ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Στα «χαρακώματα» και πάλι οι επιχειρηματίες για το ΔΗ.ΦΟ.ΔΩ.!

Δαμιανός Αθανασίου 8 λεπτά ανάγνωση
Λεφτά τσέπη

Οι Δήμοι μπορούν να κατα­λο­γί­ζουν και να βεβαιώ­νουν τον φόρο, μέχρι να καταρ­γη­θούν με νόμο οι δια­τά­ξεις

Στα «χαρα­κώ­ματα» βρί­σκο­νται από χθες τα μέλη του Επι­με­λη­τη­ρίου και η διοί­κηση του μετά την δια­πί­στωση ότι ο Δήμος Ρόδου έχει δεσμεύ­σει τα ΑΦΜ επι­χει­ρη­μα­τιών του νησιού για οφειλές τους σε δημο­τικό φόρο παρά το γεγονός ότι η Ολο­μέ­λεια του Συμ­βου­λίου της Επι­κρα­τείας έχει κρίνει ορι­στικά και αμε­τά­κλητα αντι­συ­νταγ­μα­τικό τον φόρο και με διάταξη στο τρίτο μνη­μό­νιο προ­βλέ­πε­ται πέραν της κατάρ­γη­σής του, η μη ανα­δρο­μική αξίωση των ήδη κατα­βλη­θέ­ντων.

Το θέμα είναι εξαι­ρε­τικά σοβαρό αφού η δημο­τική αρχή, μετά την υπ’ αρίθμ. 138/2015 γνω­μο­δό­τηση του Νομικού Συμ­βου­λίου του Κράτους, της 11ης Ιουνίου 2015, δεν δεσμεύ­ε­ται να ακυ­ρώ­σει ταμεια­κές βεβαιώ­σεις για την κατα­βολή δημο­τι­κού φόρου, παρότι έχει κριθεί αντι­συ­νταγ­μα­τι­κός και επα­φί­ε­ται στην δια­κρι­τική ευχέ­ρεια του δημο­τι­κού συμ­βου­λίου να κρίνει επί σχε­τι­κών αιτή­σεων δια­γρα­φής, με το βάρος του όρου ότι κάτι τέτοιο επι­τρέ­πε­ται για το δημόσιο συμ­φέ­ρον. Δηλαδή ότι η οικο­νο­μική κατά­σταση του Δήμου είναι τέτοια που να επι­τρέ­πει δια­γρα­φές.

Κι όλα αυτά, ενώ τα οικο­νο­μικά του Δήμου είναι ήδη βεβα­ρη­μένα κι ανά τρίμηνο υπο­βάλ­λο­νται κατα­στά­σεις στο Υπουρ­γείο Εσω­τε­ρι­κών και το Ελεγ­κτικό Συνέ­δριο (παρα­τη­ρη­τή­ριο) για τον έλεγχο της ροής των εσόδων με απειλές κατα­λο­γι­σμών σε υπη­ρε­σιακά και αιρετά όργανα, που δεν φρο­ντί­ζουν για την είσπραξη.

Στο μεταξύ εκκρε­μεί ενώπιον του Συμ­βού­λιου της Επι­κρα­τείας κι άλλη αίτηση της εργο­λα­βι­κής κοι­νο­πρα­ξίας του νοσο­κο­μείου για ακύρωση του φόρου ως αντι­συ­νταγ­μα­τι­κού, η οποία σε θεω­ρη­τικό επίπεδο, θα εξε­τα­στεί εξ υπαρχής. Η δίκη είχε προ­γραμ­μα­τι­στεί για την 23 Σεπτεμ­βρίου 2015, αλλά ανα­βλή­θηκε για τις 7 Νοεμ­βρίου 2015, εξαι­τίας των εκλογών.

