Όπως έγραψε η «δημο­κρα­τική», από σαφέ­στα­τες δια­τά­ξεις Προ­ε­δρι­κών Δια­ταγ­μά­των αλλά και του Καλ­λι­κράτη, προ­κύ­πτει ότι η αρμο­διό­τητα για τον υπο­λο­γι­σμό και την επιβολή της εισφο­ράς, ανήκει απο­κλει­στικά και μόνο στην Περι­φέ­ρεια Νοτίου Αιγαίου, η οποία αφού κινήσει τις δια­δι­κα­σίες, εν συνε­χεία οφείλει να κατα­βά­λει τα εισπρα­χθέ­ντα στον δικαιούχο Δήμο.

Ο περι­φε­ρειάρ­χης Νοτίου Αιγαίου κ. Γ. Χατζη­μάρ­κος, είχε εκδώσει μάλιστα την πρώτη απόφαση για την τακτο­ποί­ηση οφει­λό­με­νης εισφο­ράς γης σε χρήμα σε ξενο­δο­χειακή μονάδα της Νότιας Ρόδου.

Ο νομικός σύμ­βου­λος του Δήμου Ρόδου κ. Δ. Σαλα­μα­στρά­κης, είχε δια­φω­νή­σει, υπο­στη­ρί­ζο­ντας ότι η αρμο­διό­τητα ανήκει στη δημο­τική αρχή, εμμέ­νο­ντας εξάλλου και σε σχετική γνω­μο­δό­τησή του, που κοι­νο­ποι­ή­θηκε αρμο­δίως τον Φεβρουά­ριο του 2015.

Έκτοτε η δημο­τική αρχή ασχο­λή­θηκε σχεδόν απο­κλει­στικά με το ζήτημα εμμέ­νο­ντας στη θέση της ότι η αρμο­διό­τητα της ανήκει και εξέδωσε σχε­τι­κές απο­φά­σεις.

Το Συμ­βού­λιο της Επι­κρα­τείας με την ως άνω απόφαση του, που βρί­σκε­ται ακόμη στο στάδιο της καθα­ρο­γρα­φής (όμοιες οι ΣτΕ 1019 και 1020/2018) έκρινε συγκε­κρι­μένα τα εξής:

«-Με ισχύ­ου­σες δια­τά­ξεις καθο­ρί­ζο­νται όροι δόμησης για περιο­χές εκτός σχεδίου πόλεως και ορίων οικι­σμών προ­ϋ­φι­στα­μέ­νων του 1923.

Αυτοί είναι είτε γενικοί και εφαρ­μό­ζο­νται σε κτίρια που δεν υπά­γο­νται σε ορι­σμένη ειδική κατη­γο­ρία κτιρίων, είτε ειδικοί και εφαρ­μό­ζο­νται σε συγκε­κρι­μέ­νες κατη­γο­ρίες κτιρίων και κατα­σκευών, ανάλογα με τη χρήση τους, μπορούν δε να απο­κλί­νουν, εν όλω ή εν μέρει, των γενικών όρων δόμησης για λόγους που σχε­τί­ζο­νται με την εκά­στοτε ειδική χρήση των κτιρίων και τη λει­τουρ­γι­κό­τητά τους ενόψει της χρήσης αυτής.

Οι εν λόγω ειδικοί όροι δόμησης, ακόμη και αν δια­φο­ρο­ποιού­νται σε ορι­σμένο βαθμό των γενικών όρων εκτός σχεδίου δόμησης, εκείνων, δηλαδή, που δεν εφαρ­μό­ζο­νται σε ειδικές κατη­γο­ρίες κτιρίων και κατα­σκευών, δεν συνι­στούν όρους δόμησης «κατά παρέκ­κλιση» των γενικών, δηλαδή όρους ευνοϊ­κό­τε­ρους για ορι­σμέ­νες κατη­γο­ρίες ιδιο­κτη­τών ή γηπέδων από τους συνή­θεις, αλλά απο­τε­λούν τους κατά κανόνα όρους δόμησης για την ειδική κατη­γο­ρία κτιρίων και κατα­σκευών, για την οποία πρό­κει­ται.

