ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Ολο το νομοσχέδιο για τους μισθούς και τις συλλογικές συμβάσεις

news room 1 λεπτό ανάγνωση
Δημόσιο

Το νομο­σχέ­διο για τις συλ­λο­γι­κές συμ­βά­σεις και τους μισθούς παρου­σί­ασε το υπουρ­γείο Εργα­σίας

Ανα­λυ­τικά, όλα τα άρθρα έχουν ως εξής:

«Τρο­πο­ποί­ηση δια­τά­ξεων του Νόμου 1876/1990 – Απο­κα­τά­σταση και Ανα­μόρ­φωση του πλαι­σίου περί Συλ­λο­γι­κών Δια­πραγ­μα­τεύ­σεων, Μεσο­λά­βη­σης και Διαι­τη­σίας και άλλες δια­τά­ξεις»

Άρθρο 1

Το άρθρο 2 του νόμου 1876/1990 αντι­κα­θί­στα­ται ως εξής:

Περιε­χό­μενο της συλ­λο­γι­κής σύμ­βα­σης εργα­σίας

Η συλ­λο­γική σύμβαση εργα­σίας μπορεί να ρυθ­μί­ζει:

1. Ζητή­ματα σχετικά με τη σύναψη, τους όρους και τη λήξη των ατο­μι­κών συμ­βά­σεων εργα­σίας που εμπί­πτουν στο πεδίο ισχύος της.
2. Ζητή­ματα που αφορούν στην άσκηση του συν­δι­κα­λι­στι­κού δικαιώ­μα­τος στην επι­χεί­ρηση, στην παροχή συν­δι­κα­λι­στι­κών διευ­κο­λύν­σεων και στον τρόπο παρα­κρά­τη­σης των συν­δι­κα­λι­στι­κών εισφο­ρών και της από­δο­σής τους στις δικαιού­χες οργα­νώ­σεις.
3. Ζητή­ματα κοι­νω­νι­κής ασφά­λι­σης, εκτός από τα συντα­ξιο­δο­τικά, εφ’ όσον δεν έρχο­νται σε αντί­θεση με τη συνταγ­μα­τική τάξη και την πολι­τική των δημό­σιων φορέων κοι­νω­νι­κής ασφά­λι­σης, καθώς και ζητή­ματα της παρα­γρά­φου 3 του άρθρου 7 του νόμου 3029/2002.

Στην έννοια των συντα­ξιο­δο­τι­κών θεμάτων, που δεν μπορεί να απο­τε­λέ­σουν περιε­χό­μενο συλ­λο­γι­κής σύμ­βα­σης εργα­σίας, περι­λαμ­βά­νο­νται και η μετα­βολή, αμέσως ή εμμέσως της σχέσης ασφα­λί­στρου εργα­ζό­με­νου και εργο­δότη, η μετα­βί­βαση του βάρους εν όλω ή εν μέρει τακτι­κών εισφο­ρών ή εισφο­ρών για ανα­γνώ­ριση προ­ϋ­πη­ρε­σιών από τον ένα στον άλλο καθώς και η σύσταση ειδικών ταμείων ή λογα­ρια­σμών, που χορη­γούν περιο­δι­κές παροχές συντά­ξεων ή εφάπαξ βοήθημα με επι­βά­ρυνση του εργο­δότη.

4. Ζητή­ματα σχετικά με την άσκηση της επι­χει­ρη­μα­τι­κής πολι­τι­κής στο μέτρο που αυτή επη­ρε­ά­ζει τις εργα­σια­κές σχέσεις.
5. Ζητή­ματα που αφορούν στην ερμη­νεία των όρων της συλ­λο­γι­κής σύμ­βα­σης εργα­σίας.
6. Ζητή­ματα που προ­βλέ­πο­νται στο άρθρο 12 του ν. 1767/1988 (ΦΕΚ Α’ 63) με επι­φύ­λαξη και των αρμο­διο­τή­των των συμ­βου­λίων των εργα­ζο­μέ­νων.
7. Τα δικαιώ­ματα και τις υπο­χρε­ώ­σεις των συμ­βαλ­λο­μέ­νων μερών.
8. Ζητή­ματα σχετικά με τις δια­δι­κα­σίες και τους όρους συλ­λο­γι­κής δια­πραγ­μά­τευ­σης, μεσο­λά­βη­σης και διαι­τη­σίας.
9. Η συλ­λο­γική σύμβαση εργα­σίας μπορεί να περιέ­χει ρήτρα ειρήνης σχετικά με τα ζητή­ματα που ρυθ­μί­ζει.
10. Με επι­χει­ρη­σια­κές συλ­λο­γι­κές συμ­βά­σεις εργα­σίας, ζητή­ματα σχετικά με την επα­ναρ­ρύθ­μιση ή συμπλή­ρωση των δια­τά­ξεων των παρα­γρά­φων 1 έως 6 του άρθρου 38 του νόμου 1892/1990 για τη μερική απα­σχό­ληση, καθώς και των παρα­γρά­φων 1, 2, 3 και 7 του άρθρου 40 του νόμου 1892/1990 για τις πρό­σθε­τες ομάδες εργα­σίας.

Άρθρο 2

Το άρθρο 3 του νόμου 1876/1990 αντι­κα­θί­στα­ται ως εξής:

Είδη Συλ­λο­γι­κών Συμ­βά­σεων Εργα­σίας και αρμο­διό­τητα σύναψής τους

1. Είδη συλ­λο­γι­κών συμ­βά­σεων εργα­σίας είναι ιδίως τα εξής:

α.  Η εθνική γενική συλ­λο­γική σύμβαση εργα­σίας, που αφορά τους εργα­ζό­με­νους όλης της χώρας.

β. Οι κλα­δι­κές συλ­λο­γι­κές συμ­βά­σεις εργα­σίας, που αφορούν τους εργα­ζό­με­νους περισ­σό­τε­ρων ομοει­δών ή συναφών εκμε­ταλ­λεύ­σεων ή επι­χει­ρή­σεων ορι­σμέ­νης πόλης ή περι­φέ­ρειας ή και όλης της χώρας.

γ. Οι επι­χει­ρη­σια­κές συλ­λο­γι­κές συμ­βά­σεις εργα­σίας, που αφορούν τους εργα­ζό­με­νους μιας εκμε­τάλ­λευ­σης ή επι­χεί­ρη­σης ή ιδρυ­μά­των, οργα­νι­σμών, σωμα­τείων, συλ­λό­γων και λοιπών νομικών προ­σώ­πων μη κερ­δο­σκο­πι­κού χαρα­κτήρα.

δ. Οι ομι­λι­κές συλ­λο­γι­κές συμ­βά­σεις εργα­σίας, που αφορούν τους εργα­ζο­μέ­νους ομίλων συν­δε­δε­μέ­νων επι­χει­ρή­σεων. Για την εφαρ­μογή του νόμου αυτού συν­δε­δε­μέ­νες επι­χει­ρή­σεις είναι οι επι­χει­ρή­σεις εκείνες, μεταξύ των οποίων υπάρχει σχέση μητρι­κής επι­χεί­ρη­σης προς θυγα­τρική. Σχέση μητρι­κής επι­χεί­ρη­σης προς θυγα­τρική υπάρχει όταν μία επι­χεί­ρηση (μητρική):

δα) έχει την πλειο­ψη­φία του κεφα­λαίου ή των δικαιω­μά­των ψήφου μιας άλλης (θυγα­τρι­κής) επι­χεί­ρη­σης, έστω και αν η πλειο­ψη­φία αυτή σχη­μα­τί­ζε­ται ύστερα από συνυ­πο­λο­γι­σμό των τίτλων και δικαιω­μά­των που κατέ­χο­νται από τρίτους για λογα­ρια­σμό της μητρι­κής επι­χεί­ρη­σης

δβ) ή ελέγχει την πλειο­ψη­φία των δικαιω­μά­των ψήφου μιας άλλης (θυγα­τρι­κής) επι­χεί­ρη­σης ύστερα από συμ­φω­νία με άλλους μετό­χους ή εταί­ρους της επι­χεί­ρη­σης αυτής,

δγ) ή συμ­με­τέ­χει στο κεφά­λαιο μιας άλλης επι­χεί­ρη­σης και έχει το δικαί­ωμα είτε άμεσα είτε μέσω τρίτων να διο­ρί­ζει ή να παύει την πλειο­ψη­φία των μελών των οργάνων διοί­κη­σης της επι­χεί­ρη­σης αυτής (θυγα­τρι­κής)

δδ) ή έχει την εξουσία να ασκεί ή πράγ­ματι ασκεί κυριαρ­χική επιρροή ή έλεγχο σε άλλη επι­χεί­ρηση (θυγα­τρική επι­χεί­ρηση).

ε. Οι εθνικές ομοιο­ε­παγ­γελ­μα­τι­κές συλ­λο­γι­κές συμ­βά­σεις εργα­σίας, που αφορούν τους εργα­ζό­με­νους ορι­σμέ­νου επαγ­γέλ­μα­τος και των συναφών ειδι­κο­τή­των όλης της χώρας.

στ. Οι τοπικές ομοιο­ε­παγ­γελ­μα­τι­κές συλ­λο­γι­κές συμ­βά­σεις εργα­σίας, που αφορούν τους εργα­ζό­με­νους ορι­σμέ­νου επαγ­γέλ­μα­τος ή και των συναφών ειδι­κο­τή­των συγκε­κρι­μέ­νης πόλης ή περι­φέ­ρειας.

