ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΑ

“Δωδεκανησιακή παρουσία στην Αμερική”

news room 1 λεπτό ανάγνωση
45

Πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε την Πέμ­πτη το βράδυ, 30 Ιου­νί­ου, στο ισό­γειο του Πνευ­μα­τι­κού Κέ­ντρου, η πα­ρου­σί­α­ση του δί­το­μου έργου του Mανώλη Κασ­σώ­τη με θέμα: « Δω­δε­κα­νη­σια­κή πα­ρου­σία στην Αμε­ρι­κή».

Η εκ­δή­λω­ση συν­διορ­γα­νώ­θη­κε από το Ανα­γνω­στή­ριο Κα­λύ­μνου «ΑΙ ΜΟΥ­ΣΑΙ» και τη Στέγη Γραμ­μά­των και Τε­χνών Δω­δε­κα­νή­σου.

Για τον συγ­γρα­φέα (Καρ­πά­θιο στην κα­τα­γω­γή) και το δί­το­μο έργο του μί­λη­σε ο πρό­ε­δρος της Στέ­γης Γραμ­μά­των και Τε­χνών Δωδ/σου, o κ. Μα­νό­λης Μα­κρής.

Ανα­φέρ­θη­κε στην προ­σω­πι­κό­τη­τα του συγ­γρα­φέα, πλέ­κο­ντας –δι­καί­ως- το εγκώ­μιό του, στη­ριγ­μέ­νος στο πλού­σιο βιο­γρα­φι­κό του, στο οποίο κυ­ριαρ­χούν τρία πράγ­μα­τα: Ο αδα­μά­ντι­νος χα­ρα­κτή­ρας του, η ερ­γα­τι­κό­τη­τά του, η αγάπη του για την Ελ­λά­δα, τη Δω­δε­κά­νη­σο και την ιδιαί­τε­ρη πα­τρί­δα του την Κάρ­πα­θο.

Όσον αφορά στο πε­ριε­χό­με­νο του έργου, μέσα από την εμπε­ρι­στα­τω­μέ­νη πα­ρου­σί­α­ση που έκανε ο κ. Μα­κρής, μπο­ρού­με να πούμε επι­γραμ­μα­τι­κά τα ακό­λου­θα:

Πρό­κει­ται για μια εξαι­ρε­τι­κή ερευ­νη­τι­κή δου­λειά, επί­πο­νη, με­θο­δι­κή, πο­λύ­χρο­νη και πο­λύ­πλευ­ρη, που φω­τί­ζει πλή­ρως το θέμα της δω­δε­κα­νη­σια­κής πα­ρου­σί­ας στην Αμε­ρι­κή.

Είναι μια συλ­λο­γή και κα­τα­γρα­φή πο­λύ­τι­μων στοι­χεί­ων από πρω­το­γε­νείς πηγές, που εν­δια­φέ­ρουν και πλου­τί­ζουν την ιστο­ρία των με­τα­να­στών αλλά και της Δω­δε­κα­νή­σου.

Μια κοι­νω­νιο­λο­γι­κή και λα­ο­γρα­φι­κή έρευ­να που πε­ρι­γρά­φει με λε­πτο­μέ­ρειες τις σκλη­ρές συν­θή­κες που αντι­με­τώ­πι­ζαν οι Δω­δε­κα­νή­σιοι με­τα­νά­στες κατά τα πρώτα χρό­νια της εγκα­τά­στα­σής τους στη νέα γη, τον αγώνα να ορ­γα­νω­θούν οι­κο­γε­νεια­κά, συλ­λο­γι­κά κι επαγ­γελ­μα­τι­κά. Την προ­σπά­θειά τους να εν­σω­μα­τω­θούν στη νέα πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, να μην αφο­μοιω­θούν, να μεί­νουν όρ­θιοι, αλλά και να δια­σώ­σουν το δικό τους πο­λι­τι­σμι­κό κε­φά­λαιο, τη δική τους βαριά πο­λι­τι­σμι­κή κλη­ρο­νο­μιά και ταυ­τό­τη­τα και να τα προ­βάλ­λουν στη νέα πα­τρί­δα αλώ­βη­τα και με δυ­να­μι­σμό.

