ΕΙΔΗΣΕΙΣ

“Αισιοδοξία, αλλά όχι επανάπαυση”

news room 9 λεπτά ανάγνωση
Στουρνάρας Γιάννης

Άρθρο του Γιάννη Στουρ­νάρα

Μετά την ένταξη της Ελλάδας στην Οικο­νο­μική και Νομι­σμα­τική Ενωση και με τις ευνοϊ­κές συν­θή­κες που δημιουρ­γή­θη­καν, η ανά­πτυξη της ελλη­νι­κής οικο­νο­μίας ήταν ταχεία. Η ανά­πτυξη αυτή στη­ρί­χθηκε κυρίως στην εγχώρια ζήτηση, όπου η συμβολή της κατα­νά­λω­σης ήταν σημα­ντική και τρο­φο­δο­τή­θηκε με δανει­σμό, δημόσιο και ιδιω­τικό. Ετσι, στις ήδη υπάρ­χου­σες δομικές αδυ­να­μίες του εγχώ­ριου παρα­γω­γι­κού προ­τύ­που, προ­στέ­θη­καν νέα προ­βλή­ματα: Αδι­καιο­λό­γητα επε­κτα­τική δημο­σιο­νο­μική πολι­τική, διό­γκωση του δανει­σμού, σοβαρή επι­δεί­νωση της αντα­γω­νι­στι­κό­τη­τας και σημα­ντική αύξηση του εξω­τε­ρι­κού ελλείμ­μα­τος. Με την έλευση της παγκό­σμιας χρη­μα­το­πι­στω­τι­κής κρίσης το 2008, οι προ­βο­λείς της δημο­σιό­τη­τας έπεσαν πάνω στις προ­βλη­μα­τι­κές περι­πτώ­σεις. Στην Ελλάδα, η κρίση μετε­τράπη ταχύ­τατα σε κρίση χρέους και απο­κλεί­στηκε πολύ γρήγορα η πρό­σβαση της χώρας στις χρη­μα­το­πι­στω­τι­κές αγορές, σε μία φάση που οι δανεια­κές ανάγκες του Δημο­σίου ήταν υψη­λό­τε­ρες από κάθε άλλη περίοδο. Το 2009, λίγο πριν από το ξέσπα­σμα της κρίσης χρέους, το δημόσιο έλλειμμα ξεπερ­νούσε το 15% του ΑΕΠ, ενώ το έλλειμμα του ισο­ζυ­γίου τρε­χου­σών συναλ­λα­γών ήταν περίπου το ίδιο. Καμία άλλη χώρα του ΟΟΣΑ δεν είχε αυτό τον τοξικό συν­δυα­σμό «δίδυμων» ελλειμ­μά­των.

Η συνέ­χεια είναι γνωστή. Το μνη­μό­νιο και όσα επα­κο­λού­θη­σαν δεν ήταν τίποτε άλλο παρά προ­σπά­θειες να αντι­με­τω­πι­στούν τα δυσθε­ώ­ρητα αυτά ελλείμ­ματα. Οι πολι­τι­κές που εφαρ­μό­στη­καν, εστιά­στη­καν στη δημο­σιο­νο­μική προ­σαρ­μογή, ενώ εξα­σφά­λι­σαν ταυ­το­χρό­νως τον απα­ραί­τητο δανει­σμό προ­κει­μέ­νου να απο­τρα­πεί η χρε­ο­κο­πία. Παράλ­ληλα, προ­ώ­θη­σαν μεταρ­ρυθ­μί­σεις, οι οποίες θα θερά­πευαν χρόνιες αδυ­να­μίες της παρα­γω­γι­κής δομής, διευ­κο­λύ­νο­ντας τη μετά­βαση σε ένα νέο ανα­πτυ­ξιακό πρότυπο.