2. Οι κλα­δι­κές, επι­χει­ρη­σια­κές, ομι­λι­κές και εθνικές ή τοπικές ομοιο­ε­παγ­γελ­μα­τι­κές συλ­λο­γι­κές συμ­βά­σεις εργα­σίας δεν επι­τρέ­πε­ται να περιέ­χουν όρους αμοιβής και εργα­σίας δυσμε­νέ­στε­ρους για τους εργα­ζό­με­νους από τους όρους αμοιβής και εργα­σίας των εθνικών γενικών συλ­λο­γι­κών συμ­βά­σεων εργα­σίας.
3. Οι εθνικές γενικές συλ­λο­γι­κές συμ­βά­σεις εργα­σίας συνά­πτο­νται από τις τρι­το­βάθ­μιες οργα­νώ­σεις των εργα­ζο­μέ­νων και τις ανα­γνω­ρι­ζό­με­νες ως ευρύ­τε­ρης εκπρο­σώ­πη­σης ή πανελ­λή­νιας έκτασης οργα­νώ­σεις των εργο­δο­τών.
4. Οι κλα­δι­κές συλ­λο­γι­κές συμ­βά­σεις εργα­σίας συνά­πτο­νται από πρω­το­βάθ­μιες ή δευ­τε­ρο­βάθ­μιες συν­δι­κα­λι­στι­κές οργα­νώ­σεις που καλύ­πτουν εργα­ζό­με­νους ανε­ξάρ­τητα από το επάγ­γελμα ή την ειδι­κό­τητά τους, ομοει­δών ή συναφών επι­χει­ρή­σεων του ίδιου κλάδου και από εργο­δο­τι­κές οργα­νώ­σεις ή και από εκπρο­σώ­πους των εργο­δο­τών, κατά τα ορι­ζό­μενα στην περί­πτωση δ’ της παρα­γρά­φου 1 του άρθρου 6.
5. Οι επι­χει­ρη­σια­κές συλ­λο­γι­κές συμ­βά­σεις εργα­σίας συνά­πτο­νται, κατά σειρά προ­τε­ραιό­τη­τας, από συν­δι­κα­λι­στι­κές οργα­νώ­σεις της επι­χεί­ρη­σης που καλύ­πτουν τους εργα­ζό­με­νους  ανε­ξάρ­τητα από την κατη­γο­ρία, τη θέση ή την ειδι­κό­τητα και, εφ’ όσον ελλεί­πουν τέτοιες, από τις αντί­στοι­χες πρω­το­βάθ­μιες κλα­δι­κές οργα­νώ­σεις ή ελλεί­ψει τέτοιων, από τις δευ­τε­ρο­βάθ­μιες κλα­δι­κές οργα­νώ­σεις και από τον εργο­δότη.
6. Οι ομι­λι­κές συλ­λο­γι­κές συμ­βά­σεις εργα­σίας συνά­πτο­νται από τη μητρική εται­ρεία, κατά την έννοια της παρα­γρά­φου 1 περι­πτώ­σεις δα’ έως δδ’ ή από εξου­σιο­δο­τη­μέ­νους εκπρο­σώ­πους όλων των συν­δε­δε­μέ­νων επι­χει­ρή­σεων του ομίλου και, από την πλευρά των εργα­ζο­μέ­νων, από την πλέον αντι­προ­σω­πευ­τική πρω­το­βάθ­μια συν­δι­κα­λι­στική οργά­νωση των εργα­ζο­μέ­νων σε επίπεδο ομίλου και, εφόσον ελλεί­πει τέτοια, από τη δευ­τε­ρο­βάθ­μια συν­δι­κα­λι­στική οργά­νωση των εργα­ζο­μέ­νων στον όμιλο. Αν ελλεί­πει και αυτή, αρμόδια από πλευράς εργα­ζο­μέ­νων είναι η δευ­τε­ρο­βάθ­μια κλαδική συν­δι­κα­λι­στική οργά­νωση. Οι λοιπές συν­δε­δε­μέ­νες επι­χει­ρή­σεις και οι λοιπές συν­δι­κα­λι­στι­κές οργα­νώ­σεις εργα­ζο­μέ­νων στις επι­χει­ρή­σεις του ομίλου, δικαιού­νται να μετέ­χουν στις δια­πραγ­μα­τεύ­σεις και να υπο­γρά­φουν τη συλ­λο­γική σύμβαση.
7. Οι εθνικές ομοιο­ε­παγ­γελ­μα­τι­κές συλ­λο­γι­κές συμ­βά­σεις εργα­σίας συνά­πτο­νται από δευ­τε­ρο­βάθ­μιες ή πρω­το­βάθ­μιες ομοιο­ε­παγ­γελ­μα­τι­κές συν­δι­κα­λι­στι­κές οργα­νώ­σεις πανελ­λή­νιας έκτασης των εργα­ζο­μέ­νων και από ευρύ­τε­ρης εκπρο­σώ­πη­σης ή πανελ­λή­νιας έκτασης εργο­δο­τι­κές οργα­νώ­σεις.
8. Οι τοπικές ομοιο­ε­παγ­γελ­μα­τι­κές συλ­λο­γι­κές συμ­βά­σεις εργα­σίας συνά­πτο­νται από ομοιο­ε­παγ­γελ­μα­τι­κές συν­δι­κα­λι­στι­κές οργα­νώ­σεις των εργα­ζο­μέ­νων, πρω­το­βάθ­μιες ή δευ­τε­ρο­βάθ­μιες, τοπικού χαρα­κτήρα και από εργο­δο­τι­κές οργα­νώ­σεις.

Άρθρο 3

Το άρθρο 4 του νόμου 1876/1990 αντι­κα­θί­στα­ται ως εξής:

Δια­δι­κα­σία δια­πραγ­μα­τεύ­σεων – Δικαί­ωμα και υπο­χρέ­ωση για δια­πραγ­μά­τευση

1. Οι συν­δι­κα­λι­στι­κές οργα­νώ­σεις εργα­ζο­μέ­νων και εργο­δο­τών και οι μεμο­νω­μέ­νοι εργο­δό­τες έχουν δικαί­ωμα και υπο­χρέ­ωση να δια­πραγ­μα­τεύ­ο­νται για την κατάρ­τιση συλ­λο­γι­κής σύμ­βα­σης εργα­σίας.
2. Η πλευρά που ασκεί το δικαί­ωμα για δια­πραγ­μά­τευση είναι υπο­χρε­ω­μένη να γνω­στο­ποιεί στην άλλη πλευρά με έγγραφο τον τόπο των δια­πραγ­μα­τεύ­σεων και τα υπό δια­πραγ­μά­τευση θέματα. Το έγγραφο αυτό κοι­νο­ποιεί­ται στο κατά τόπο αρμόδιο τμήμα Επι­θε­ώ­ρη­σης Εργα­σια­κών Σχέσεων.
3. Στις επι­χει­ρη­σια­κές συλ­λο­γι­κές συμ­βά­σεις εργα­σίας, το έγγραφο της παρα­γρά­φου 2 κοι­νο­ποιεί­ται επι­πλέον σε όλες τις αρμό­διες συν­δι­κα­λι­στι­κές οργα­νώ­σεις της επι­χεί­ρη­σης. Στις ομι­λι­κές συλ­λο­γι­κές συμ­βά­σεις εργα­σίας, το έγγραφο κοι­νο­ποιεί­ται επι­πλέον σε όλες τις συν­δι­κα­λι­στι­κές οργα­νώ­σεις των επι­χει­ρή­σεων του ομίλου και σε όλες τις επι­χει­ρή­σεις του ομίλου.
4. Με το ίδιο έγγραφο γνω­στο­ποιού­νται τα εξου­σιο­δο­τη­μένα για δια­πραγ­μά­τευση πρόσωπα.
5. Η άλλη πλευρά οφείλει να προ­σέλ­θει σε δια­πραγ­μά­τευση μέσα σε 10 εργά­σι­μες ημέρες από τη γνω­στο­ποί­ηση των θεμάτων και να ορίσει τους αντι­προ­σώ­πους της.  Η προ­θε­σμία αυτή περιο­ρί­ζε­ται σε 24 ώρες, εφ’ όσον πρό­κει­ται για ζητή­ματα που απαι­τούν από τη φύση τους άμεση αντι­με­τώ­πιση.
6. Ο ορισμός των εκπρο­σώ­πων των συν­δι­κα­λι­στι­κών οργα­νώ­σεων για τη δια­πραγ­μά­τευση γίνεται με απόφαση του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λίου τους, εκτός εάν το κατα­στα­τικό ορίζει δια­φο­ρε­τικά.
7. Οι δια­πραγ­μα­τεύ­σεις διε­ξά­γο­νται καλό­πι­στα και με πρόθεση να επι­λυ­θεί η συλ­λο­γική διαφορά. Τα μέρη οφεί­λουν να αιτιο­λο­γούν τις προ­τά­σεις και τις αντι­προ­τά­σεις τους.
8. Η εργα­τική πλευρά δικαιού­ται να αξιώσει από την εργο­δο­τική πλήρη και ακριβή πλη­ρο­φό­ρηση, καθώς και την παροχή όλων των στοι­χείων που είναι ανα­γκαία για τη διευ­κό­λυνση των δια­πραγ­μα­τεύ­σεων των υπό συζή­τηση θεμάτων και ανα­φέ­ρο­νται στην οικο­νο­μική κατά­σταση, την οικο­νο­μική πολι­τική και την πολι­τική προ­σω­πι­κού, ανάλογα με το επίπεδο δια­πραγ­μά­τευ­σης. Στις επι­χει­ρη­σια­κές συλ­λο­γι­κές δια­πραγ­μα­τεύ­σεις, πλέον των ανωτέρω γενικών στοι­χείων, η εργο­δο­τική πλευρά υπο­χρε­ού­ται να παρά­σχει ακριβή πλη­ρο­φό­ρηση και τα πλήρη στοι­χεία ανα­φο­ρικά με το συνο­λικό μισθο­λο­γικό κόστος (ανά εκμε­τάλ­λευση ή υπη­ρε­σιακή μονάδα και ανά ειδι­κό­τητα εργα­σίας), τις λει­τουρ­γι­κές δαπάνες και τον ισο­λο­γι­σμό της επι­χεί­ρη­σης. Στις ομι­λι­κές συλ­λο­γι­κές δια­πραγ­μα­τεύ­σεις, η εργο­δο­τική πλευρά υπο­χρε­ού­ται να παρά­σχει ακριβή πλη­ρο­φό­ρηση και τα πλήρη στοι­χεία που ανα­φέ­ρο­νται στο προη­γού­μενο εδάφιο, για κάθε μία από τις επι­χει­ρή­σεις του ομίλου.
9. Στοι­χεία που η εργο­δο­τική πλευρά δεν προ­σκό­μισε, κατά παρά­βαση της υπο­χρέ­ω­σης της προη­γού­με­νης παρα­γρά­φου, δεν μπορεί να τα επι­κα­λε­στεί το πρώτον κατά τις δια­δι­κα­σίες της μεσο­λά­βη­σης και διαι­τη­σίας των άρθρων 14 έως 16.
10. Οι δια­τά­ξεις των παρα­γρά­φων 4, 5 και 6 του άρθρου 13 του ν. 1767/1988 εφαρ­μό­ζο­νται ανάλογα στην περί­πτωση του άρθρου αυτού.
11. Οι δημό­σιες αρχές έχουν την υπο­χρέ­ωση να παρέ­χουν τις ανα­γκαίες πλη­ρο­φο­ρίες που αφορούν τις εξε­λί­ξεις της Εθνικής Οικο­νο­μίας, καθώς και στοι­χεία για τους τομείς απα­σχό­λη­σης, τιμών και μισθών.
12. Συν­δι­κα­λι­στι­κές οργα­νώ­σεις εργα­ζο­μέ­νων της ίδιας επι­χεί­ρη­σης, του ομίλου, του κλάδου ή επαγ­γέλ­μα­τος δικαιού­νται να παρέμ­βουν στις δια­πραγ­μα­τεύ­σεις που τους αφορούν. Εφ’ όσον συνυ­πο­γρά­φουν τη συλ­λο­γική σύμβαση εργα­σίας, δεσμεύ­ο­νται από αυτήν.
13. Κατά τη διάρ­κεια των δια­πραγ­μα­τεύ­σεων και της δια­δι­κα­σίας μεσο­λά­βη­σης και διαι­τη­σίας, οι συν­δι­κα­λι­στι­κές οργα­νώ­σεις των εργα­ζο­μέ­νων δια­τη­ρούν το δικαί­ωμα της απερ­γίας, εκτός αν αυτό έχει απο­κλει­στεί από προη­γού­μενη συλ­λο­γική σύμβαση εργα­σίας.
14. Κατά τις δια­πραγ­μα­τεύ­σεις τηρού­νται πρα­κτικά, τα οποία υπο­γρά­φο­νται από τους αντι­προ­σώ­πους των μερών.