Η πρό­βλεψη τέτοιων όρων δόμησης, προ­σαρ­μο­σμέ­νων σε ειδικές χρήσεις κτιρίων, είναι συνταγ­μα­τι­κώς ανεκτή υπό τους ίδιους όρους και προ­ϋ­πο­θέ­σεις που πρέπει να συντρέ­χουν ως προς την οργά­νωση της δόμησης σε περιο­χές εκτός σχεδίου, όπου, κατά την έννοια του άρθρου 24 παρ. 2 Συντ. η δόμηση είναι μόνο κατ’ εξαί­ρεση ανεκτή. Κατά το σύστημα που οργα­νώ­νε­ται σχε­τι­κώς προ­βλέ­πε­ται η υπο­χρε­ω­τική διάθεση, χωρίς απο­ζη­μί­ωση για τον ιδιο­κτήτη, εκτά­σεων ανα­γκαίων για κοι­νό­χρη­στους χώρους και κοι­νω­φε­λείς χρήσεις και σκοπούς και την κατα­βολή των οικείων δαπανών, εφαρ­μό­ζε­ται δε, υπό προ­ϋ­πο­θέ­σεις και προ­κει­μέ­νου περί εκτός σχεδίου περιο­χών, το ανώτατο όριο εκμε­τάλ­λευ­σης, ανα­φε­ρό­μενο στη δόμηση και όχι το ποσοστό κάλυψης του γηπέδου, δεν συνιστά τη μέγιστη δυνά­μενη να υλο­ποι­η­θεί δόμηση, αλλά τη μέγιστη δόμηση που μπορεί να πραγ­μα­το­ποι­η­θεί χωρίς υπο­χρέ­ωση του ιδιο­κτήτη να παρα­χω­ρή­σει τμήμα του γηπέδου του στον οικείο Δήμο.

Η δόμηση καθ’ υπέρ­βαση του ανω­τά­του ορίου εκμε­τάλ­λευ­σης και μέχρι την εξά­ντληση του ανώ­τα­του επι­τρε­πό­με­νου συντε­λε­στή δόμησης παρα­μέ­νει επι­τρε­πτή, θεσπί­ζε­ται, όμως, ως όρος για την υλο­ποί­ηση του νομίμου, αλλά αυξη­μέ­νου έναντι του ορίου εκμε­τάλ­λευ­σης, συντε­λε­στή, η παρα­χώ­ρηση στον οικείο ΟΤΑ τμή­μα­τος του γηπέδου, η επι­φά­νεια του οποίου καθο­ρί­ζε­ται σε συνάρ­τηση με την υπέρ­βαση του εν λόγω ανω­τά­του ορίου εκμε­τάλ­λευ­σης. ο βασικός τρόπος εκπλή­ρω­σης, έναντι του οικείου ΟΤΑ, της υπο­χρέ­ω­σης του ενδια­φε­ρο­μέ­νου να εξα­ντλή­σει το συντε­λε­στή δόμησης για ξενο­δο­χειακά κτίρια στην ιδιο­κτη­σία του, είναι η παρα­χώ­ρηση τμή­μα­τος του γηπέδου και μόνο κατ’ εξαί­ρεση η κατα­βολή χρη­μα­τι­κού ποσού, αφού για τη μετα­τροπή της υπο­χρέ­ω­σης παρα­χώ­ρη­σης γης σε χρη­μα­τική, η έγκριση της οποίας από­κει­ται στη δια­κρι­τική ευχέ­ρεια της Διοί­κη­σης, προ­βλέ­πε­ται, πάντως, ειδική δια­δι­κα­σία, η οποία περι­λαμ­βά­νει αίτηση του ενδια­φε­ρο­μέ­νου, γνω­μο­δό­τηση του οικείου ΟΤΑ, ειση­γή­σεις κεντρι­κών και νομαρ­χια­κών υπη­ρε­σιών και, τέλος, πράξη του Νομάρχη, με την οποία εγκρί­νε­ται η μετα­τροπή.

Η αρμο­διό­τητα έγκρι­σης της μετα­τρο­πής σε χρη­μα­τική της υπο­χρέ­ω­σης παρα­χώ­ρη­σης τμή­μα­τος γηπέδου στον οικείο ΟΤΑ προ­κει­μέ­νου να υλο­ποι­η­θεί ο προ­βλε­πό­με­νος συντε­λε­στής κατά το μέρος που υπερ­βαί­νει το καθο­ρι­ζό­μενο όριο, δεν περι­λαμ­βά­νε­ται στις αρμο­διό­τη­τες των καταρ­γη­θει­σών νομαρ­χια­κών αυτο­διοι­κή­σεων, οι οποίες είτε μετα­βι­βά­σθη­καν στις συστα­θεί­σεις περι­φέ­ρειες ή στις νεο­πα­γείς Απο­κε­ντρω­μέ­νες Διοι­κή­σεις ή στους οικεί­ους ΟΤΑ.

-Η παρα­χώ­ρηση τμή­μα­τος του γηπέδου και η, τυχόν, έγκριση της μετα­τρο­πής της υπο­χρέ­ω­σης αυτής σε χρη­μα­τική λαμ­βά­νουν χώρα προ πάσης εκδό­σεως οικο­δο­μι­κής άδειας ή προ­ε­λέγ­χου ή ελέγχου των σχε­τι­κών μελετών.