Οι στα­θε­ρο­ποι­η­τι­κές αυτές πολι­τι­κές είχαν, ανα­πό­φευ­κτα, οικο­νο­μικό και κοι­νω­νικό κόστος: Πρό­σθετη ύφεση, αύξηση της ανερ­γίας, μείωση των εισο­δη­μά­των. Ως ένα βαθμό, αυτές οι συνέ­πειες ήταν ανα­με­νό­με­νες και έχουν παρα­τη­ρη­θεί σε όλα σχεδόν τα στα­θε­ρο­ποι­η­τικά προ­γράμ­ματα που έχουν εφαρ­μο­στεί διεθνώς. Στην Ελλάδα, όμως, το κόστος αυτό ήταν, σύμφωνα με όλες τις εκτι­μή­σεις, υψη­λό­τερο. Οι αιτίες έχουν συζη­τη­θεί ανα­λυ­τικά. Εντο­πί­ζο­νται σε μία σειρά από παρά­γο­ντες, λιγό­τερο τεχνι­κούς και περισ­σό­τερο πολι­τι­κούς, όπως: Αδυ­να­μίες στον σχε­δια­σμό των προ­γραμ­μά­των, λαν­θα­σμέ­νες εκτι­μή­σεις για τις επι­πτώ­σεις, κυρίως όμως συχνές αλλαγές πορείας, οπι­σθο­δρο­μή­σεις, λαϊ­κι­σμός, διστα­κτι­κό­τητα των ελλη­νι­κών κυβερ­νή­σεων να οικειο­ποι­η­θούν και να εφαρ­μό­σουν με συνέ­πεια τα προ­γράμ­ματα, ολική άρνηση της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας και ένα συγκρου­σιακό κοι­νω­νικό και πολι­τικό κλίμα που πολώ­θηκε από την απουσία συναί­νε­σης κυβέρνησης-αντιπολίτευσης. Συναί­νεση που επι­τεύ­χθηκε σε όλα τα άλλα κράτη-μέλη της Ευρω­ζώ­νης όπου εφαρ­μό­στη­καν ανάλογα προ­γράμ­ματα και πέτυχαν να τα βγάλουν από την κρίση.

Ολα αυτά δυσχέ­ρα­ναν σημα­ντικά τη συνεπή εφαρ­μογή των προ­γραμ­μά­των. Ο σημα­ντι­κό­τε­ρος όμως ανα­σταλ­τι­κός παράγων που επέ­τεινε την ύφεση και τρο­φο­δό­τησε τη μεγάλη ανεργία φαί­νε­ται να είναι η αδυ­να­μία σημα­ντι­κού μέρους του πολι­τι­κού συστή­μα­τος να αντι­πα­ρα­τε­θεί στα λίγα μεγάλα και πολλά μικρά συμ­φέ­ρο­ντα, τα οποία αντι­τά­χθη­καν στις μεταρ­ρυθ­μί­σεις και ευνό­η­σαν τη διαιώ­νιση διαρ­θρω­τι­κών απο­κλί­σεων. Ως απο­τέ­λε­σμα, περιο­ρί­στη­καν η απο­τε­λε­σμα­τι­κό­τητα της οικο­νο­μι­κής πολι­τι­κής σε τομείς όπως η φορο­λο­γία, το ασφα­λι­στικό, οι επεν­δύ­σεις, η απε­λευ­θέ­ρωση των αγορών και η συνα­κό­λουθη ενί­σχυση των υγιών δυνά­μεων του αντα­γω­νι­σμού στις αγορές αγαθών και υπη­ρε­σιών, ο εκσυγ­χρο­νι­σμός του δημό­σιου τομέα, και τελικά, η ενί­σχυση της αντα­γω­νι­στι­κό­τη­τας και ο ταχύς ανα­προ­σα­να­το­λι­σμός της παρα­γω­γής προς τις διε­θνείς αγορές.