Άρθρο 4

Το άρθρο 5 του νόμου 1876/1990 αντι­κα­θί­στα­ται ως εξής:

Δια­δι­κα­σία υπο­γρα­φής και θέση σε ισχύ της συλ­λο­γι­κής σύμ­βα­σης εργα­σίας

1. Εφ’ όσον οι συλ­λο­γι­κές δια­πραγ­μα­τεύ­σεις κατα­λή­ξουν σε συμ­φω­νία, αυτή καταρ­τί­ζε­ται εγγρά­φως σε τρία πρω­τό­τυπα, τα οποία υπο­γρά­φο­νται από τους αντι­προ­σώ­πους των μερών.
2. Από την 1.10.2015, οι συλ­λο­γι­κές συμ­βά­σεις εργα­σίας πρέπει να περι­λαμ­βά­νουν ρητά το περιε­χό­μενο των κανο­νι­στι­κών και ενο­χι­κών όρων που δια­τη­ρού­νται σε ισχύ.
3. Από την 1.10.2015, σε συλ­λο­γι­κές συμ­βά­σεις εργα­σίας με τις οποίες ρυθ­μί­ζο­νται όροι αμοιβής προ­σαρ­τά­ται υπο­χρε­ω­τικά, ως ανα­πό­σπα­στο τμήμα, παράρ­τημα «Πίνακας Απο­δο­χών», στο οποίο απο­τυ­πώ­νο­νται ανα­λυ­τικά, οι τιθέ­με­νοι με τη συλ­λο­γική σύμβαση όροι αμοιβής, μισθοί, επι­δό­ματα και κάθε είδους χρη­μα­τι­κές προ­σαυ­ξή­σεις ή παροχές που δικαιού­νται οι εργα­ζό­με­νοι ανά ειδι­κό­τητα, εξει­δί­κευση, χρόνο προ­ϋ­πη­ρε­σίας, κατη­γο­ρία, θέση, συν­θή­κες εργα­σίας.
4. Στο έγγραφο της συλ­λο­γι­κής σύμ­βα­σης εργα­σίας πρέπει να ανα­φέ­ρο­νται οι συν­δι­κα­λι­στι­κές οργα­νώ­σεις που συμ­βλή­θη­καν και οι εκπρό­σω­ποί τους, η χρο­νο­λο­γία της κατάρ­τι­σης και η έκταση της εφαρ­μο­γής της.
5. Το ένα από τα πρω­τό­τυπα κατα­τί­θε­ται από τον εξου­σιο­δο­τη­μένο αντι­πρό­σωπο στο κατά τόπο αρμόδιο τμήμα Επι­θε­ώ­ρη­σης Εργα­σια­κών Σχέσεων όπου καταρ­τί­στηκε η συλ­λο­γική σύμβαση εργα­σίας. Ειδικά η Εθνική Γενική Συλ­λο­γική Σύμβαση Εργα­σίας και οι κλα­δι­κές και εθνικές ομοιο­ε­παγ­γελ­μα­τι­κές συλ­λο­γι­κές συμ­βά­σεις εργα­σίας κατα­τί­θε­νται στην κεντρική υπη­ρε­σία του Υπουρ­γείου Εργα­σίας, Κοι­νω­νι­κής Ασφά­λι­σης και Κοι­νω­νι­κής Αλλη­λεγ­γύης. Ο αρμό­διος υπάλ­λη­λος συντάσ­σει πράξη κατά­θε­σης επάνω στο πρω­τό­τυπο έγγραφο, η οποία υπο­γρά­φε­ται από αυτόν και από τον κατα­θέτη.
6. Σε κάθε κατά τόπο Τμήμα Επι­θε­ώ­ρη­σης Εργα­σια­κών Σχέσεων και στην αρμόδια κεντρική υπη­ρε­σία του Υπουρ­γείου Εργα­σίας, τηρεί­ται ειδικό βιβλίο συλ­λο­γι­κών συμ­βά­σεων και διαι­τη­τι­κών απο­φά­σεων, όπου κατα­γρά­φο­νται όλα τα βασικά στοι­χεία της συλ­λο­γι­κής σύμ­βα­σης εργα­σίας καθώς και οι προ­σχω­ρή­σεις, οι επε­κτά­σεις, οι καταγ­γε­λίες και οι συμ­φω­νίες από μεσο­λά­βηση. Οι συλ­λο­γι­κές συμ­βά­σεις εργα­σίας κατα­χω­ρού­νται στο βιβλίο αυτό την ίδια μέρα που κατα­τί­θε­νται.
7. Η υπη­ρε­σία χορηγεί αντί­γραφο της συλ­λο­γι­κής σύμ­βα­σης εργα­σίας σε κάθε ενδια­φε­ρό­μενο εφ’ όσον υπο­βάλ­λει σχετική αίτηση.
8. Στην κεντρική Υπη­ρε­σία του Υπουρ­γείου Εργα­σίας, Κοι­νω­νι­κής Ασφά­λι­σης  και Κοι­νω­νι­κής Αλλη­λεγ­γύης τηρεί­ται γενικό μητρώο, στο οποίο κατα­χω­ρί­ζο­νται όλες οι συλ­λο­γι­κές συμ­βά­σεις εργα­σίας κατά είδος και τα κείμενα αυτά αναρ­τώ­νται στο δια­δι­κτυακό τόπο του Υπουρ­γείου Εργα­σίας, Κοι­νω­νι­κής Ασφά­λι­σης και Κοι­νω­νι­κής Αλλη­λεγ­γύης.
9. Ο εργο­δό­της οφείλει να κοι­νο­ποιεί στο Συμ­βού­λιο Εργα­ζο­μέ­νων της επι­χεί­ρη­σης ή του ομίλου κάθε επι­χει­ρη­σιακή ή ομιλική συλ­λο­γική σύμβαση εργα­σίας καθώς και κάθε τρο­πο­ποί­ησή της.
10. Με απο­φά­σεις του Υπουρ­γού Εργα­σίας, Κοι­νω­νι­κής Ασφά­λι­σης  καιΚοινωνικής Αλλη­λεγ­γύης, ρυθ­μί­ζε­ται κάθε λεπτο­μέ­ρεια για την εφαρ­μογή των δια­τά­ξεων του άρθρου αυτού.

Άρθρο 5

Το άρθρο 6 του νόμου 1876/1990 αντι­κα­θί­στα­ται ως εξής:

Ικα­νό­τητα για σύναψη συλ­λο­γι­κών συμ­βά­σεων εργα­σίας

Ικα­νό­τητα για σύναψη συλ­λο­γι­κών συμ­βά­σεων εργα­σίας.

1. Ικα­νό­τητα για σύναψη συλ­λο­γι­κών συμ­βά­σεων εργα­σίας έχουν:

α. Οι συν­δι­κα­λι­στι­κές οργα­νώ­σεις εργα­ζο­μέ­νων και εργο­δο­τών όλων των βαθ­μί­δων στο πεδίο της δρα­στη­ριό­τη­τάς τους. Η ικα­νό­τητα των εργο­δο­τι­κών συν­δι­κα­λι­στι­κών οργα­νώ­σεων για σύναψη συλ­λο­γι­κών συμ­βά­σεων εργα­σίας είναι ανε­ξάρ­τητη από την ύπαρξη ή μη σχε­τι­κής ή αντί­θε­της πρό­βλε­ψης στο κατα­στα­τικό τους.

Ειδι­κό­τερα για την παρ. 3 του άρθρου 3 του νόμου αυτού, από την πλευρά των εργα­ζο­μέ­νων, ικα­νό­τητα για σύναψη συλ­λο­γι­κής σύμ­βα­σης εργα­σίας έχει η πλέον αντι­προ­σω­πευ­τική τρι­το­βάθ­μια συν­δι­κα­λι­στική οργά­νωση. Για τις υπό­λοι­πες συλ­λο­γι­κές συμ­βά­σεις εργα­σίας του άρθρου 3 αυτού του νόμου, από την πλευρά των εργα­ζο­μέ­νων, ικα­νό­τητα για σύναψη συλ­λο­γι­κής σύμ­βα­σης εργα­σίας έχει η πλέον αντι­προ­σω­πευ­τική συν­δι­κα­λι­στική οργά­νωση των εργα­ζο­μέ­νων στο πεδίο ισχύος της συλ­λο­γι­κής σύμ­βα­σης εργα­σίας.

β. Κάθε εργο­δό­της, για τους εργα­ζο­μέ­νους που απα­σχο­λεί στην επι­χεί­ρησή του ή, στην περί­πτωση των ομι­λι­κών συμ­βά­σεων, η μητρική επι­χεί­ρηση ή οι εξου­σιο­δο­τη­μέ­νοι εκπρό­σω­ποι των συν­δε­δε­μέ­νων επι­χει­ρή­σεων, για τους εργα­ζο­μέ­νους που απα­σχο­λού­νται στον όμιλο.

γ. Για τους εργα­ζό­με­νους σε δικη­γο­ρικά, σε συμ­βο­λαιο­γρα­φικά και άλλα γραφεία η σχετική συλ­λο­γική σύμβαση θα υπο­γρά­φε­ται ή η διαι­τη­τική δια­δι­κα­σία θα διε­ξά­γε­ται μεταξύ της συν­δι­κα­λι­στι­κής οργά­νω­σης των εργα­ζο­μέ­νων και του οικείου Ν.Π.Δ.Δ. στο οποίο υπά­γο­νται οι εργο­δό­τες.

δ. Ως προς τις κλα­δι­κές συλ­λο­γι­κές συμ­βά­σεις εργα­σίας, σε περί­πτωση που δεν υπάρ­χουν εργο­δο­τι­κές οργα­νώ­σεις του κλάδου, από μεμο­νω­μέ­νους εργο­δό­τες ή από εξου­σιο­δο­τη­μένο εκπρό­σωπο ή εκπρο­σώ­πους τους, εφ’ όσον αυτοί οι εργο­δό­τες καλύ­πτουν το 51% των εργα­ζο­μέ­νων στον κλάδο και μέχρι δέκα (10) εργο­δό­τες.

Σε περί­πτωση που δεν πλη­ρού­νται οι παρα­πάνω προ­ϋ­πο­θέ­σεις καλεί­ται σε δια­πραγ­μά­τευση η υπερ­κεί­μενη εργο­δο­τική οργά­νωση που καλύ­πτει τον κλάδο. Σε περί­πτωση άρνησης προ­σέ­λευ­σης, σύμφωνα με ανωτέρω, των εργο­δο­τών στις δια­πραγ­μα­τεύ­σεις ή απο­τυ­χίας των δια­πραγ­μα­τεύ­σεων, εφαρ­μό­ζο­νται οι δια­τά­ξεις των άρθρων 14, 15 και 16.

