ΕΙΔΗΣΕΙΣ

” Ο θάνατος του νερού”- Γράφει ο Δημήτρης Γάκης

news room 4 λεπτά ανάγνωση
Δ. ΓΑΚΗΣ

«Αν δεις στον ύπνο σου, μια νύχτα με βροχή, φωτιά να καίει, είν΄ η καρδιά μου που στε­νά­ζει μοναχή και σιγο­κλαίει.»

Έτσι δια­τυ­πώ­θηκε από τους ποιητές. Διότι κάποτε η βροχή ήταν το ηχείο των συναι­σθη­μά­των. Όταν έβρεχε, δεν μπο­ρού­σες να τα παρα­γνω­ρί­σεις.

Σαν να επρό­κειτο για την εκπνοή ενός στοι­χείου που μετέ­φερε την οργα­νική προ­ϋ­πό­θεση της ζωής, ο κάθετος θάνατος του νερού ήταν πάντα ένας ύμνος στην διάρ­κεια που χάνεται και στη μονό­τονη ανα­κού­φιση αυτής της απώ­λειας. Όπως όλες οι ζωές, όπως όλες οι εκδη­λώ­σεις θυσίας, έτσι και η ζωή της βροχής έσβηνε χάριν της γονι­μό­τη­τας. Όπως όλοι οι σπόροι, το νερό έπρεπε να πεθάνει για να ανα­κυ­κλω­θεί σ΄ έναν κόσμο που το ονει­ρευό­ταν η βροχή έφτανε για ν΄ αναγ­γεί­λει τον πτωτικό χαρα­κτήρα κάθε δημιουρ­γίας, μας δίδασκε πως οτι­δή­ποτε υψώ­νε­ται, υπα­κούει ταυ­τό­χρονα στην κλήση μιας καθόδου που το ρευ­στο­ποιεί για να το ζωο­γο­νή­σει εκ νέου. Μ΄ αλλά λόγια, η βροχή ήταν η πεμ­πτου­σία της επα­νά­λη­ψης του θανάτου που ρυθ­μί­ζει όλους του κύκλους ζωής. Το θρόισμα της στη λαμα­ρίνα τρα­γού­δησε τον νόμο αυτού του παρά­δο­ξου.

Να βλέπεις στη βροχή μιαν απρό­σωπη εκδή­λωση των στοι­χείων, να πιστεύ­εις πως η βροχή είναι απλώς νερό που  πέφτει, ήταν μέχρι πρό­τι­νος μικρο­ψυ­χία. Στον ήχο της ο άνθρω­πος ανα­γνώ­ριζε τον θρίαμβο ενός απ΄ τα θεμε­λιακά νοήματα, της πλη­σμο­νής που εκχυ­λί­ζει σαν δωρεά, του μάννα εξ ουρανού, ακόμη και του από μηχανής θεού. Ο μύθος σύμφωνα με τον οποίο οτι­δή­ποτε αγαθό προ­έρ­χε­ται ¨από ψηλά¨ έβρισκε ανέ­κα­θεν, στη βροχή, την ιδεώδη κατά­φαση: η βροχή ήτανε στε­ναγ­μός εκπλη­ρού­με­νης προσ­δο­κίας.

Ο ουρανός έδινε λόγο στην ομορφιά αλλά και στη ματαί­ωση, ενώ η γη παρέ­μενε ο τόπος της πραγ­μά­τω­σης, της επα­λή­θευ­σης. Η βροχή ανα­κού­φιζε τη γη από το βάρος του πραγ­μα­τι­κού. Ο ήλιος μας έκανε ερω­τιά­ρη­δες ή παρά­λο­γους, η βροχή καθη­σύ­χαζε τα πνεύ­ματα, ήταν μαλα­κτική, κατευ­να­στική, θερα­πευ­τική, το φως της υπήρξε γαλα­κτερό. Ήταν ένας ύπνος πάνω στα πράγ­ματα, και σαν τέτοια τους επέ­τρεπε να κοιτούν δίχως ταραχή, πίσω απ΄ την κουρ­τίνα και τους υδρα­τμούς, τη σκηνή μιας δοκι­μα­σίας εξ υπο­θέ­σεως παρο­δι­κής. Η βροχή ήταν το ον εκείνο που ξαγρυ­πνούσε για να ονει­ρευό­μα­στε το θάνατο με τρόπο ειρη­νικό. Οι χει­ρο­νο­μίες της δεν απέ­πνεαν καμίαν οξύτητα, θύμιζαν βάλσαμο, θωπείες, μου­σι­κές γέφυρες ανάμεσα σε ήπιες εντά­σεις.

