Σε νέες περιπέτειες με τη διαχείριση των δημοτικών καταστημάτων μπαίνει ο Δήμος Ρόδου μετά την απόφαση μισθωτή να προχωρήσει στην υποβολή αγωγής λόγω άρνησης της δημοτικής αρχής να συμψηφίσει απαιτήσεις μετά και τη μείωση των αντικειμενικών αξιών το 2005 αλλά και καταγγελίας για αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Πρόκειται για την πρώτη από μια σειρά όμοιων αγωγών που θα ακολουθήσουν από τη στιγμή που η δημοτική αρχή αποφάσισε να σκληρύνει τη στάση της έναντι εκείνων που φέρονται να της οφείλουν μισθώματα.
Πιο συγκεκριμένα μισθωτής καταστήματος της Νέας Δημοτικής Αγοράς, ισχυρίζεται ότι δυνάμει ιδιωτικού συμφωνητικού που υπεγράφη το έτος 2001 με το Δήμο Ροδίων συμφωνήθηκε μεταξύ άλλων η παράταση της μίσθωσης για 12 χρόνια και αναπροσαρμόσθηκε από 1ης Ιανουαρίου 2001 το μίσθωμα σε ποσό το οποίο αντιστοιχούσε στο10% ετησίως επί της αντικειμενικής αξίας του μισθίου όπως αυτή είχε διαμορφωθεί το έτος 2000.
Η αναπροσαρμογή έγινε κατ’ εφαρμογή του άρθρου 7 του Ν. 2741/99. Τονίζει ακόμη ότι το μίσθωμα με βάση τον προαναφερθέντα νόμο ήταν υπερβολικά υψηλό, γεγονός αποδεκτό από όλους και από τον εναγόμενο, πλην όμως λόγω της ανελαστικότητας του νόμου, ήταν αναγκαστική η αποδοχή του για όποιον μισθωτή ήθελε να ανανεώσει την διάρκεια της μίσθωσης ή να προβεί σε άλλης μορφής τροποποίηση της μισθωτικής σχέσης, όπως εν προκειμένω συνέβη και στην δική του περίπτωση, όπου χρειάσθηκε να προβεί σε αλλαγή της χρήσης του μισθίου.
Επισημαίνει παραπέρα ότι για τους λόγους αυτούς το Δημοτικό Συμβούλιο του δήμου με την υπ’ αρίθμ. 604/2000 απόφαση του η οποία συμπεριελήφθη στο ως άνω από 2001 συμφωνητικό κατά τρόπο που αποτέλεσε συμβατικό όρο αυτού, αποφάσισε ότι σε περίπτωση νομοθετικής μείωσης των αντικειμενικών αξιών ή μείωσης του προβλεπομένου στο άρθρο 7 του Ν. 2741/99 ελαχίστου ποσοστού ετησίου μισθώματος, τότε να μειωθεί αναδρομικά το μίσθωμα και να επιστραφεί η διαφορά για όσο χρόνο καταβαλλόταν το συμφωνηθέν με την ως άνω σύμβαση μίσθωμα στο ύψος του 10% ετησίως της αντικειμενικής αξίας.
Η απόφαση αυτή του Δημοτικού Συμβουλίου Ρόδου επαναλήφθηκε και συμπληρώθηκε με την με αριθμό 237/2004 απόφαση του ίδιου Δημοτικού Συμβουλίου κατά τρόπο που να μην καταλείπεται καμιά αμφιβολία ως προς την συμφωνία αυτή.
Με το άρθρο 19 του Ν. 3320/2005 μειώθηκε το ως άνω ελάχιστο ετήσιο μίσθωμα για τις μισθώσεις των παραμεθορίων νησιωτικών νομών (όπως είναι τα Δωδ/σα) από το ποσοστό του 10% σε ποσοστό 6% ετησίως της αντικειμενικής αξίας των μισθίων.
Κατόπιν τούτου ο δήμος μείωσε στα πλαίσια της ως άνω συμφωνίας τον Ιούνιο του έτους 2005 τα καταβαλλόμενα μισθώματα για το μίσθιο και αναπροσάρμοσε μειωτικά αυτά από το ύψος του 10% στο 6% ετησίως της αντικειμενικής αξίας του, κατά τα αρχικώς συμφωνηθέντα με το από 2001 συμφωνητικό.
Επιπροσθέτως ο δήμος με την υπ’ αριθμό 345/2006 απόφαση του Δημοτικού του Συμβουλίου αποφάσισε την επιστροφή ως αχρεωστήτως καταβληθέντων των χρηματικών ποσών των μισθωμάτων που υπερέβαιναν το ποσοστό 6% ετησίως της αντικειμενικής αξίας των μισθίων και που είχαν καταβληθεί από τον Φεβρουάριο 2001 μέχρι τον Ιούνιο του έτους 2005 και καθόρισε για κάθε μισθωτή το ποσόν που πρέπει να επιστραφεί.
Τονίζει ότι για το δικό του μίσθιο αντιστοιχεί το ποσό των 16.177,50 ευρώ που συνιστά και αποτελεί υπαρκτή και ληξιπρόθεσμη απαίτηση του κατά του Δήμου και τονίζει ότι δεν κατέβαλε τρέχοντα μισθώματα μέχρις ότου εξοφληθούν δια συμψηφισμού οι οφειλές του δήμου κατά τα ανωτέρω.
Διαμαρτύρεται για το γεγονός ότι ο δήμος συνεχίζει να απαιτεί την καταβολή των μισθωμάτων αρνούμενος τον συμψηφισμό και ζητά να αναγνωρισθεί δικαστικά ότι οι άνω αμοιβαίες απαιτήσεις τους αποσβέσθηκαν αφότου συνυπήρξαν.
Ζητά ακόμη σε περίπτωση που υποχρεωθεί για οποιοδήποτε λόγο να καταβάλει το άνω ποσό να καταδικαστεί ο δήμος για αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Την υπόθεση χειρίζεται ο δικηγόρος κ Βασίλης Καβουριού.