2. Κρι­τή­ριο της αντι­προ­σω­πευ­τι­κό­τη­τας είναι ο αριθμός των εργα­ζο­μέ­νων που ψήφισε στις τελευ­ταίες εκλογές για ανά­δειξη διοί­κη­σης. Ειδικά για τις επι­χει­ρη­σια­κές και τις ομι­λι­κές συλ­λο­γι­κές συμ­βά­σεις εργα­σίας, ως αντι­προ­σω­πευ­τι­κές νοού­νται μόνον οργα­νώ­σεις που δύνα­νται να καλύ­πτουν το σύνολο των εργα­ζο­μέ­νων της επι­χεί­ρη­σης ή του ομίλου ανε­ξάρ­τητα από την κατη­γο­ρία, τη θέση ή την ειδι­κό­τητα.
3. Αμφι­σβή­τηση της αντι­προ­σω­πευ­τι­κό­τη­τας μπορεί να εγερθεί με προ­σφυγή συν­δι­κα­λι­στι­κής οργά­νω­σης, αρμό­διας να υπο­γρά­ψει αντί­στοιχη συλ­λο­γική σύμβαση εργα­σίας, μέσα σε προ­θε­σμία 10 ημερών από την κοι­νο­ποί­ηση σε αυτήν του εγγρά­φου που προ­βλέ­πε­ται στο άρθρο 4 παρά­γρα­φος 2, οπότε και ανα­στέλ­λο­νται οι δια­πραγ­μα­τεύ­σεις.
4. Η προ­σφυγή κρί­νε­ται από την επι­τροπή του άρθρου 15 του νόμου 1264/1982, η οποία απο­φα­σί­ζει μέσα σε προ­θε­σμία 10 ημερών. Σε περί­πτωση που δεν εκδί­δε­ται απόφαση μέσα στην παρα­πάνω προ­θε­σμία, ο πρό­ε­δρος της επι­τρο­πής υπο­χρε­ού­ται να εκδώσει μόνος του απόφαση μέσα σε 48 ώρες. Κατά της από­φα­σης αυτής της επι­τρο­πής δεν χωρεί άσκηση εφέσεως. Η διάταξη αυτή ισχύει ανάλογα και όταν προ­κύ­ψει περί­πτωση αμφι­σβή­τη­σης της αρμο­διό­τη­τας εργο­δο­τι­κής οργά­νω­σης κατά την υπο­γραφή συλ­λο­γι­κών συμ­βά­σεων εργα­σίας.
5. Για τη νομι­μο­ποί­ηση των εκπρο­σώ­πων των συν­δι­κα­λι­στι­κών οργα­νώ­σεων εφαρ­μό­ζο­νται οι σχε­τι­κές δια­τά­ξεις των κατα­στα­τι­κών τους.

Άρθρο 6

Το άρθρο 8 του νόμου 1876/1990 αντι­κα­θί­στα­ται ως εξής:

Δέσμευση

1. Οι εθνικές γενικές συλ­λο­γι­κές συμ­βά­σεις εργα­σίας καθο­ρί­ζουν τους ελά­χι­στους όρους εργα­σίας που ισχύουν για τους εργα­ζό­με­νους όλης της χώρας.

Στους εργα­ζό­με­νους αυτούς περι­λαμ­βά­νο­νται και οι εργα­ζό­με­νοι με σχέση εργα­σίας ιδιω­τι­κού δικαίου στο Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημο­σίου δικαίου και τους οργα­νι­σμούς της τοπικής αυτο­διοί­κη­σης.

2. Οι υπό­λοι­πες συλ­λο­γι­κές συμ­βά­σεις εργα­σίας δεσμεύ­ουν τους εργα­ζό­με­νους και εργο­δό­τες που είναι μέλη των συμ­βαλ­λό­με­νων συν­δι­κα­λι­στι­κών οργα­νώ­σεων, τον εργο­δότη που συνά­πτει συλ­λο­γική σύμβαση εργα­σίας ατομικά και τους εργο­δό­τες που συνά­πτουν συλ­λο­γική σύμβαση εργα­σίας, κατά τις δια­τά­ξεις των άρθρων 3 παρά­γρα­φος 6 και 6 παρά­γρα­φος 1 περί­πτωση δ’.
3. Εφ’ όσον ο εργο­δό­της ή οι εργο­δό­τες δεσμεύ­ο­νται από επι­χει­ρη­σιακή ή ομιλική συλ­λο­γική σύμβαση εργα­σίας, οι κανο­νι­στι­κοί όροι της ισχύουν υπο­χρε­ω­τικά και στις εργα­σια­κές σχέσεις όλων των εργα­ζο­μέ­νων που απα­σχο­λού­νται από τον εν λόγω εργο­δότη ή εργο­δό­τες αντί­στοιχα.

Άρθρο 7

​Το άρθρο 9 του νόμου 1876/1990 αντι­κα­θί­στα­ται ως εξής:

Χρόνος ισχύος της συλ­λο­γι­κής σύμ­βα­σης εργα­σίας

1. Οι συλ­λο­γι­κές συμ­βά­σεις εργα­σίας συνά­πτο­νται για ορι­σμένο ή αόριστο χρόνο. Η διάρ­κεια της ισχύος δεν μπορεί να είναι μικρό­τερη από ένα έτος.
2. Η ισχύς της συλ­λο­γι­κής σύμ­βα­σης εργα­σίας αρχίζει από την ημέρα της κατά­θε­σής της στο κατά τόπο αρμόδιο τμήμα Επι­θε­ώ­ρη­σης Εργα­σια­κών Σχέσεων και λήγει με την πάροδο του χρόνου που συμ­φω­νή­θηκε ή με καταγ­γε­λία σύμφωνα με δια­τά­ξεις του νόμου αυτού.
3. Τα συμ­βαλ­λό­μενα μέρη μπορούν να ορίσουν για τη συλ­λο­γική σύμβαση εργα­σίας ανα­δρο­μική ισχύ έως την ημέρα της λήξης ή της καταγ­γε­λίας της προη­γού­με­νης συλ­λο­γι­κής σύμ­βα­σης εργα­σίας, από την οποία αρχίζει να υπο­λο­γί­ζε­ται η διάρ­κειά της και, σε περί­πτωση που δεν υπάρχει προη­γού­μενη συλ­λο­γική σύμβαση εργα­σίας, από την έναρξη των δια­πραγ­μα­τεύ­σεων.
4. Οι κανο­νι­στι­κοί όροι συλ­λο­γι­κής σύμ­βα­σης, που έληξε ή καταγ­γέλ­θηκε, εξα­κο­λου­θούν να ισχύουν για ένα εξάμηνο και εφαρ­μό­ζο­νται και στους εργα­ζό­με­νους που προ­σλαμ­βά­νο­νται στο διά­στημα αυτό. Η προ­σφυγή στη δια­δι­κα­σία της Μεσο­λά­βη­σης, σύμφωνα με το άρθρο 15 παρά­γρα­φος 2, επι­φέ­ρει την αυτο­δί­καιη παρά­ταση της κανο­νι­στι­κής ισχύος του προη­γού­με­νου εδαφίου μέχρι την υπο­γραφή συλ­λο­γι­κής σύμ­βα­σης ή μέχρι το πέρας της δια­δι­κα­σίας της μεσο­λά­βη­σης, κατά τα προ­βλε­πό­μενα στην παρά­γραφο 6 του άρθρου 15. Σε περί­πτωση προ­σφυ­γής στη δια­δι­κα­σία της Διαι­τη­σίας, σύμφωνα με το άρθρο 16, η παρά­ταση του προη­γού­με­νου εδαφίου επε­κτεί­νε­ται μέχρι την έκδοση διαι­τη­τι­κής από­φα­σης.
5. Μετά την πάροδο του εξα­μή­νου ή των τυχόν παρα­τά­σεων της προη­γού­με­νης παρα­γρά­φου, οι υφι­στά­με­νοι όροι εργα­σίας εξα­κο­λου­θούν να ισχύουν μέχρις ότου λυθεί ή τρο­πο­ποι­η­θεί η ατομική σχέση εργα­σίας.

Άρθρο 8

Συρροή

Η παρά­γρα­φος 2 του άρθρου 10 του νόμου 1876/1990 αντι­κα­θί­στα­ται ως εξής:

Κλαδική, ομιλική ή επι­χει­ρη­σιακή συλ­λο­γική σύμβαση εργα­σίας υπε­ρι­σχύει σε περί­πτωση συρροής με ομοιο­ε­παγ­γελ­μα­τική συλ­λο­γική σύμβαση εργα­σίας.

Άρθρο 9

Το άρθρο 11 του νόμου 1876/1990 αντι­κα­θί­στα­ται ως εξής:

Προ­σχώ­ρηση και επέ­κταση εφαρ­μο­γής

1. Συν­δι­κα­λι­στι­κές οργα­νώ­σεις και εργο­δό­τες που δεν δεσμεύ­ο­νται από συλ­λο­γική σύμβαση εργα­σίας μπορούν να προ­σχω­ρή­σουν από κοινού σε συλ­λο­γική σύμβαση εργα­σίας που αφορά την κατη­γο­ρία τους. Συν­δι­κα­λι­στική οργά­νωση εργα­ζο­μέ­νων μπορεί να προ­σχω­ρή­σει σε συλ­λο­γική σύμβαση εργα­σίας, από την οποία δεσμεύ­ε­ται ήδη ο εργο­δό­της.
Η προ­σχώ­ρηση γίνεται με ιδιω­τικό έγγραφο, που γνω­στο­ποιεί­ται στα μέρη που έχουν συνάψει τη συλ­λο­γική σύμβαση εργα­σίας και κατα­τί­θε­ται στο κατά τόπο αρμόδιο Τμήμα Επι­θε­ώ­ρη­σης Εργα­σια­κών Σχέσεων. Στην περί­πτωση της προ­σχώ­ρη­σης ισχύουν οι δια­τά­ξεις των παρα­γρά­φων 4, 5, 6, 8 και 10 του άρθρου 5.

Προ­σχώ­ρηση σε επι­χει­ρη­σιακή συλ­λο­γική σύμβαση εργα­σίας δεν είναι δυνατόν να γίνει από εργο­δότη ή συν­δι­κα­λι­στική οργά­νωση εργα­ζο­μέ­νων άλλης επι­χεί­ρη­σης.

2. Με απόφασή του, που εκδί­δε­ται μετά από γνώμη του Ανώ­τα­του Συμ­βου­λίου Εργα­σίας, ο Υπουρ­γός Εργα­σίας, Κοι­νω­νι­κής Ασφά­λι­σης και Κοι­νω­νι­κής Αλλη­λεγ­γύης μπορεί να επε­κτεί­νει και να κηρύξει γενικώς υπο­χρε­ω­τική για όλους τους εργα­ζό­με­νους του κλάδου ή επαγ­γέλ­μα­τος συλ­λο­γική σύμβαση εργα­σίας, η οποία δεσμεύει ήδη εργο­δό­τες που απα­σχο­λούν το 51 % των εργα­ζο­μέ­νων του κλάδου ή επαγ­γέλ­μα­τος. Ειδι­κό­τερα η επέ­κταση ομοιο­ε­παγ­γελ­μα­τι­κής συλ­λο­γι­κής σύμ­βα­σης εργα­σίας δεσμεύει όλους τους εργα­ζό­με­νους του επαγ­γέλ­μα­τος, ανε­ξάρ­τητα από το είδος της επι­χεί­ρη­σης ή εκμε­τάλ­λευ­σης, με την επι­φύ­λαξη της παρ. 2 του άρθρου 10.
3. Την επέ­κταση μπορεί να ζητήσει και αρμόδια συν­δι­κα­λι­στική οργά­νωση των εργα­ζο­μέ­νων ή των εργο­δο­τών με αίτησή της, που υπο­βάλ­λει στον Υπουργό Εργα­σίας, Κοι­νω­νι­κής Ασφά­λι­σης και Κοι­νω­νι­κής Αλλη­λεγ­γύης. Η επέ­κταση ισχύει από την ημε­ρο­μη­νία δημο­σί­ευ­σης της από­φα­σης του Υπουρ­γού στην Εφη­με­ρίδα της Κυβερ­νή­σεως.
4. Για τους εργα­ζο­μέ­νους στην γεωργία, κτη­νο­τρο­φία και συνα­φείς εργα­σίες, καθώς και για τους κατ’ οίκον εργα­ζό­με­νους, οι παρα­πάνω δια­τά­ξεις για την προ­σχώ­ρηση και επέ­κταση συλ­λο­γι­κής σύμ­βα­σης εργα­σίας ισχύουν για τις συμ­βά­σεις που συνά­πτο­νται αντί­στοιχα στους κλάδους αυτούς.