Παρά τα προ­βλή­ματα, το υψηλό κόστος προ­σαρ­μο­γής και τις συχνές οπι­σθο­δρο­μή­σεις, τα μνη­μό­νια, δηλαδή τα προ­γράμ­ματα οικο­νο­μι­κής προ­σαρ­μο­γής που εφαρ­μό­στη­καν από το 2010 και έπειτα, πέτυχαν, σε μεγάλο βαθμό, να αντι­στρέ­ψουν τις ιδιαί­τερα δυσμε­νείς τάσεις που επι­κρα­τού­σαν και να βελ­τιώ­σουν τις ανα­πτυ­ξια­κές δυνα­τό­τη­τες της οικο­νο­μίας. Ειδι­κό­τερα επι­τεύ­χθηκε:

• Πρω­το­φα­νής δημο­σιο­νο­μική προ­σαρ­μογή. Την περίοδο μάλιστα 2013-2016, το πρω­το­γε­νές έλλειμμα εξα­λεί­φθηκε και κατα­γρά­φη­καν πρω­το­γενή πλε­ο­νά­σματα της γενικής κυβέρ­νη­σης για πρώτη φορά από το 2001. Επίσης, το «διαρ­θρω­τικό» πρω­το­γε­νές δημο­σιο­νο­μικό απο­τέ­λε­σμα βελ­τιώ­θηκε περισ­σό­τερο από 17 εκα­το­στιαίες μονάδες του δυνη­τι­κού ΑΕΠ την περίοδο 2009-2016. Δηλαδή, λαμ­βά­νο­ντας υπόψη την επί­δραση του οικο­νο­μι­κού κύκλου, η δημο­σιο­νο­μική προ­σαρ­μογή στην Ελλάδα ήταν υπερ­δι­πλά­σια από αυτή που πέτυχαν άλλα κράτη-μέλη, τα οποία εφάρ­μο­σαν παρό­μοια προ­γράμ­ματα.

• Ανά­κτηση των μεγάλων απω­λειών της αντα­γω­νι­στι­κό­τη­τας σε όρους μονα­διαίου κόστους εργα­σίας της περιό­δου 2000-2009.

• Εξά­λειψη του ελλείμ­μα­τος του ισο­ζυ­γίου εξω­τε­ρι­κών συναλ­λα­γών, που το 2008 είχε ξεπε­ρά­σει το 15% του ΑΕΠ.

• Αύξηση του ποσο­στού των εξα­γω­γών στο ΑΕΠ από 19% το 2009 σε 32% σήμερα.

• Ανα­κε­φα­λαιο­ποί­ηση και ανα­διάρ­θρωση του τρα­πε­ζι­κού τομέα, με απο­τέ­λε­σμα να αντε­πε­ξέλ­θει με επι­τυ­χία στην κρίση και στη φυγή των κατα­θέ­σεων, έχοντας σήμερα επαρκή κεφά­λαια, προ­βλέ­ψεις και εξα­σφα­λί­σεις, τα οποία απο­τε­λούν ανα­γκαίες (αλλά όχι και επαρ­κείς) προ­ϋ­πο­θέ­σεις για την αντι­με­τώ­πιση του μεί­ζο­νος προ­βλή­μα­τος των μη εξυ­πη­ρε­τού­με­νων δανείων.

• Διαρ­θρω­τι­κές μεταρ­ρυθ­μί­σεις κυρίως στην αγορά εργα­σίας αλλά και στην αγορά προ­ϊ­ό­ντων, καθώς και στη δημόσια διοί­κηση.

• Ανά­καμψη της οικο­νο­μίας το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο του 2016, με απο­τέ­λε­σμα να ανα­μέ­νε­ται θετικός ρυθμός ανά­πτυ­ξης για όλο το έτος, για πρώτη φορά μετά το 2014.

• Ανακοπή της αύξησης (και ελαφρά μείωση) του όγκου των μη εξυ­πη­ρε­τού­με­νων δανείων το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο του 2016, για πρώτη φορά μετά το 2014.

