Μετατροπή ποινής φυλάκισης σε κοινωφελή εργασία

Την πρώτη απόφαση μετατροπής αμετάκλητης ποινής φυλάκισης σε κοινωφελή εργασία σε εφαρμογή των προβλεπόμενων από το Ν.3904/10 εξέδωσε χθες το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου.
Το δικαστήριο συγκεκριμένα αποφάσισε τη μετατροπή ποινής φυλάκισης 6 μηνών που είχε επιβληθεί ερήμην σε έναν 40χρονο κάτοικο Καλυθιών σε παροχή 120 ωρών κοινωφελούς εργασίας στο Δήμο Ρόδου.
Ο 40χρονος είχε καταδικαστεί ερήμην το 2009 από το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου για αυθαίρετη δόμηση και συγκεκριμένα για την προσθήκη ορόφου στην κατοικία του στις Καλυθιές με τσιμεντόλιθους. Δεν εγνώριζε για την καταδίκη του και δεν άσκησε εγκαίρως έφεση με αποτέλεσμα να εντοπιστεί από το τμήμα φυγόποινων.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του κίνησε τη διαδικασία μετατροπής της ποινής με σχετική αίτηση καθώς μάλιστα ο νέος νόμος δεν έδινε στον εντολέα του τη δυνατότητα ακύρωσης της ερήμην καταδίκης του.
Ο νόμος προβλέπει ότι όταν σε βάρος κάποιου εκδοθεί καταδικαστική απόφαση και αυτός δεν έχει τη δυνατότητα εξαγοράς της και ούτε μπορεί να προσβάλει αυτή με ένδικα μέσα, τότε παρέχεται η δυνατότητα σ΄ αυτόν να αιτηθεί τη μετατροπή της από το ακροατήριο σε παροχή κοινωφελούς εργασίας.
Ο θεσμός της παροχής κοινωφελούς εργασίας (Community Service Orders) αποτελεί γέννημα του αγγλοσαξωνικού δικαιικού χώρου. Για να γίνει κατανοητή η φιλοσοφία του θεσμού της παροχής κοινωφελούς εργασίας πρέπει να ενταχθεί στη γενικότερη τάση μείωσης της χρήσης των περιοριστικών της ελευθερίας ποινών και υποκατάστασής τους από άλλες εναλλακτικές μορφές τιμωρίας.
Ο κανόνας είναι τέσσερις ώρες εργασίας για κάθε ημέρα φυλάκισης, όμως το δικαστήριο μπορεί να περιορίσει την κοινωφελή εργασία μέχρι δύο ώρες ή να την αυξήσει μέχρι έξι ώρες ανάλογα με τις προσωπικές συνθήκες του καταδικασμένου. Η κοινωφελής εργασία παρέχεται σε υπηρεσίες του κράτους, των ΟΤΑ, των νομικών προσώπων του δημόσιου τομέα ή σε μη κερδοσκοπικά κοινωφελή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου. Μπορεί επίσης να αφορά και παροχή υπηρεσιών προς τον παθόντα, αν κατέστη ανάπηρος και υπάρχει σχετική συμφωνία παθόντος και καταδικασμένου.
Την εκτέλεση της κοινωφελούς εργασίας επιβλέπει ο επιμελητής κοινωνικής αρωγής.