Άρθρο 10

Το άρθρο 14 του νόμου 1876/1990 αντι­κα­θί­στα­ται ως εξής:

1. Τον ορισμό μεσο­λα­βητή μπορεί να ζητήσει οποιο­δή­ποτε από τα μέρη.
2. Η δια­δι­κα­σία της μεσο­λά­βη­σης αρχίζει με την κατά­θεση σχε­τι­κής αίτησης από τα ενδια­φε­ρό­μενα μέρη, που υπο­βάλ­λε­ται από κοινού ή χωριστά. Η αίτηση, στη δεύτερη περί­πτωση, κοι­νο­ποιεί­ται και στο κατά τόπο αρμόδιο τμήμα Επι­θε­ώ­ρη­σης Εργα­σια­κών Σχέσεων και στο σύνολο των αρμό­διων, κατά το άρθρο 3, συν­δι­κα­λι­στι­κών οργα­νώ­σεων των εργα­ζο­μέ­νων και τωνερ­γο­δο­τι­κών οργα­νώ­σεων ή μεμο­νω­μέ­νων εργο­δο­τών. Στην αίτηση ανα­φέ­ρο­νται η πρό­σκληση που απευ­θύ­νει το ένα μέρος στο άλλο, τα στοι­χεία των μερών και των ορι­ζό­με­νων εκπρο­σώ­πων τους, οι προ­τά­σεις ή τα αιτή­ματα, οι λόγοι που τα δικαιο­λο­γούν, οι τυχόν εναλ­λα­κτι­κές προ­τά­σεις και αντι­προ­τά­σεις και οποιο­δή­ποτε στοι­χείο το οποίο διευ­κο­λύ­νει τις δια­πραγ­μα­τεύ­σεις.
3. Ο μεσο­λα­βη­τής επι­λέ­γε­ται από τα μέρη από ειδικό κατά­λογο μεσο­λα­βη­τών. Σε περί­πτωση ασυμ­φω­νίας των μερών ο μεσο­λα­βη­τής ορί­ζε­ται με κλήρωση. Για τον σκοπό αυτόν, ύστερα από 48 ώρες από την υποβολή της αίτησης, η αρμόδια υπη­ρε­σία του ΟΜΕΔ καλεί τα μέρη να προ­σέλ­θουν σε καθο­ρι­σμένο τόπο και ώρα για την επιλογή μεσο­λα­βητή και σε περί­πτωση δια­φω­νίας για την ανά­δειξή του με κλήρωση.
4. Η κλήρωση διε­ξά­γε­ται ενώπιον του Προ­έ­δρου του ΟΜΕΔ ή του ορι­ζό­με­νου από αυτόν εκπρο­σώ­που του και κάθε μέρος έχει το δικαί­ωμα για μια φορά να εκφρά­σει την άρνησή του για το κλη­ρω­θέν πρόσωπο. Με την ίδια δια­δι­κα­σία ορί­ζε­ται και ο ανα­πλη­ρω­μα­τι­κός του μεσο­λα­βητή. Μετά τον ορισμό του μεσο­λα­βητή συντάσ­σε­ται πρα­κτικό ανά­λη­ψης της μεσο­λά­βη­σης. Ο μεσο­λα­βη­τής οφείλει να ανα­λά­βει τα καθή­κο­ντά του εντός πέντε (5) εργά­σι­μων ημερών το αργό­τερο από τον ορισμό του.
5. Ο μεσο­λα­βη­τής δύναται, εντός προ­θε­σμίας τριών εργά­σι­μων ημερών από την ανάληψη των καθη­κό­ντων του, να απευ­θύ­νει σχετικά ερω­τή­ματα στο Σώμα Εμπει­ρο­γνω­μό­νων του άρθρου 17 παρά­γρα­φος 10, με σκοπό τη σύνταξη έκθεσης, η οποία υπο­βάλ­λε­ται σε αυτόν εντός οκτώ (8) ημερών από την υποβολή των ερω­τη­μά­των. Ο μεσο­λα­βη­τής καλεί τα μέρη σε συζη­τή­σεις, προ­βαί­νει σε κατ’ ιδίαν ακρόαση των μερών, σε εξε­τά­σεις προ­σώ­πων και­λαμ­βά­νει υπόψη την έκθεση του Σώματος Εμπει­ρο­γνω­μό­νων, την εξέλιξη της αντα­γω­νι­στι­κό­τη­τας και της παρα­γω­γι­κής δρα­στη­ριό­τη­τας στην οποία ανα­φέ­ρε­ται η συλ­λο­γική διαφορά, το πραγ­μα­τικό εισό­δημα και την αγο­ρα­στική δύναμη των εργα­ζο­μέ­νων και την εν γένει οικο­νο­μική κατά­σταση των μερών.
6. Η εργο­δο­τική πλευρά και κάθε αρμόδια υπη­ρε­σία έχουν την υπο­χρέ­ωση να παρέ­χουν στο μεσο­λα­βητή κάθε απα­ραί­τητη πλη­ρο­φο­ρία ή στοι­χείο και να υπο­βοη­θή­σουν το έργο του. Σε περί­πτωση που η εργο­δο­τική πλευρά δεν παρέχει τα απα­ραί­τητα στοι­χεία ή πλη­ρο­φο­ρίες, πλέον των προ­βλε­πο­μέ­νων στην παρά­γραφο 9 του άρθρου 4 συνε­πειών, το Τμήμα Επι­θε­ώ­ρη­σης Εργα­σια­κών Σχέσεων, ύστερα από πρόταση του μεσο­λα­βητή, επι­βάλ­λει διοι­κη­τι­κές κυρώ­σεις. Με απόφαση του Υπουρ­γού Εργα­σίας, Κοι­νω­νι­κής ασφά­λι­σης και Κοι­νω­νι­κής Αλλη­λεγ­γύης, καθο­ρί­ζο­νται το ύψος των κυρώ­σεων και κάθε ανα­γκαία λεπτο­μέ­ρεια, σχετική με την εφαρ­μογή της παρα­γρά­φου αυτής.
7. Αν τα μέρη δεν κατα­λή­ξουν σε συμ­φω­νία μέσα σε προ­θε­σμία είκοσι (20) εργά­σι­μων ημερών, από την επομένη της ημέρας ανά­λη­ψης των καθη­κό­ντων του μεσο­λα­βητή, ο μεσο­λα­βη­τής κοι­νο­ποιεί στα μέρη την πρότασή του. Με συμ­φω­νία των μερών, η προ­θε­σμία του προη­γού­με­νου εδαφίου μπορεί να παρα­τεί­νε­ται κατά μέγιστο για δέκα (10) ημέρες.
8. Στην πρόταση μεσο­λά­βη­σης ανα­φέ­ρο­νται: α) τα μέρη που θα δεσμεύ­ο­νται από την προ­τει­νό­μενη συλ­λο­γική σύμβαση εργα­σίας και οι εκπρό­σω­ποι αυτών που μετέ­χουν στη δια­δι­κα­σία μεσο­λά­βη­σης, β) ο τρόπος προ­σφυ­γής στη μεσο­λά­βηση, γ) σύνοψη των θέσεων των μερών, δ) η έκθεση του Σώματος Εμπει­ρο­γνω­μό­νων, εφόσον υπάρχει, ε) τα ζητή­ματα στα οποία επήλθε συμ­φω­νία, στ) η αιτιο­λο­γία των προ­τει­νό­με­νων ουσια­στι­κών ρυθ­μί­σεων και ζ) οι όροι της προ­τει­νό­με­νης συλ­λο­γι­κής σύμ­βα­σης εργα­σίας, κατά τα ορι­ζό­μενα στις παρα­γρά­φους 2 και 3 του άρθρου 5.
9. Εντός τριών ημερών από την κοι­νο­ποί­ηση της πρό­τα­σης του μεσο­λα­βητή,καθένα από τα μέρη μπορεί να υπο­βάλ­λει αιτιο­λο­γη­μένη τρο­πο­ποι­η­τική πρόταση, την οποία κοι­νο­ποιεί και στο άλλο μέρος. Στην περί­πτωση αυτή, η δια­δι­κα­σία της μεσο­λά­βη­σης παρα­τεί­νε­ται για πέντε (5) ημε­ρο­λο­για­κές ημέρες, μετά την παρέ­λευση των οποίων ο μεσο­λα­βη­τής υπο­χρε­ού­ται να κοι­νο­ποι­ή­σει στα μέρη την ορι­στική πρότασή του.
10. Η πρόταση του μεσο­λα­βητή είναι δυνατό να δημο­σιεύ­ε­ται από αυτόν στον ημε­ρή­σιο και τον περιο­δικό τύπο.
11. Αν τα μέρη δεν γνω­στο­ποι­ή­σουν εγγρά­φως την αποδοχή της πρό­τα­σης του μεσο­λα­βητή μέσα σε πέντε (5) ημέρες από την κοι­νο­ποί­ησή της, θεω­ρεί­ται ότι την απέρ­ρι­ψαν.
12. Η αποδοχή ή απόρ­ριψη της πρό­τα­σης κοι­νο­ποιεί­ται και στο άλλο μέρος.
13. Εφ’ όσον η πρόταση γίνεται δεκτή, ο μεσο­λα­βη­τής καλεί τα μέρη για την υπο­γραφή συλ­λο­γι­κής σύμ­βα­σης εργα­σίας.