Οι μεταρ­ρυθ­μί­σεις που υλο­ποι­ή­θη­καν κατά την περίοδο της κρίσης ανα­μέ­νε­ται να ενι­σχύ­σουν το ανα­πτυ­ξιακό δυνα­μικό της ελλη­νι­κής οικο­νο­μίας μακρο­πρό­θε­σμα, μέσω της ταχύ­τε­ρης ανόδου της παρα­γω­γι­κό­τη­τας και της απα­σχό­λη­σης. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, οι μεταρ­ρυθ­μί­σεις που εφαρ­μό­στη­καν την περίοδο 2010-2016 σε συν­δυα­σμό με αυτές που πρό­κει­ται να εφαρ­μο­στούν στο πλαίσιο του προ­γράμ­μα­τος, ανα­μέ­νε­ται, ceteris paribus, να αυξή­σουν το πραγ­μα­τικό ΑΕΠ κατά 13% περίπου την επόμενη δεκα­ε­τία. Μάλιστα, η εκτί­μηση αυτή είναι ένα ελά­χι­στο μέγεθος, με την έννοια ότι δεν μπορούν εύκολα να ποσο­τι­κο­ποι­η­θούν, και συνεπώς να συνε­κτι­μη­θούν, μεταρ­ρυθ­μί­σεις, όπως π.χ. η βελ­τί­ωση του συστή­μα­τος απο­νο­μής δικαιο­σύ­νης, η ανα­μόρ­φωση του πτω­χευ­τι­κού δικαίου, ο εξω­δι­κα­στι­κός συμ­βι­βα­σμός, ο εκσυγ­χρο­νι­σμός της δημό­σιας διοί­κη­σης και, κυρίως, η απο­τε­λε­σμα­τική αντι­με­τώ­πιση του προ­βλή­μα­τος των μη εξυ­πη­ρε­τού­με­νων δανείων.

Η εκτί­μηση αυτή του ΟΟΣΑ επι­βε­βαιώ­νε­ται και από παρεμ­φε­ρείς ανα­λύ­σεις των υπη­ρε­σιών της Τρά­πε­ζας της Ελλάδος, από τις οποίες προ­κύ­πτει ότι η κυριό­τερη επί­δραση των μεταρ­ρυθ­μί­σεων αφορά την ταχύ­τερη άνοδο της συνο­λι­κής παρα­γω­γι­κό­τη­τας των συντε­λε­στών παρα­γω­γής. Ειδι­κό­τερα:

• Οι διαρ­θρω­τι­κές αλλαγές στην αγορά εργα­σίας, που οδηγούν σε μείωση του μισθο­λο­γι­κού κόστους των επι­χει­ρή­σεων σε μόνιμη βάση κατά 10%, ανα­μέ­νε­ται σε ορί­ζο­ντα δεκα­ε­τίας να οδη­γή­σουν σε αύξηση του πραγ­μα­τι­κού ΑΕΠ κατά 4,5% και σε αύξηση της απα­σχό­λη­σης και των ιδιω­τι­κών επεν­δύ­σεων κατά 3% και 4,5% αντί­στοιχα.

• Η αύξηση του αντα­γω­νι­σμού σε αγορές αγαθών και υπη­ρε­σιών, μέσω της άρσης ρυθ­μι­στι­κών εμπο­δίων στην είσοδο νέων επι­χει­ρή­σεων και στη λει­τουρ­γία τους, οδηγεί σε μειώ­σεις του περι­θω­ρίου κέρδους των επι­χει­ρή­σεων. Mια μείωση του περι­θω­ρίου κέρδους των μη εμπο­ρεύ­σι­μων αγαθών και υπη­ρε­σιών σε μόνιμη βάση κατά 10%, ανα­μέ­νε­ται σε ορί­ζο­ντα δεκα­ε­τίας να οδη­γή­σει σε αύξηση του πραγ­μα­τι­κού ΑΕΠ κατά 4% και σε αύξηση της απα­σχό­λη­σης και των πραγ­μα­τι­κών επεν­δύ­σεων κατά 3,7% και 7% αντί­στοιχα.