Η Ολο­μέ­λεια του Νομικού Συμ­βου­λίου του Κράτους, σε 44μελή σύνθεση, κλήθηκε να απο­φαν­θεί επί των ακό­λου­θων ερω­τη­μά­των, που απηύ­θυνε η Διεύ­θυνση Οικο­νο­μι­κών των ΟΤΑ, του Υπουρ­γείου Εσω­τε­ρι­κών, την 24η Φεβρουα­ρίου 2015:

Αν μετά την έκδοση των υπ’ αριθμ. 4504 και 4505/2014 απο­φά­σεων της Ολο­μέ­λειας του ΣτΕ, με τις οποίες κρίθηκε αντι­συ­νταγ­μα­τική η διάταξη του άρθρου 60 του ν. 2214/1994, περί επι­βο­λής του Δημο­τι­κού Φόρου Δωδε­κα­νή­σου, οι Δήμοι οφεί­λουν:

-Να βεβαιώ­νουν ταμεια­κώς τον φόρο, προς δια­σφά­λιση των εσόδων τους, βάσει του άρθρου 277 του ν. 3852/2010,

-Να προ­χω­ρή­σουν σε δια­δι­κα­σίες εισπρά­ξεως των ήδη ταμεια­κώς βεβαιω­μέ­νων, πριν την δημο­σί­ευση των απο­φά­σεων, οφει­λο­μέ­νων ποσών του ιδίου φόρου,

-Σε περί­πτωση δυνα­τό­τη­τας των δήμων να δια­γρά­ψουν οφειλές, για τις οποίες έχει παρέλ­θει η νόμιμη προ­θε­σμία προ­σφυ­γής, ποια είναι η ενδει­κνυό­μενη δια­δι­κα­σία, κατά παρέκ­κλιση του άρθρου 174 του ν. 3463/2006,

-Εάν γεν­νά­ται υπο­χρέ­ωση νομο­θε­τι­κής ρυθ­μί­σεως για την ρητή κατάρ­γηση της ανωτέρω δια­τά­ξεως και κατά πόσο στο πλαίσιο αυτής μπορούν να δια­σφα­λι­σθούν οι δήμοι για τα εισπρα­χθέ­ντα ποσά.

Το ΝΣΚ γνω­μο­δό­τησε επί των ερω­τη­μά­των, που του τέθηκαν, ως εξής:

– Κατά πλειο­ψη­φία, ότι, σε συμ­μόρ­φωση προς τις υπ’ αριθμ. 4504 και 4505/2014 απο­φά­σεις της Ολο­με­λείας του ΣτΕ και σε σχέση με πράξεις εγγρα­φής ποσών φόρου του άρθρου 60 του ν. 2218/1994 στους οικεί­ους βεβαιω­τι­κούς κατα­λό­γους των Δήμων της Δωδε­κα­νή­σου, οι οποίες είναι όμοιες με εκείνες που ακυ­ρώ­θη­καν με τις ανωτέρω δικα­στι­κές απο­φά­σεις:

α) Τα όργανα των Δήμων πρέπει παρα­λεί­πουν στο μέλλον την έκδοση απο­φά­σεων προσ­διο­ρι­σμού και επι­βο­λής φόρου που στη­ρί­ζο­νται στις δια­τά­ξεις του άρθρου 60 του ν. 2214/1994, καθώς και, επί ήδη εκδο­θει­σών πράξεων, προ­σβλη­θει­σών ή μη με προ­σφυγή, την ταμειακή βεβαί­ωση αυτών.

β) Στις περι­πτώ­σεις, κατά τις οποίες εκδό­θη­καν τέτοιες διοι­κη­τι­κές πράξεις είτε αυτές προ­σε­βλή­θη­σαν δικα­στι­κώς είτε όχι, οι πράξεις αυτές υπό­κει­νται σε ανά­κληση και τα ίδια όργανα, εφόσον υπο­βλη­θούν αιτή­σεις όσων έχουν έννομο συμ­φέ­ρον, υπο­χρε­ού­νται να τις εξε­τά­ζουν, να κρίνουν εάν αυτές υπε­βλή­θη­σαν σε εύλογο, με βάση την κοινή πείρα και τις ειδι­κό­τε­ρες περι­στά­σεις χρόνο από της δημο­σιεύ­σεως των ανωτέρω απο­φά­σεων του ΣτΕ (12.12.2014), να εκτι­μούν, περαι­τέρω, την τυχόν συν­δρομή υπέρ­τε­ρου δημο­σίου συμ­φέ­ρο­ντος (στο οποίο περι­λαμ­βά­νε­ται το δημο­σιο­νο­μικό συμ­φέ­ρον), που επι­βάλ­λει ή απο­κλείει την ανά­κληση και, ανα­λό­γως, να προ­βαί­νουν στην ανά­κληση των πράξεων ή στην απόρ­ριψη των αιτή­σεων.