Άρθρο 11

Το άρθρο 16 του νόμου 1876/1990 αντι­κα­θί­στα­ται ως εξής:

Διαι­τη­σία

1. Η προ­σφυγή στη Διαι­τη­σία γίνεται σε οποιο­δή­ποτε στάδιο των δια­πραγ­μα­τεύ­σεων με συμ­φω­νία των μερών.
2. Είναι δυνατή η προ­σφυγή στη διαι­τη­σία μονο­με­ρώς στις εξής περι­πτώ­σεις: α) από οποιο­δή­ποτε μέρος, εφόσον το άλλο μέρος αρνή­θηκε τη μεσο­λά­βηση, β) από οποιο­δή­ποτε μέρος, εφόσον το άλλο μέρος απέρ­ριψε την πρόταση μεσο­λά­βη­σης.
3. Η διαι­τη­σία διε­ξά­γε­ται από έναν διαι­τητή ή από Τριμελή Επι­τροπή Διαι­τη­σίας.Αν το ζητήσει ένα εκ των μερών ή σε περί­πτωση μονο­με­ρούς προ­σφυ­γής στη Διαι­τη­σία, σύμφωνα με την παρα­γρά­φου 2 αυτού του άρθρου, η διαι­τη­σία διε­ξά­γε­ται από την Τριμελή επι­τροπή Διαι­τη­σίας. Δεν ορί­ζε­ται ως διαι­τη­τής και δεν συμ­με­τέ­χει στην Τριμελή Επι­τροπή Διαι­τη­σίας, όποιος έχει ασκήσει καθή­κο­ντα μεσο­λα­βητή στην ίδια συλ­λο­γική διαφορά.
4. Ο διαι­τη­τής ή οι διαι­τη­τές της Τρι­με­λούς Επι­τρο­πής Διαι­τη­σίας, ο ορισμός ενός εκ των διαι­τη­τών ως προ­έ­δρου της Επι­τρο­πής, καθώς και οι ανα­πλη­ρω­τές τους, επι­λέ­γο­νται με συμ­φω­νία των μερών από τον κατά­λογο διαι­τη­τών του Ο.ΜΕ.Δ. και σε περί­πτωση ασυμ­φω­νίας με κλήρωση. Εντός σαράντα οκτώ (48) ωρών από την προ­σφυγή στη διαι­τη­σία, η αρμόδια υπη­ρε­σία του Ο.ΜΕ.Δ. καλεί τα μέρη να προ­σέλ­θουν σε καθο­ρι­σμένο τόπο και ώρα για την επιλογή διαι­τητή ή Επι­τρο­πής Διαι­τη­σίας και του προ­έ­δρου της, καθώς και των ανα­πλη­ρω­τών τους. Η επιλογή ή η κλήρωση διε­ξά­γε­ται ενώπιον του προ­έ­δρου του Ο.ΜΕ.Δ. ή του ορι­ζο­μέ­νου από αυτόν εκπρο­σώ­που του. Κάθε μέρος έχει το δικαί­ωμα να εκφρά­σει μία φορά άρνηση για το κλη­ρω­θέν πρόσωπο. Ο διαι­τη­τής και η Τρι­με­λής Επι­τροπή Διαι­τη­σίας οφεί­λουν να ανα­λά­βουν τα καθή­κο­ντά τους εντός πέντε (5) εργά­σι­μων ημερών από τον ορισμό τους.
5. Ο διαι­τη­τής και η Επι­τροπή Διαι­τη­σίας έχουν τα ίδια δικαιώ­ματα με τον μεσο­λα­βητή. Μελε­τούν όλα τα στοι­χεία, τα πορί­σματα, την έκθεση του Σώματος των Εμπει­ρο­γνω­μό­νων, της παρα­γρά­φου 10 του άρθρου 17 του παρό­ντος νόμου και κάθε στοι­χείο ή πλη­ρο­φο­ρία σχετικά με την εξέλιξη της αντα­γω­νι­στι­κό­τη­τας και της παρα­γω­γι­κής δρα­στη­ριό­τη­τας στην οποία ανα­φέ­ρε­ται η συλ­λο­γική διαφορά, το πραγ­μα­τικό εισό­δημα και την αγο­ρα­στική δύναμη των εργα­ζο­μέ­νων και την εν γένει οικο­νο­μική κατά­σταση των μερών, που συγκε­ντρώ­θη­καν στο στάδιο της μεσο­λά­βη­σης ή κατά τη δια­δι­κα­σία της διαι­τη­σίας.
6. Η διαι­τη­τική απόφαση εκδί­δε­ται σε δεκα­πέ­ντε (15) ημέρες από την ανάληψη των καθη­κό­ντων του διαι­τητή ή της Επι­τρο­πής Διαι­τη­σίας αν προη­γή­θηκε μεσο­λά­βηση και σε τριάντα πέντε (35) ημέρες αν δεν προη­γή­θηκε. Η απόφαση της Επι­τρο­πής Διαι­τη­σίας λαμ­βά­νε­ται κατά πλειο­ψη­φία.
7. Η αρμόδια υπη­ρε­σία του Ο.ΜΕ.Δ. κοι­νο­ποιεί τη διαι­τη­τική απόφαση στα δεσμευό­μενα από αυτήν μέρη εντός πέντε (5) εργα­σί­μων ημερών από εκδό­σεώς της και κατα­θέ­τει ένα από τα πρω­τό­τυπα στην αρμόδια υπη­ρε­σία του Υπουρ­γείου εργα­σίας, Κοι­νω­νι­κής ασφά­λι­σης και Κοι­νω­νι­κής Αλλη­λεγ­γύης.
8. Η διαι­τη­τική απόφαση πρέπει να περιέ­χει πλήρη και τεκ­μη­ριω­μένη αιτιο­λο­γία σχετικά με τους όρους που τίθε­νται σε αυτή. Οι δια­τά­ξεις των παρα­γρά­φων 2 και 3 του άρθρου 5, ισχύουν και για τις διαι­τη­τι­κές απο­φά­σεις.
9. Η απόφαση της διαι­τη­σίας εξο­μοιώ­νε­ται με συλ­λο­γική σύμβαση εργα­σίας και ισχύει από την επομένη της υπο­βο­λής της αίτησης για μεσο­λά­βηση ή της προ­σφυ­γής στη διαι­τη­σία, εφόσον δεν προη­γή­θηκε μεσο­λά­βηση, εκτός εάν τα μέρη συμ­φω­νή­σουν δια­φο­ρε­τικά.
10. Σε περι­πτώ­σεις προ­σφυ­γής στη διαι­τη­σία ανα­στέλ­λε­ται η άσκηση του δικαιώ­μα­τος της απερ­γίας για διά­στημα δέκα (10) ημερών από την ημέρα προ­σφυ­γής.
11. Οι δια­φο­ρές για το κύρος των διαι­τη­τι­κών απο­φά­σεων υπά­γο­νται στην απο­κλει­στική αρμο­διό­τητα του Μονο­με­λούς Πρω­το­δι­κείου, κατά το άρθρο 16 στοι­χείο 5 του Κώδικα Πολι­τι­κής Δικο­νο­μίας και εκδι­κά­ζο­νται κατά τη δια­δι­κα­σία των άρθρων 663 επόμενα του ίδιου Κώδικα. Η σχετική αγωγή εγεί­ρε­ται από τα συμ­με­τέ­χο­ντα στη συλ­λο­γική διαφορά μέρη, η δε εκδο­θη­σό­μενη απόφαση ισχύει για όλα τα δεσμευό­μενα από τη διαι­τη­τική απόφαση μέρη. Η δικά­σι­μος ορί­ζε­ται υπο­χρε­ω­τικά εντός σαράντα πέντε (45) ημερών. Η έφεση ασκεί­ται εντός δεκα­πέ­ντε (15) ημερών από την επίδοση της από­φα­σης και η δικά­σι­μος της έφεσης ορί­ζε­ται υπο­χρε­ω­τικά εντός τριάντα (30) ημερών από την κατά­θεσή της, η επίδοση της οποίας γίνεται δεκα­πέ­ντε (15) ημέρες πριν από τη συζή­τηση.

Άρθρο 12

Το άρθρο 17 του νόμου 1876/1990 αντι­κα­θί­στα­ται ως εξής:

Οργα­νι­σμός Μεσο­λά­βη­σης και Διαι­τη­σίας

1. Ιδρύ­ε­ται νομικό πρόσωπο ιδιω­τι­κού δικαίου με την επω­νυ­μία “Οργα­νι­σμός Μεσο­λά­βη­σης και Διαι­τη­σίας”, με έδρα την Αθήνα. Ο Οργα­νι­σμός Μεσο­λά­βη­σης και Διαι­τη­σίας (Ο.ΜΕ.Δ.) είναι ανε­ξάρ­τη­τος φορέας και λει­τουρ­γεί σύμφωνα με τις δια­τά­ξεις του παρό­ντος, των προ­ε­δρι­κών δια­ταγ­μά­των και των κανο­νι­στι­κών πράξεων, που εκδί­δο­νται κατ` εξου­σιο­δό­τηση του άρθρου 18 παρ. 2 του νόμου 1876/1990, καθώς και των απο­φά­σεων του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λίου του κατά παρέκ­κλιση των δια­τά­ξεων που αφορούν το δημόσιο τομέα.
2. Σκοπός του Ο.ΜΕ.Δ. είναι η υπο­στή­ριξη των ελεύ­θε­ρων συλ­λο­γι­κών δια­πραγ­μα­τεύ­σεων με την παροχή υπη­ρε­σιών Μεσο­λά­βη­σης και Διαι­τη­σίας προς τις εργα­τι­κές και εργο­δο­τι­κές οργα­νώ­σεις και μεμο­νω­μέ­νους εργο­δό­τες. Για την εκπλή­ρωση αυτού του σκοπού, ιδίως: α) οργα­νώ­νει υπη­ρε­σίες διοι­κη­τι­κής και τεχνι­κής υπο­στή­ρι­ξης της Μεσο­λά­βη­σης και της Διαι­τη­σίας, β) διε­ξά­γει ενη­με­ρω­τικά και εκπαι­δευ­τικά προ­γράμ­ματα, που απευ­θύ­νο­νται κυρίως σε εκπρο­σώ­πους συν­δι­κα­λι­στι­κών οργα­νώ­σεων εργα­ζο­μέ­νων και οργα­νώ­σεις εργο­δο­τών για θέματα συλ­λο­γι­κών δια­πραγ­μα­τεύ­σεων, εργα­σια­κών σχέσεων και οικο­νο­μίας της εργα­σίας, γ) συμ­βου­λεύ­ε­ται το Σώμα Οικο­νο­μι­κών Εμπει­ρο­γνω­μό­νων της παρ. 10 του άρθρου 17 του παρό­ντος νόμου δ) εκπονεί επι­στη­μο­νι­κές έρευνες και μελέτες για θέματα συναφή με τους σκοπούς του και ε) συντάσ­σει ετήσια έκθεση του έργου του, η οποία υπο­βάλ­λε­ται προς τα Διοι­κη­τικά Συμ­βού­λια των: α) Γενική Συνο­μο­σπον­δία Εργατών Ελλάδος (ΓΣΕΕ), β) Σύν­δε­σμο Επι­χει­ρή­σεων και Βιο­μη­χα­νιών (ΣΕΒ), γ) Γενική Συνο­μο­σπον­δία Επαγ­γελ­μα­τιών, Βιο­τε­χνών, Εμπόρων Ελλάδος (ΓΣΕΒΕΕ,) δ) Εθνική Συνο­μο­σπον­δία Ελλη­νι­κού Εμπο­ρίου (ΕΣΕΕ), ε) Σύν­δε­σμο Ελλη­νι­κών Του­ρι­στι­κών Επι­χει­ρή­σεων (ΣΕΤΕ) καθώς επίσης προς τον Υπουργό Οικο­νο­μι­κών και τον Υπουργό Εργα­σίας, Κοι­νω­νι­κής Ασφά­λι­σης και Κοι­νω­νι­κής Αλλη­λεγ­γύης.
3. Ο Οργα­νι­σμός Μεσο­λά­βη­σης και Διαι­τη­σίας διοι­κεί­ται από 9μελές διοι­κη­τικό συμ­βού­λιο, που απο­τε­λεί­ται από:

α) έναν εκπρό­σωπο του ΣΕΒ, έναν της ΓΣΕΒΕΕ, έναν της ΕΣΕΕ και έναν του ΣΕΤΕ με τους ανα­πλη­ρω­τές τους,

β) τέσ­σε­ρεις εκπρο­σώ­πους της ΓΣΕΕ, με τους ανα­πλη­ρω­τές τους.