• Ανα­γκαία βεβαίως προ­ϋ­πό­θεση για να προ­κύ­ψουν τα προ­α­να­φερ­θέ­ντα θετικά απο­τε­λέ­σματα για την οικο­νο­μία είναι η αξιό­πι­στη και χωρίς καθυ­στε­ρή­σεις ολο­κλή­ρωση των συμ­φω­νη­θει­σών μεταρ­ρυθ­μί­σεων. Αν εκπλη­ρω­θούν μόνο τα 2/3 των συμ­φω­νη­θει­σών μεταρ­ρυθ­μί­σεων στις αγορές υπη­ρε­σιών και εργα­σίας σε ορί­ζο­ντα πεντα­ε­τίας, τα σωρευ­τικά οφέλη από τις μεταρ­ρυθ­μί­σεις αυτές τα τρία πρώτα χρόνια της υλο­ποί­η­σής τους είναι κατά περίπου 4% του ΑΕΠ μικρό­τερα σε σύγκριση με την περί­πτωση όπου το 100% των απαι­τού­με­νων μεταρ­ρυθ­μί­σεων υλο­ποιού­νται μέσα στον ορί­ζο­ντα της πεντα­ε­τίας.

Πρό­σθετα μακρο­χρό­νια οφέλη προ­κύ­πτουν όταν οι διαρ­θρω­τι­κές μεταρ­ρυθ­μί­σεις προ­ω­θού­νται ταυ­τό­χρονα με τη δημο­σιο­νο­μική εξυ­γί­ανση. Οι διαρ­θρω­τι­κές μεταρ­ρυθ­μί­σεις αυξά­νουν σε μόνιμη βάση την παρα­γω­γική δυνα­τό­τητα της οικο­νο­μίας και τη φορο­λο­γική βάση. Συνεπώς, δημιουρ­γούν μεσο­μα­κρο­πρό­θε­σμα πρό­σθετο δημο­σιο­νο­μικό χώρο (fiscal space) που επι­τρέ­πει την πιο γρήγορη ανά­καμψη της οικο­νο­μι­κής δρα­στη­ριό­τη­τας.

• Ενδει­κτικά, σύμφωνα πάλι με τις εκτι­μή­σεις της Τρά­πε­ζας της Ελλάδος, τα μακρο­χρό­νια συμπλη­ρω­μα­τικά οφέλη για το πραγ­μα­τικό ΑΕΠ κυμαί­νο­νται μεταξύ 0,5% και 4%, όταν μειώ­νε­ται το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ κατά 10 εκα­το­στιαίες μονάδες, και ταυ­τό­χρονα υλο­ποιού­νται μεταρ­ρυθ­μί­σεις στην αγορά εργα­σίας και στις αγορές αγαθών και υπη­ρε­σιών.

• Τα μέγιστα οφέλη της τάξεως του 4% του ΑΕΠ προ­κύ­πτουν όταν ο δημο­σιο­νο­μι­κός χώρος χρη­σι­μο­ποιεί­ται για τη μείωση του φορο­λο­γι­κού συντε­λε­στή στα επι­χει­ρη­μα­τικά κέρδη, ακο­λου­θού­μενα από οφέλη της τάξεως του 1% όταν ο δημο­σιο­νο­μι­κός χώρος χρη­σι­μο­ποιεί­ται για τη μείωση του φορο­λο­γι­κού συντε­λε­στή στο εισό­δημα από εργασία.