γ) Στις περι­πτώ­σεις κατά τις οποίες εκδό­θη­καν τέτοιες διοι­κη­τι­κές πράξεις, τα δε ποσά βεβαιώ­θη­καν εν στενή εννοία (ταμεια­κώς) και δεν εισπρά­χθη­καν, είτε η ταμειακή βεβαί­ωση προ­σε­βλήθη δικα­στι­κώς είτε όχι, οι πράξεις ταμεια­κών βεβαιώ­σεων υπό­κει­νται σε ανά­κληση από τα αρμόδια όργανα των Δήμων, υπό τις αυτές, ως άνω (περ. β”) προ­ϋ­πο­θέ­σεις και

δ) Στις περι­πτώ­σεις, κατά τις οποίες βεβαιω­μένα ταμεια­κώς ποσά του ιδίου ως άνω φόρου εισπρά­χθη­καν από τους Δήμους είναι δυνατή η επι­στροφή των κατα­βλη­θέ­ντων ποσών με απόφαση των αρμο­δίων οργάνων των Δήμων, κατόπιν αιτή­σεων όσων έχουν έννομο συμ­φέ­ρον, υπό τις αυτές, ως άνω (περ. β’), προ­ϋ­πο­θέ­σεις και με την επί πλέον προ­ϋ­πό­θεση να μην έχει υπο­κύ­ψει η αξίωση των αιτού­ντων έναντι των Δήμων (στη­ρι­ζό­μενη στον αδι­καιο­λό­γητο πλου­τι­σμό) σε παρα­γραφή, βάσει των ειδι­κό­τε­ρων δια­τά­ξεων που διέπουν το λογι­στικό των Δήμων.

– Ομο­φώ­νως, ότι δεν γεν­νά­ται υπο­χρέ­ωση της Διοι­κή­σεως για τη ρητή κατάρ­γηση της δια­τά­ξεως του άρθρου 60 του ν.2214/1994 με νομο­θε­τική ρύθμιση και κρί­νε­ται σκόπιμη η επί­σπευση σχε­τι­κής νομο­θε­τι­κής πρω­το­βου­λίας.

– Απο­φαί­νε­ται, ομο­φώ­νως, ότι το Νομικό Συμ­βού­λιο του Κράτους, δεν μπορεί να γνω­μο­δο­τή­σει αν, σε περί­πτωση καταρ­γή­σεως της δια­τά­ξεως του άρθρου 60 του ν. 2214/1994 με νομο­θε­τική ρύθμιση, θα δια­σφα­λί­ζο­νται οι Δήμοι της Δωδε­κα­νή­σου για τα ποσά του φόρου που ήδη εισέ­πρα­ξαν.

Εξαι­ρε­τικό ενδια­φέ­ρον έχουν τα δια­λαμ­βα­νό­μενα στην 22σέλιδη γνω­μο­δό­τηση του ΝΣΚ.

Επι­ση­μαί­νε­ται συγκε­κρι­μένα εισα­γω­γικά στην άποψη, που εξέ­φρασε η πλειο­ψη­φία και συγκε­κρι­μένα (24 ψήφοι) ότι κατά γενική αρχή του διοι­κη­τι­κού δικαίου, η οποία έχει εφαρ­μογή, εφ’ όσον ο νόμος δεν ορίζει το αντί­θετο, η Διοί­κηση δεν έχει, κατ’ αρχήν, υπο­χρέ­ωση να ανα­κα­λεί τις παρά­νο­μες πράξεις της, για τις οποίες έχει παρέλ­θει η κατά νόμο προ­θε­σμία προ­σβο­λής ή που έχουν προ­σβλη­θεί ανε­πι­τυ­χώς ενώπιον των δικα­στη­ρίων και έχουν πλέον το τεκ­μή­ριο της νομι­μό­τη­τας, ενώ το δεδι­κα­σμένο ισχύει μόνον μεταξύ των δια­δί­κων.