Η βροχή υπήρξε ο θυρωρός της ευτυ­χι­σμέ­νης παι­δι­κό­τη­τας, περι­βαλ­λό­ταν απ΄ τους θρύλους των Χρι­στου­γέν­νων, τη μυρωδιά των κυπα­ρισ­σιών, τα σαλι­γκά­ρια και τα πετάγ­ματα των ελαφιών στην ομίχλη. Το παιδί συνέ­λαβε εκεί τις πρώτες απορίες. Κατα­νό­ησε τη διαφορά κι ότι καμιά καλο­και­ρινή υπερ­βολή δεν θα μπο­ρούσε να διε­γεί­ρει το βλέμμα αν δεν είχε προη­γη­θεί ο χει­μώ­νας με το μισό­φωτο, οι αστρα­πές, οι λιτα­νείες της υγρα­σίας. Ζήσαμε όλοι, πριν από καιρό, μια εποχή που τη νανού­ρι­ζαν οι αντι­θέ­σεις.

Μέσα στο παιδί, η βροχή δια­σκέ­δαζε την αγωνία του χρόνου, διότι ο χρόνος γινόταν φιλικός, κου­λου­ρια­ζό­ταν γύρω του και άκουγαν μαζί τον μονό­λογο του νερού στα παρα­θυ­ρό­φυλλα. Το παιδί δια­σκέ­δαζε την αγωνία από την εναλ­λαγή των εποχών με το παι­γνίδι που ονο­μά­ζε­ται κινέ­ζικο πορ­τρέτο αφού , αν η βροχή ήταν γυναίκα, θα ήταν η μάνα του, εκείνη τη στιγμή. Δια­σκέ­δαζε δηλαδή τη βιασύνη της μετα­μόρ­φω­σης των πραγ­μά­των με την εντύ­πωση μιας παρου­σίας στην οποία μπο­ρούσε κάλ­λι­στα να επι­στρέ­ψει με την πρώτη δυσκο­λία. Η βροχή γαλή­νευε και γαλη­νευό­ταν. Όταν άγγιζε τη σφο­δρό­τητα της καται­γί­δας, προ­σε­λάμ­βανε το χαρα­κτήρα μιας φύσης μαστι­γω­τι­κής αλλά ποτέ εκδι­κη­τι­κής, ορμούσε πάνω στην υλι­κό­τητα του κόσμου αλλά με τρόπο ποτέ χαι­ρέ­κακο. Η βροχή ήταν η διαυγής ορα­τό­τητα σε ώρα μελαγ­χο­λίας. Η λύπη της για κείνο που πεθαί­νει ποτέ δεν γινόταν κατά­θλιψη, πάντοτε έμενε στον ρεμ­βα­σμό και τον μετέ­διδε σαν βύθιση στο αόρατο.

Αυτή η βροχή δεν υφί­στα­ται πια, ακριβώς υφί­στα­ται το καλο­καίρι, απορ­ρο­φη­μένο απ΄ τις διεκ­πε­ραιώ­σεις του του­ρι­στι­κού τομέα. Στην εξα­φά­νιση των συμ­βο­λι­σμών της βροχής επι­φυ­λά­χθηκε μια μοίρα ακόμη πιο άδικη, γιατί μπορεί η βροχή, η όξινη βροχή της τρίτης χιλιε­τίας, να βλάπτει όσο και ο ήλιος, όμως αυτή, επι­πλέον, μπορεί να σε πνίξει κυριο­λε­κτικά με τον ρεα­λι­σμό της. Εισβά­λει στα υπόγεια και ανα­γκά­ζει τη φτώχεια να βγει στο δρόμο, δηλαδή εκεί απ΄ όπου ήρθε και να δείξει στις  κάμερες την ώς τότε καμου­φλα­ρι­σμένη προ­σω­ρι­νό­τητα των επίπλων.  Η βροχή ξυπνάει την ανά­μνηση της γενο­κτο­νίας.

Έχοντας φορ­τι­στεί μ΄ αυτή τη μια­σμα­τική φιλα­λή­θεια, η βροχή γίνεται αληθινό μίασμα η ίδια κι έτσι οι μετα­φο­ρι­κές της χρήσεις στη γλώσσα παύουν να είναι μετα­φο­ρές. Τώρα κυκλο­φο­ρούν στον λόγο σαν κυριο­λε­ξίες. Για παρά­δειγμα, η βροχή των καταγ­γε­λιών, η βροχή την παρα­πό­νων, η βροχή των σκαν­δά­λων, όλες αυτές οι βροχές είναι ότι το δηλη­τή­ριο που πέφτει στις στέγες μας, διότι το βρόχινο νερό άρχισε ήδη να ισο­δυ­να­μεί με καταγ­γε­λία, με παρά­πονο, με σκάν­δαλο.

Δεν υπάρχει πια φιλική πτώση, ότι πέφτει πέφτει για να μας συντρί­ψει.

Δημή­τρης Γάκης

Βου­λευ­τής Δωδ/σου

ΣΥΡΙΖΑ

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.