Ως απο­τέ­λε­σμα των αλλαγών που έχουν εφαρ­μο­στεί, δια­φαί­νε­ται ήδη μια σημα­ντική ανα­διάρ­θρωση της οικο­νο­μίας στην κατεύ­θυνση ενός νέου εξω­στρε­φούς ανα­πτυ­ξια­κού προ­τύ­που. Συγκε­κρι­μένα, οι τιμές των εμπο­ρεύ­σι­μων αγαθών και υπη­ρε­σιών αυξή­θη­καν κατά 10% περίπου την περίοδο 2010-2015, σε σχέση με τις τιμές των μη εμπο­ρεύ­σι­μων, με απο­τέ­λε­σμα η παρα­γωγή αυτών των αγαθών και υπη­ρε­σιών να γίνει πιο επι­κερ­δής. Ως εκ τούτου, το μερίδιο των εμπο­ρεύ­σι­μων αγαθών και υπη­ρε­σιών στην ιδιω­τική οικο­νο­μία έχει αυξηθεί τα τελευ­ταία χρόνια. Το σχετικό μέγεθος των τομέων των εμπο­ρεύ­σι­μων, σε όρους ακα­θά­ρι­στης προ­στι­θέ­με­νης αξίας του συνόλου της οικο­νο­μίας, αυξή­θηκε κατά 12% περίπου την περίοδο 2010-2015 σε στα­θε­ρές τιμές και κατά 24% περίπου σε τρέ­χου­σες τιμές, ενώ σε όρους απα­σχό­λη­σης αυξή­θηκε κατά 8% περίπου. Αυτή η εξέλιξη απο­δί­δε­ται τόσο στις διαρ­θρω­τι­κές μεταρ­ρυθ­μί­σεις που έχουν ήδη εφαρ­μο­σθεί όσο και στο γεγονός ότι οι τομείς των εμπο­ρεύ­σι­μων αγαθών και υπη­ρε­σιών που έχουν εξα­γω­γικό προ­σα­να­το­λι­σμό, αντι­με­τώ­πι­σαν ηπιό­τερη ύφεση και κατά συνέ­πεια κατόρ­θω­σαν να αυξή­σουν στα­διακά τα μερίδιά τους σε όρους όγκου και απα­σχό­λη­σης.

Ενα επι­πλέον στοι­χείο που αξίζει να τονι­στεί είναι ότι λόγω της υπο­χώ­ρη­σης της εγχώ­ριας ζήτησης και της συρ­ρί­κνω­σης της κατα­σκευα­στι­κής δρα­στη­ριό­τη­τας στην Ελλάδα, πολλές δυνα­μι­κές επι­χει­ρή­σεις του κατα­σκευα­στι­κού κλάδου επε­κτά­θη­καν στο εξω­τε­ρικό (Μέση Ανατολή, Βαλ­κά­νια), μετα­τρέ­πο­ντας μια δρα­στη­ριό­τητα που παλαιό­τερα εθε­ω­ρείτο μη εμπο­ρεύ­σιμη σε διεθνώς εμπο­ρεύ­σιμη.

Οι μεταρ­ρυθ­μί­σεις ανα­μέ­νε­ται να επι­τα­χύ­νουν περαι­τέρω την ανά­καμψη και την ανα­διάρ­θρωση της οικο­νο­μίας υπέρ των εμπο­ρεύ­σι­μων αγαθών και υπη­ρε­σιών. Απαι­τεί­ται, όμως, παράλ­ληλα και βελ­τί­ωση της χρη­μα­το­δό­τη­σης και της ρευ­στό­τη­τας της οικο­νο­μίας. Κύρια προ­ϋ­πό­θεση γι’ αυτό είναι η απο­τε­λε­σμα­τική δια­χεί­ριση του υψηλού απο­θέ­μα­τος των μη εξυ­πη­ρε­τού­με­νων δανείων. Κάτι τέτοιο θα επι­δρά­σει θετικά στην οικο­νο­μική δρα­στη­ριό­τητα και στην παρα­γω­γι­κό­τητα μέσω δύο διαύλων: α) την αύξηση της προ­σφο­ράς τρα­πε­ζι­κών δανείων και β) την ανα­διάρ­θρωση του παρα­γω­γι­κού τομέα. Γι’ αυτό είναι επι­τα­κτική ανάγκη να συμπλη­ρω­θεί και να ολο­κλη­ρω­θεί το σχετικό νομο­θε­τικό πλαίσιο το συντο­μό­τερο δυνατόν.