Ως προς την αρμο­διό­τητα αυτή έχει, επο­μέ­νως, εφαρ­μογή η γενική διάταξη του άρθρου 283 παρ. 3 περί ολικής μετα­φο­ράς των αρμο­διο­τή­των των νομαρ­χια­κών αυτο­διοι­κή­σεων κατά κανόνα στις περι­φέ­ρειες, και, ειδικώς εφόσον αφορούν σε θέματα δια­χεί­ρι­σης και προ­στα­σίας δασών και χωρο­τα­ξίας και περι­βάλ­λο­ντος, στις οικείες Απο­κε­ντρω­μέ­νες Διοι­κή­σεις.

Η εν λόγω αρμο­διό­τητα, εξάλλου, δεν συνιστά άσκηση χωρο­τα­ξίας ούτε συν­δέ­ε­ται ειδικώς με την προ­στα­σία του περι­βάλ­λο­ντος, δεδο­μέ­νου, μάλιστα, ότι συνιστά έγκριση μετα­τρο­πής σε χρη­μα­τική της υπο­χρέ­ω­σης παρα­χώ­ρη­σης τμή­μα­τος γηπέδου. Κατά συνέ­πεια, η αρμο­διό­τητα αυτή έχει ήδη μετα­φερ­θεί στην Περι­φέ­ρεια κατ’ εφαρ­μογή του άρθρου 283 παρ. 3 του ν. 3852/2010.

-Με την αίτηση προ­βάλ­λε­ται ότι η προ­σβαλ­λό­μενη πράξη εκδό­θήκε αναρ­μο­δίως κατά χρόνο, δεδο­μέ­νου ότι, όπως προ­βλέ­πουν οι εφαρ­μο­στέες εν προ­κει­μένω δια­τά­ξεις, το αίτημα μετα­τρο­πής της υπο­χρέ­ω­σης παρα­χώ­ρη­σης τμή­μα­τος γηπέδου σε χρη­μα­τική θεω­ρεί­ται ότι έγινε δεκτό αν η σχετική εγκρι­τική πράξη δεν εκδοθεί εντός προ­θε­σμίας τεσ­σά­ρων μηνών από την υποβολή του αιτή­μα­τος αυτού. Υπο­στη­ρί­ζε­ται, ειδι­κό­τερα, ότι η σχετική τετρά­μηνη προ­θε­σμία κινή­θηκε με την υποβολή της αίτησης της αιτού­σας και έληξε άπρακτη, οπότε, κατά τους ισχυ­ρι­σμούς της, στοι­χειο­θε­τή­θηκε αποδοχή του αιτή­μα­τος της, όπως αυτό είχε υπο­βλη­θεί.

Όμως,η μεν αρχική αίτηση προς τη Νομαρ­χιακή Αυτο­διοί­κηση δεν περιείχε κανένα από τα στοι­χεία, η δε αιτούσα, θεω­ρώ­ντας προ­δή­λως και η ίδια τη δια­δι­κα­σία εκκρεμή, συμ­με­τείχε στην ανταλ­λα­γείσα μετα­γε­νέ­στερη αλλη­λο­γρα­φία με τις συναρ­μό­διες διοι­κη­τι­κές αρχές με σκοπό τη συμπλή­ρωση του φακέλου και την απο­σα­φή­νιση του υπο­βλη­θέ­ντος αιτή­μα­τος, υπο­βάλ­λο­ντας ορι­σμένα από τα δικαιο­λο­γη­τικά που της είχαν ζητηθεί, η δια­δι­κα­σία δε αυτή συνε­χί­στηκε, και με τη συμ­με­τοχή της, και μετά την έκδοση της προ­σβαλ­λό­με­νης πράξης. Ενόψει τούτων, ο λόγος ακυ­ρώ­σεως περί κατά χρόνο αναρ­μο­διό­τη­τας της Διοι­κή­σεως να εκδώσει πράξη με το περιε­χό­μενο της προ­σβαλ­λο­μέ­νης λόγω παρόδου της προ­βλε­πό­με­νης τετρά­μη­νης προ­θε­σμίας είναι απορ­ρι­πτέος ως αβά­σι­μος.

-Η προ­σβαλ­λό­μενη πράξη, εκδο­θείσα από τον καθ’ύλην αναρ­μό­διο Δήμο Ερμιό­νης, πρέπει να ακυ­ρω­θεί για το λόγο αυτό».

Το πλήρες κείμενο της από­φα­σης θα αναρ­τη­θεί αμέσως μετά την καθα­ρο­γραφή της από το Δικα­στή­ριο.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.