γ) τον Πρόεδρο, με τον ανα­πλη­ρωτή του, που επι­λέ­γο­νται με απόφαση των 2/3 των μελών των περι­πτώ­σεων α` και β, η οποία απόφαση λαμ­βά­νε­ται σε συνε­δρί­αση, η οποία συγκα­λεί­ται από τον Υπουργό Εργα­σίας, Κοι­νω­νι­κής Ασφά­λι­σης και Κοι­νω­νι­κής Αλλη­λεγ­γύης, πριν τη συγκρό­τηση του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λίου σε σώμα. Ο Πρό­ε­δρος και ο ανα­πλη­ρω­τής του πρέπει να είναι πρόσωπα ανα­γνω­ρι­σμέ­νου κύρους και έμπειρα σε θέματα εργα­σια­κών σχέσεων ή οικο­νο­μίας της εργα­σίας ή του εργα­τι­κού δικαίου ή της κοι­νω­νιο­λο­γίας της εργα­σίας.

4. Στο διοι­κη­τικό συμ­βού­λιο του Οργα­νι­σμού Μεσο­λά­βη­σης και Διαι­τη­σίας συμ­με­τέ­χει ως παρα­τη­ρη­τής και χωρίς δικαί­ωμα ψήφου, ένας εκπρό­σω­πος του Υπουρ­γείου Εργα­σίας, Κοι­νω­νι­κής Ασφά­λι­σης και Κοι­νω­νι­κής Αλλη­λεγ­γύης, με τον ανα­πλη­ρωτή του, κάτοχος πτυχίου πανε­πι­στη­μίου με εμπει­ρία στα εργα­σιακά θέματα.
5. Για τις περι­πτώ­σεις α/ και β/ της παρα­γρά­φου 3, η υπό­δειξη από τους αρμό­διους φορείς γίνεται μέσα σε προ­θε­σμία δεκα­πέ­ντε (15) ημερών από την πρό­σκληση του Υπουρ­γού Εργα­σίας, Κοι­νω­νι­κής Ασφά­λι­σης και Κοι­νω­νι­κής Αλλη­λεγ­γύης.
6. Το Διοι­κη­τικό Συμ­βού­λιο συγκρο­τεί­ται σε σώμα με απόφαση του Υπουρ­γού Εργα­σίας, Κοι­νω­νι­κής και Κοι­νω­νι­κής Αλλη­λεγ­γύης. Με την ίδια απόφαση ορί­ζε­ται ο Πρό­ε­δρος του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λίου καθώς και ο ανα­πλη­ρω­τής του από τα τακτικά μέλη του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λίου.
7. α) Η θητεία του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λίου είναι τριετής. Ο επα­να­διο­ρι­σμός των τακτι­κών μελών είναι δυνατός για μία ακόμη συνε­χό­μενη τριετία.

β) Σε περί­πτωση παραί­τη­σης ή θανάτου μέλους του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λίου, το Διοι­κη­τικό Συμ­βού­λιο βρί­σκε­ται σε νόμιμη συγκρό­τηση και είναι δυνατή η συμ­με­τοχή του ανα­πλη­ρω­μα­τι­κού μέλους ως τακτι­κού. Εάν ελλεί­πει τακτικό μέλος, ο Υπουρ­γός Εργα­σίας, Κοι­νω­νι­κής Ασφά­λι­σης και Κοι­νω­νι­κής Αλλη­λεγ­γύης καλεί με τη δια­δι­κα­σία της παρα­γρά­φου 5 αυτού του άρθρου, το φορέα από τον όποιο προ­έρ­χε­ται το ελλεί­πον μέλος να ορίσει άλλο πρόσωπο για το υπό­λοιπο της θητείας του ελλεί­πο­ντος μέλους.

8. α) Οι μεσο­λα­βη­τές και οι διαι­τη­τές απο­τε­λούν ενιαίο σώμα.  Ο ανώ­τα­τος αριθμός θέσεων μεσο­λα­βη­τών και διαι­τη­τών για όλη τη χώρα είναι πενήντα (50) εκ των οποίων οι είκοσι (20) είναι και διαι­τη­τές. Με απόφαση του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λίου ανάλογα με τις παρου­σια­ζό­με­νες ανάγκες μπορεί να αυξο­μειώ­νε­ται ο αριθμός των μελών του σώματος, χωρίς υπέρ­βαση του ανω­τά­του ορίου των πενήντα (50) θέσεων.

β) Οι μεσο­λα­βη­τές και οι διαι­τη­τές ασκούν δημόσιο λει­τούρ­γημα χωρίς να έχουν την ιδιό­τητα του δημο­σίου υπαλ­λή­λου και απο­λαμ­βά­νουν πλήρους ανε­ξαρ­τη­σίας κατά την εκτέ­λεση των καθη­κό­ντων τους, τα οποία οφεί­λουν να εκτε­λούν με αντι­κει­με­νι­κό­τητα και έχουν υπο­χρέ­ωση να τηρούν τον Κώδικα Δεο­ντο­λο­γίας του Σώματος Μεσο­λα­βη­τών Διαι­τη­τών, που εκδί­δε­ται με ομόφωνη απόφαση των εννέα (9) μελών του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λίου.

9. α) Οι υπο­ψή­φιοι μεσο­λα­βη­τές πρέπει:

αα) να έχουν πτυχίο πανε­πι­στη­μίου, νομικών ή οικο­νο­μι­κών επι­στη­μών ή συναφών σπουδών,

αβ) να έχουν επταετή απο­δε­δειγ­μένη επαγ­γελ­μα­τική ή και ερευ­νη­τική εμπει­ρία σε θέματα οικο­νο­μίας της εργα­σίας, εργα­τι­κού δικαίου ή κοι­νω­νιο­λο­γίας της εργα­σίας.

β) Οι υπο­ψή­φιοι διαι­τη­τές πρέπει:

βα) να έχουν πτυχίο πανε­πι­στη­μίου, νομικών ή οικο­νο­μι­κών επι­στη­μών ή συναφών σπουδών,

ββ) να έχουν δεκαετή απο­δε­δειγ­μένη εμπει­ρία σε θέματα οικο­νο­μίας της εργα­σίας, εργα­τι­κού δικαίου ή κοι­νω­νιο­λο­γίας της εργα­σίας.

γ) Κατά την επιλογή των μεσο­λα­βη­τών και διαι­τη­τών, συνε­κτι­μώ­νται πρό­σθετα προ­σό­ντα των υπο­ψη­φίων, όπως μετα­πτυ­χια­κοί τίτλοι σπουδών και σχε­τι­κές δημο­σιεύ­σεις, ιδίως σε θέματα οικο­νο­μίας της εργα­σίας, εργα­τι­κού δικαίου ή κοι­νω­νιο­λο­γίας της εργα­σίας. Το Διοι­κη­τικό Συμ­βού­λιο μπορεί με κανο­νι­σμό να καθο­ρί­σει επι­πλέον προ­σό­ντα από όσα ανα­φέ­ρο­νται.

10. Ιδρύ­ε­ται Σώμα Εμπει­ρο­γνω­μό­νων υπα­γό­μενο στον Οργα­νι­σμό Μεσο­λά­βη­σης και Διαι­τη­σίας. Ο ανώ­τα­τος αριθμός των εμπει­ρο­γνω­μό­νων είναι τριάντα (30).
11. Οι εμπει­ρο­γνώ­μο­νες ασκούν δημόσιο λει­τούρ­γημα χωρίς να έχουν την ιδιό­τητα του δημο­σίου υπαλ­λή­λου και απο­λαμ­βά­νουν πλήρους ανε­ξαρ­τη­σίας κατά την εκτέ­λεση των καθη­κό­ντων τους, τα οποία οφεί­λουν να εκτε­λούν με αντι­κει­με­νι­κό­τητα και έχουν υπο­χρέ­ωση να τηρούν τον Κώδικα Δεο­ντο­λο­γίας του Σώματος Εμπει­ρο­γνω­μό­νων, που εκδί­δε­ται με ομόφωνη απόφαση των εννέα (9) μελών του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λίου.
12. Οι υπο­ψή­φιοι εμπει­ρο­γνώ­μο­νες πρέπει να έχουν πτυχίο πανε­πι­στη­μίου νομικών ή οικο­νο­μι­κών επι­στη­μών. Συνε­κτι­μώ­νται πρό­σθετα προ­σό­ντα των υπο­ψη­φίων, όπως μετα­πτυ­χια­κοί τίτλοι σπουδών, σχε­τι­κές δημο­σιεύ­σεις και επαγ­γελ­μα­τική εμπει­ρία σε θέματα οικο­νο­μίας της εργα­σίας. Το Διοι­κη­τικό Συμ­βού­λιο μπορεί με κανο­νι­σμό να καθο­ρί­σει επι­πλέον προ­σό­ντα από όσα ανα­φέ­ρο­νται.
13. Οι μεσο­λα­βη­τές, οι διαι­τη­τές και οι εμπει­ρο­γνώ­μο­νες προ­σλαμ­βά­νο­νται με τριετή θητεία, με δυνα­τό­τητα ανα­νέ­ω­σης μέχρι τρεις συνο­λικά θητείες με οποια­δή­ποτε από τις δύο ιδιό­τη­τες. Προ­κει­μέ­νου να ανα­νε­ω­θεί η θητεία τους επα­να­κρί­νο­νται σύμφωνα με όσα ορίζει ειδικός κανο­νι­σμός με αιτιο­λο­γη­μένη απόφαση των 2/3 των εννέα (9) μελών του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λίου. Η δια­δι­κα­σία του προη­γού­με­νου εδαφίου απαι­τεί­ται και για την από­κτηση της ιδιό­τη­τας του διαι­τητή από τους υπη­ρε­τού­ντες ήδη ως μεσο­λα­βη­τές.
14. α) Ο διο­ρι­σμός γίνεται μετά από δημόσια προ­κή­ρυξη των θέσεων των μεσο­λα­βη­τών, των διαι­τη­τών και των εμπει­ρο­γνω­μό­νων. Οι ενδια­φε­ρό­με­νοι υπο­βάλ­λουν βιο­γρα­φικά σημειώ­ματα, τίτλους σπουδών, σχε­τι­κές δημο­σιεύ­σεις, καθώς και ό, τι άλλο καθο­ρί­ζε­ται με την προ­κή­ρυξη.