Οπως προ­κύ­πτει από εκτι­μή­σεις και μελέτες της Τρά­πε­ζας της Ελλάδος, η μείωση των μη εξυ­πη­ρε­τού­με­νων δανείων θα συμ­βά­λει στη μείωση του χρη­μα­το­πι­στω­τι­κού κιν­δύ­νου των τρα­πε­ζών και στην απο­κλι­μά­κωση του κόστους χρη­μα­το­δό­τη­σής τους, καθώς και στην αύξηση της κεφα­λαια­κής τους επάρ­κειας. Ως απο­τέ­λε­σμα, θα υπάρξει στα­διακή αύξηση της προ­σφο­ράς δανείων και μείωση των επι­το­κίων δανει­σμού για τις επι­χει­ρή­σεις και τα νοι­κο­κυ­ριά.

Παράλ­ληλα, ανα­μέ­νε­ται μείωση του χρη­μα­το­πι­στω­τι­κού κιν­δύ­νου των επι­χει­ρή­σεων και των νοι­κο­κυ­ριών, με απο­τέ­λε­σμα την αύξηση της απο­τί­μη­σης των υφι­στά­με­νων περιου­σια­κών στοι­χείων τους λόγω των υψη­λό­τε­ρων απο­δό­σεων του κεφα­λαίου και των ακι­νή­των. Συνεπώς, τα νοι­κο­κυ­ριά και οι επι­χει­ρή­σεις καθί­στα­νται πιο αξιό­χρεα, επι­τρέ­πο­ντας την περαι­τέρω τόνωση της επεν­δυ­τι­κής ζήτησης.

Τέλος, κατά τη δια­δι­κα­σία εξυ­γί­αν­σης των μη εξυ­πη­ρε­τού­με­νων δανείων θα απε­λευ­θε­ρω­θούν παρα­γω­γι­κοί πόροι, που, εφόσον ανα­δια­νε­μη­θούν προς τις πιο παρα­γω­γι­κές επι­χει­ρή­σεις και κλάδους, θα οδη­γή­σουν σε αύξηση της συνο­λι­κής παρα­γω­γι­κό­τη­τας.

Οι προ­α­να­φερ­θεί­σες ενδεί­ξεις και εκτι­μή­σεις είναι ενθαρ­ρυ­ντι­κές και μπορεί βάσιμα να υπο­στη­ρι­χθεί ότι η ελλη­νική οικο­νο­μία έχει σήμερα τις δυνα­τό­τη­τες να περάσει σε μία νέα και πιο υγιή ανα­πτυ­ξιακή φάση. Σε καμία περί­πτωση, όμως, δεν δικαιο­λο­γούν επα­νά­παυση και χαλά­ρωση των προ­σπα­θειών. Αντί­θετα, χρειά­ζε­ται τώρα μεγα­λύ­τερη επιμονή και ατα­λά­ντευτη συνέ­πεια και κυρίως αποφυγή των λαθών και των οπι­σθο­δρο­μή­σεων του παρελ­θό­ντος. Για τον λόγο αυτό, η Τράπεζα της Ελλάδος παρο­τρύ­νει τους θεσμούς, τους εταί­ρους της Ελλάδος αλλά και την ελλη­νική κυβέρ­νηση να επι­δεί­ξουν την απα­ραί­τητη ευε­λι­ξία ώστε να αρθεί άμεσα η εκκρε­μό­τητα με την αξιο­λό­γηση του προ­γράμ­μα­τος.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.