Κρίθηκε από την πλειο­ψη­φία ειδι­κό­τερα ότι η Διοί­κηση δεν υπο­χρε­ού­ται να ανα­κα­λέ­σει τις όμοιες με την κρι­θείσα παρά­νο­μες ατο­μι­κές πράξεις αυτε­παγ­γέλ­τως, αλλά κατόπιν αιτή­μα­τος του έχοντος έννομο συμ­φέ­ρον και αφού δια­πι­στώ­σει ότι δεν συντρέ­χουν νόμιμες προ­ϋ­πο­θέ­σεις, που απο­κλεί­ουν την ανά­κληση.

Οι προ­ϋ­πο­θέ­σεις ανα­κλή­σεως, που πρέπει να συντρέ­χουν σωρευ­τικά, όπως επι­ση­μαί­νε­ται, είναι οι ακό­λου­θες:

-Ο λόγος ακυ­ρώ­σεως να συνί­στα­ται σε παρα­νο­μία της πράξεως λόγω αντι­θέ­σεως με υπέρ­τε­ρης τυπικής ισχύος κανόνα δικαίου ή θεμε­λί­ω­σής της, σε κανο­νι­στική πράξη της Διοι­κή­σεως, που δεν έχει νόμιμο εξου­σιο­δο­τικό έρεισμα,

-Να πρό­κει­ται για ομοίου περιε­χο­μέ­νου ατο­μι­κές διοι­κη­τι­κές πράξεις, που έχουν εκδοθεί με βάση την ίδια διάταξη,

-Να υπο­βλη­θεί στην Διοί­κηση σχετικό αίτημα από τον έχοντα έννομο συμ­φέ­ρον, εντός ευλόγου χρόνου (με βάση την κοινή πείρα και τις ειδι­κό­τε­ρες περι­στά­σεις) από την δημο­σί­ευση της ακυ­ρω­τι­κής απο­φά­σεως και

-Να εκτι­μή­σει η Διοί­κηση, κατά την επα­νε­ξέ­ταση και προ της ανα­κλή­σεως, την τυχόν-συνδρομή υπέρ­τε­ρου δημο­σίου συμ­φέ­ρο­ντος που επι­βάλ­λει ή απο­κλείει αυτήν, την ανάγκη προ­στα­σίας δικαιω­μά­των τρίτων που απο­κτή­θη­καν καλο­πί­στως από την εφαρ­μογή της ομοίας πράξεως και του χρόνου που διέρ­ρευσε από την έκδοσή της.

Με βάση τα προ­α­να­φε­ρό­μενα, όπως έκρινε η πλειο­ψη­φία, δεν υφί­στα­ται μεν τυπική δέσμευση από την κρίση των απο­φά­σεων του ΣτΕ περί αντι­συ­νταγ­μα­τι­κό­τη­τας της διά­τα­ξης του άρθρου 60 του ν. 2214/1994, πλην όμως η αρχή της χρηστής διοί­κη­σης και η εν γένει υπο­χρέ­ωση σεβα­σμού της δικαιο­δο­τι­κής κρίσεως του ΣτΕ επί ανα­κυ­πτου­σών υπο­θέ­σεων με όμοιο νομικό ζήτημα συνη­γο­ρούν, όπως:

α. Τα όργανα των Δήμων θα πρέπει να παρα­λεί­πουν στο μέλλον την έκδοση απο­φά­σεων προσ­διο­ρι­σμού και επι­βο­λής φόρου, που στη­ρί­ζο­νται στις δια­τά­ξεις του άρθρου 60 του ν. 2214/1994, καθώς και στην ταμειακή βεβαί­ωση αυτών, επί ήδη εκδο­θει­σών πράξεων, προ­σβλη­θει­σών ή μη με προ­σφυγή.

β. Στις περι­πτώ­σεις, κατά τις οποίες εκδό­θη­καν τέτοιες διοι­κη­τι­κές πράξεις, είτε αυτές προ­σε­βλή­θη­σαν δικα­στι­κώς είτε όχι, αυτές υπό­κει­νται σε ανά­κληση και τα ίδια όργανα, εφόσον υπο­βλη­θούν αιτή­σεις όσων έχουν έννομο συμ­φέ­ρον, υπο­χρε­ού­νται να τις εξε­τά­ζουν, να κρίνουν εάν αυτές υπε­βλή­θη­σαν σε εύλογο, με βάση την κοινή πείρα και τις ειδι­κό­τε­ρες περι­στά­σεις, χρόνο από της δημο­σιεύ­σεως των ανωτέρω απο­φά­σεων του ΣτΕ (12.12.2014), να εκτι­μούν, περαι­τέρω, την τυχόν συν­δρομή υπέρ­τε­ρου δημο­σίου συμ­φέ­ρο­ντος (στο οποίο περι­λαμ­βά­νε­ται το δημο­σιο­νο­μικό συμ­φέ­ρον), που επι­βάλ­λει ή απο­σείει την ανά­κληση και, ανα­λό­γως, να προ­βαί­νουν στην ανά­κληση των πράξεων ή στην απόρ­ριψη των αιτή­σεων.