Η ανα­φο­ρά, δε, στις οι­κο­νο­μι­κές συν­θή­κες που επι­κρα­τού­σαν σε κάθε νησί ξε­χω­ρι­στά στα πέ­τρι­να εκεί­να χρό­νια της φτώ­χειας και της από­γνω­σης των νη­σιω­τών, που τους υπο­χρέ­ω­ναν σε μα­ζι­κή φυγή, κα­θι­στά το έργο άρτιο και άκρως εν­δια­φέ­ρον. Ο ίδιος ο συγ­γρα­φέ­ας, φα­νε­ρά συ­γκι­νη­μέ­νος, μί­λη­σε για το πό­νη­μά του, εξι­στο­ρώ­ντας γλα­φυ­ρά τη μέ­θο­δο που ακο­λού­θη­σε, για να …χτί­σει αυτό το, κατά γε­νι­κή ομο­λο­γία, αξιό­λο­γο έργο του.

Φορ­τι­σμέ­νος συ­ναι­σθη­μα­τι­κά, έπνι­γε με κόπο τη συ­γκί­νη­σή του, όταν ανα­φε­ρό­ταν σε αν­θρώ­πους και γε­γο­νό­τα που τον ση­μά­δε­ψαν κι έγι­ναν η σπίθα που άναψε μέσα του τη φλόγα για να συλ­λέ­ξει και να κα­τα­γρά­ψει από πρω­το­γε­νές υλικό την ιστο­ρία των Δω­δε­κα­νη­σί­ων που με­τα­νά­στευ­σαν στην Αμε­ρι­κή από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι το τέλος του πρώ­του τε­τάρ­του του 20ού, μια ιστο­ρία, τα τεκ­μή­ρια της οποί­ας θα χά­νο­νταν ορι­στι­κά, αν δεν ανα­λάμ­βα­νε ο ίδιος να φέρει σε πέρας το φι­λό­δο­ξο εγ­χεί­ρη­μά του.

Πα­ρα­θέ­του­με τρία απο­σπά­σμα­τα από την ομι­λία του συγ­γρα­φέα:

[…] Στη συ­νέ­χεια ξε­κί­νη­σα να συ­γκε­ντρώ­νω πλη­ρο­φο­ρί­ες για τους Δω­δε­κα­νή­σιους με­τα­νά­στες, αρ­χί­ζο­ντας από την εποχή της ομα­δι­κής τους με­τα­νά­στευ­σης στην Αμε­ρι­κή. Έτσι, τον επό­με­νο χρόνο, ( 1972) στο Αμε­ρι­κα­νι­κό Ψυ­χο­σάβ­βα­το (Memorial Day) πήγα στο Canonsburg και περ­νώ­ντας από την εκ­κλη­σία της Αγίας Τριά­δας, άκου­σα αρ­κε­τούς, ακόμη και μικρά παι­διά, να μι­λούν Ελ­λη­νι­κά με τη χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή ρο­δί­τι­κη προ­φο­ρά από τα Κο­σκι­νού. Ήταν παι­διά και εγ­γό­νια Ρο­δι­τών, που στις αρχές του 20ού αιώνα με­τα­νά­στευ­σαν στην Αμε­ρι­κή. Την ίδια μέρα επι­σκέ­φθη­κα το ελ­λη­νι­κό τμήμα του νε­κρο­τα­φεί­ου του Canonsburg και αντί­κρι­σα εκα­το­ντά­δες τά­φους Ρο­δί­ων και Καρ­πα­θί­ων που δού­λευαν στα αν­θρα­κω­ρυ­χεία του Canonsburg και της γύρω πε­ριο­χής. Την επο­μέ­νη πήγα στο Wheeling και επι­σκέ­φτη­κα το νε­κρο­τα­φείο που ‘ταν θαμ­μέ­νη η για­γιά μου και εκα­το­ντά­δες άλλοι Δω­δε­κα­νή­σιοι. Επι­σκέ­φτη­κα, επί­σης, το αν­θρα­κω­ρυ­χείο που δού­λευε ο παπ­πούς μου με εκα­το­ντά­δες άλ­λους συ­μπα­τριώ­τες μας.

[…] ‘Όταν άρ­χι­σα να συ­γκε­ντρώ­νω πλη­ρο­φο­ρί­ες, δε σκέ­φτη­κα ότι κά­πο­τε θα τις χρη­σι­μο­ποιού­σα για την συγ­γρα­φή της ιστο­ρί­ας της Δω­δε­κα­νη­σια­κής πα­ροι­κί­ας της Αμε­ρι­κής. Απλά ένιω­θα την ανά­γκη να φρο­ντί­σω να σωθεί το πο­λύ­τι­μο αυτό «υλικό», ελ­πί­ζο­ντας πως κά­πο­τε –ίσως- κά­ποιος θα τις αξιο­ποιού­σε, έτσι ώστε να γί­νουν γνω­στά τα επι­τεύγ­μα­τα (εθνι­κά, οι­κο­νο­μι­κά, κοι­νω­νι­κά, επι­στη­μο­νι­κά) των Δω­δε­κα­νη­σί­ων της Αμε­ρι­κής. Πα­ράλ­λη­λα, για να κι­νή­σω το εν­δια­φέ­ρον για τη Δω­δε­κα­νη­σια­κή Πα­ροι­κία της Αμε­ρι­κής, έγρα­ψα εκα­το­ντά­δες άρθρα και με­λέ­τες, που τα τε­λευ­ταία πε­νή­ντα χρό­νια δη­μο­σιεύ­τη­καν σε δω­δε­κα­νη­σια­κές, ομο­γε­νεια­κές και άλλες ελ­λη­νι­κές εφη­με­ρί­δες και πε­ριο­δι­κά.

[…] Σαν ένας απ’ όλους που έζησα μέσα στη Δω­δε­κα­νη­σια­κή Πα­ροι­κία, στέκω δίπλα της με αγάπη. Την αντί­κρι­σα μέσα από πε­θα­μέ­να λευ­κώ­μα­τα, φυλ­λά­δια, εφη­με­ρί­δες και χαρ­τιά. Τα τρά­βη­ξα, φύ­ση­σα τη σκόνη, για να ιδώ τους αν­θρώ­πους και να τους βάλω ζω­ντα­νούς μέσα στην καρ­διά μου. Άλλοι μπο­ρούν να το κά­μουν με πε­ρισ­σό­τε­ρο μυαλό και τέχνη από μένα. Κα­νέ­νας, όμως, ας μην πει πως δού­λε­ψα χωρίς αγάπη. Δε θα είναι δί­καιος…

Ο συγ­γρα­φέ­ας έκανε ξε­χω­ρι­στή ανα­φο­ρά σε ορι­σμέ­νες ιδιαι­τε­ρό­τη­τες που πα­ρου­σιά­ζει η Κα­λυ­μνια­κή με­τα­νά­στευ­ση στην Αμε­ρι­κή κι έκλει­σε με ευ­χα­ρι­στί­ες σ’ όσους τον βο­ή­θη­σαν σ’ αυτό το συγ­γρα­φι­κό του …τα­ξί­δι.

Στην αρχή της εκ­δή­λω­σης κα­λω­σό­ρι­σε και πα­ρου­σί­α­σε τους ομι­λη­τές ο πρό­ε­δρος του Ανα­γνω­στη­ρί­ου, ο κ. Πα­να­γιώ­της Για­μαί­ος, κά­νο­ντας, πα­ράλ­λη­λα, μια σύ­ντο­μη ανα­φο­ρά στο πε­ριε­χό­με­νο του δί­το­μου έργου.

Αί­σθη­ση προ­κά­λε­σε η ανα­φο­ρά του στα λόγια του με­γά­λου Έλ­λη­να πα­τριώ­τη Μα­νώ­λη Αθα­να­σιά­δη, με­τα­νά­στη πρώ­της γε­νιάς στην Αμε­ρι­κή, από το Γεν­νά­δι της Ρόδου, που είπε:

« Γεν­νή­θη­κα Τούρ­κος, με­γά­λω­σα Ιτα­λός, γέ­ρα­σα Αμε­ρι­κα­νός, αλλά θα πε­θά­νω Έλ­λη­νας!»

Την εκ­δή­λω­ση τί­μη­σαν με την πα­ρου­σία τους ο μη­τρο­πο­λί­της Κα­λύ­μνου, Λέρου και Αστυ­πα­λαί­ας κ. Πα­ΐ­σιος, ο δή­μαρ­χος Κα­λυ­μνί­ων κ. Γιάν­νης Γα­λου­ζής, μέλη και φίλοι του Ανα­γνω­στη­ρί­ου.

ΣΣ.Ευ­χα­ρι­στού­με τον Πρό­ε­δρο του Ανα­γνω­στη­ρί­ου Πα­να­γιώ­τη Για­μαίο και το μέλος Μι­χά­λη Κυ­ράν­νη για την ενη­μέ­ρω­ση.

kalymnos-news.gr

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.