γ. Στις περι­πτώ­σεις, κατά τις οποίες εκδό­θη­καν τέτοιες διοι­κη­τι­κές πράξεις, τα δε ποσά βεβαιώ­θη­καν εν στενή εννοία (ταμεια­κώς) και δεν εισπρά­χθη­καν, είτε η ταμειακή βεβαί­ωση προ­σε­βλήθη δικα­στι­κώς είτε όχι, οι πράξεις ταμεια­κών βεβαιώ­σεων υπό­κει­νται σε ανά­κληση από τα αρμόδια όργανα Δήμων, υπό τις αυτές, ως άνω (περ. β’) προ­ϋ­πο­θέ­σεις.

Η πρώτη μειο­ψη­φή­σασα γνώμη (19 ψήφοι) έκρινε ότι στις περι­πτώ­σεις, κατά τις οποίες βεβαιω­μένα ταμεια­κώς ποσά από τον ίδιο, ως άνω, φόρο, εισπρά­χθη­καν από τους Δήμους, είναι δυνατή η επι­στροφή των κατα­βλη­θέ­ντων ποσών, κατόπιν αιτή­σεων όσων έχουν έννομο συμ­φέ­ρον, με απόφαση των αρμο­δίων οργάνων των Δήμων, υπό τις αυτές, ως άνω (περ. β’) προ­ϋ­πο­θέ­σεις και με την επι­πλέον προ­ϋ­πό­θεση, να μην έχει υπο­κύ­ψει η αξίωση των αιτού­ντων έναντι των Δήμων στην τριετή παρα­γραφή που προ­βλέ­πε­ται στη ειδική διάταξη του άρθρου 26 παρ. 1 του ν.δ. 318/1969 (ΕλΣ 3/2011, ΣτΕ 1916/1988).

Η δεύτερη μειο­ψη­φή­σασα γνώμη (2 ψήφοι), δέχθηκε ότι, ναι μεν συντρέ­χει νόμιμος λόγος υπο­χρε­ω­τι­κής ανά­κλη­σης των κατα­λο­γι­στι­κών πράξεων και βεβαιώ­σεων που έχουν λάβει χώρα εις βάρος φορο­λο­γου­μέ­νων, δυνάμει των αυτών δια­τά­ξεων που κρί­θη­καν αντι­συ­νταγ­μα­τι­κές από την Ολο­μέ­λεια του ΣτΕ (εφόσον οι ενδια­φε­ρό­με­νοι υπο­βά­λουν σχετική προς τούτο αίτηση και συντρέ­χουν οι λοιπές προ­ϋ­πο­θέ­σεις), πλην όμως, μέχρι τη νομο­θε­τική κατάρ­γηση των εν λόγω δια­τά­ξεων, η αρμόδια δημο­τική υπη­ρε­σία δεν κωλύ­ε­ται να συνε­χί­σει να κατα­λο­γί­ζει και να βεβαιώ­νει τις σχε­τι­κές φορο­λο­γι­κές οφειλές, εξαι­τίας της ως άνω δικαιο­δο­τι­κής κρίσης του ΣτΕ.

Εκριναν δηλαδή ότι η νομική δέσμευση των αρμό­διων δημο­τι­κών υπη­ρε­σιών από τις κρι­θεί­σες αντι­συ­νταγ­μα­τι­κές, αλλά μη καταρ­γη­θεί­σες εισέτι, νομο­θε­τι­κές δια­τά­ξεις, ως προς τον κατα­λο­γι­σμό και τη βεβαί­ωση του φόρου, εξα­κο­λου­θεί να ισχύει στο ακέραιο.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.