β) Το Διοι­κη­τικό Συμ­βού­λιο επι­λέ­γει τους διο­ρι­στέ­ους, μετά από μελέτη των φακέλων των υπο­ψη­φίων και δημόσια προ­φο­ρική συνέ­ντευξη, με αιτιο­λο­γη­μένη απόφασή των 2/3 των μελών του.

15. Με Απόφαση του Υπουρ­γού Εργα­σίας, Κοι­νω­νι­κής Ασφά­λι­σης και Κοι­νω­νι­κής Αλλη­λεγ­γύης, ύστερα από γνώμη του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λίου του Ο.ΜΕ.Δ. ρυθ­μί­ζε­ται κάθε λεπτο­μέ­ρεια για την εφαρ­μογή του άρθρου αυτού, περι­λαμ­βα­νο­μέ­νου του ανώ­τα­του αριθμού των θέσεων μεσο­λα­βη­τών, διαι­τη­τών και εμπει­ρο­γνω­μό­νων και του διοι­κη­τι­κού ή άλλου προ­σω­πι­κού του Ο.ΜΕ.Δ.

Άρθρο 13

Το άρθρο 18 του νόμου 1876/1990 αντι­κα­θί­στα­ται ως εξής:

Πόροι – Κανο­νι­σμοί

1. Οι πόροι του Οργα­νι­σμού Μεσο­λά­βη­σης και Διαι­τη­σίας είναι:

α. Ως τακτι­κός πόρος, ποσοστό υπο­λο­γι­ζό­μενο κατ’ ίσα μέρη επί των εισφο­ρών εργα­ζο­μέ­νων και εργο­δο­τών που προ­βλέ­πο­νται από τις δια­τά­ξεις του άρθρου 32 παρά­γρα­φος 1 εδάφιο α’ του Ν.Δ. 2961/1954, όπως ισχύουν. Το ποσοστό του προη­γού­με­νου εδαφίου καθο­ρί­ζε­ται με απόφαση του Υπουρ­γού Εργα­σίας, Κοι­νω­νι­κής Ασφά­λι­σης και Κοι­νω­νι­κής Αλλη­λεγ­γύης, η οποία εκδί­δε­ται ύστερα από γνώμη του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λίου του ΟΑΕΔ.

β. Τακτική επι­χο­ρή­γηση από τον προ­ϋ­πο­λο­γι­σμό του Υπουρ­γείου Εργα­σίας, Κοι­νω­νι­κής Ασφά­λι­σης και Κοι­νω­νι­κής Αλλη­λεγ­γύης.

γ. Ποσά που εισπράτ­το­νται από τους ενδια­φε­ρό­με­νους που προ­σφεύ­γουν στις υπη­ρε­σίες του Οργα­νι­σμού, μέσα από την κατα­βολή παρα­βό­λου στον Οργα­νι­σμό.

δ. Έσοδα από δωρεές, δημο­σιεύ­σεις, εκδη­λώ­σεις, εκδό­σεις κ.λπ.

2. Το διοι­κη­τικό συμ­βού­λιο καταρ­τί­ζει κανο­νι­σμούς, που δημο­σιεύ­ο­νται, με απο­φά­σεις του Υπουρ­γού Εργα­σίας, Κοι­νω­νι­κής Ασφά­λι­σης και Κοι­νω­νι­κής Αλλη­λεγ­γύης και ειδικά για την (γ) περί­πτωση και του Υπουρ­γού Οικο­νο­μι­κών, στην Εφη­με­ρίδα της Κυβερ­νή­σεως και είναι οι εξής:

α. Κανο­νι­σμός για την οργά­νωση και λει­τουρ­γία του Οργα­νι­σμού.

β. Κανο­νι­σμός για προ­σλή­ψεις, κρίσεις και πει­θαρ­χι­κές ποινές, δικαιώ­ματα και υπο­χρε­ώ­σεις, για το προ­σω­πικό, τους μεσο­λα­βη­τές, τους διαι­τη­τές και τους εμπει­ρο­γνώ­μο­νες.

γ. Κανο­νι­σμός προ­μη­θειών, αμοιβών και λοιπών δαπανών και γενικά δια­χεί­ρι­σης των πόρων και καθο­ρι­σμού του ύψους του παρα­βό­λου της (γ) περί­πτω­σης.

δ. Κανο­νι­σμός για την εκπαί­δευση και μετεκ­παί­δευση μεσο­λα­βη­τών, διαι­τη­τών, εμπει­ρο­γνω­μό­νων και προ­σω­πι­κού.

Άρθρο 14

Το άρθρο 20 του νόμου 1876/1990 αντι­κα­θί­στα­ται ως εξής:

Ποι­νι­κές κυρώ­σεις

1. Εργο­δό­της ή εκπρό­σω­ποι αυτού, που παρα­βιά­ζουν όρους ισχύ­ου­σας συλ­λο­γι­κής σύμ­βα­σης εργα­σίας ή διαι­τη­τι­κής από­φα­σης ή υπουρ­γι­κής από­φα­σης των άρθρων 11 παρά­γρα­φος 2 του νόμου αυτού και του άρθρου μόνου του νόμου 435/1968, τιμω­ρού­νται με ποινή φυλά­κι­σης μέχρι έξι μηνών και χρη­μα­τική ποινή του­λά­χι­στον δύο χιλιά­δων (2.000) ευρώ. Η δια­πί­στωση παρά­βα­σης γίνεται από τον αρμόδιο υπάλ­ληλο της επι­θε­ώ­ρη­σης εργα­σίας, ο οποίος και υπο­βάλ­λει τη σχετική έκθεσή του στον εισαγ­γε­λέα προς άσκηση της ποι­νι­κής δίωξης.
2. Ειδικές δια­τά­ξεις της εργα­τι­κής νομο­θε­σίας που προ­βλέ­πουν βαρύ­τερη ποινική μετα­χεί­ριση εξα­κο­λου­θούν να ισχύουν.

Άρθρο 15

Αύξηση του κατώ­τα­του μισθού και ημε­ρο­μι­σθίου των υπαλ­λή­λων και εργα­το­τε­χνι­τών της Χώρας

1. Με την επι­φύ­λαξη του άρθρου 8 παρά­γρα­φος 1 του νόμου 1876/1990 και εφόσον η εθνική γενική συλ­λο­γική σύμβαση εργα­σίας δεν ορίσει ευνοϊ­κό­τερα, ο νόμιμος κατώ­τα­τος μισθός των υπαλ­λή­λων και το ημε­ρο­μί­σθιο των εργα­το­τε­χνι­τών της Χώρας καθο­ρί­ζε­ται ως εξής:

α) Μέχρι την 30.9.2015, ο νόμιμος κατώ­τα­τος μισθός και το νόμιμο κατώ­τατο ημε­ρο­μί­σθιο για τους εργα­ζό­με­νους με σχέση εξαρ­τη­μέ­νης εργα­σίας ιδιω­τι­κού δικαίου δια­τη­ρού­νται στο ύψος που ορί­ζε­ται από τις περι­πτώ­σεις α’ και β’ της παρα­γρά­φου 3 της υπο­πα­ρα­γρά­φου ΙΑ 11 του άρθρου μόνου του νόμου 4093/2012, λαμ­βα­νο­μέ­νων υπόψη των προ­σαυ­ξή­σεων που ορί­ζο­νται, στην περί­πτωση γ’ της παρα­γρά­φου 3 της υπο­πα­ρα­γρά­φου ΙΑ 11 του άρθρου μόνου του νόμου 4093/2012, με βάση την προ­ϋ­πη­ρε­σία, όπως αυτή είχε δια­μορ­φω­θεί κατά την έναρξη ισχύος του νόμου 4093/2012.

β) Από την 1.10.2015 οι μισθοί των υπαλ­λή­λων, ανε­ξαρ­τή­τως ηλικίας, που υπο­λεί­πο­νται των 650 ευρώ, ορί­ζο­νται στα 650 ευρώ.

γ) Από την 1.10.2015, τα ημε­ρο­μί­σθια των εργα­το­τε­χνι­τών, ανε­ξαρ­τή­τως ηλικίας, που υπο­λεί­πο­νται των 29,05 ευρώ, ορί­ζο­νται στα 29,05 ευρώ.

δ) Από την 1.7.2016, οι μισθοί των υπαλ­λή­λων, ανε­ξαρ­τή­τως ηλικίας, που υπο­λεί­πο­νται των 751,39 ευρώ, ορί­ζο­νται στα 751,39 ευρώ.

ε) Από την 1.7.2016, τα ημε­ρο­μί­σθια των εργα­το­τε­χνι­τών, ανε­ξαρ­τή­τως ηλικίας, που υπο­λεί­πο­νται των 33,57 ευρώ, ορί­ζο­νται στα 33,57 ευρώ.

Άρθρο 16

1. Στο άρθρο 8 του Προ­ε­δρι­κού Δια­τάγ­μα­τος 240/2006 (ΦΕΚ Α’ 252/16.11.2006) «Περί θεσπί­σεως γενικού πλαι­σίου  ενη­με­ρώ­σεως και δια­βου­λεύ­σεως των εργα­ζο­μέ­νων» προ­στί­θε­ται παρά­γρα­φος 3 ως εξής: «3. Απο­φά­σεις του εργο­δότη, που έχουν ουσιώδη επί­πτωση στην υπό­σταση και το περιε­χό­μενο ατο­μι­κών συμ­βά­σεων εργα­σίας και ελή­φθη­σαν κατά παρά­βαση των υπο­χρε­ώ­σεων του άρθρου 4 του παρό­ντος είναι άκυρες».
2. Η προη­γού­μενη παρά­γρα­φος αφορά απο­φά­σεις που λαμ­βά­νο­νται μετά την έναρξη ισχύος του παρό­ντος νόμου.

Άρθρο 17

Καταρ­γού­με­νες – Μετα­βα­τι­κές Δια­τά­ξεις

1. Από την έναρξη ισχύος του παρό­ντος νόμου καταρ­γεί­ται η Πράξη Υπουρ­γι­κού Συμ­βου­λίου αριθμός 6/2012 (ΦΕΚ Α’ 38/28.2.2012). Συλ­λο­γι­κές συμ­βά­σεις εργα­σίας και διαι­τη­τι­κές απο­φά­σεις που έληξαν κατ’ εφαρ­μογή του άρθρου 2 της Πράξης Υπουρ­γι­κού Συμ­βου­λίου 6/2012 δεν ανα­βιώ­νουν. Συλ­λο­γι­κές συμ­βά­σεις εργα­σίας και διαι­τη­τι­κές απο­φά­σεις που είναι σε ισχύ κατά την έναρξη ισχύος του παρό­ντος εξα­κο­λου­θούν να ισχύουν για την περίοδο ισχύος που καθεμία ορίζει. Κανο­νι­σμοί Εργα­σίας και Οργα­νι­σμοί Προ­σω­πι­κού, που καταρ­τί­στη­καν με συλ­λο­γι­κές συμ­βά­σεις εργα­σίας οι οποίες έληξαν ή καταρ­γή­θη­καν σύμφωνα με την Πράξη Υπουρ­γι­κού Συμ­βου­λίου αριθμός 6/2012, ανα­βιώ­νουν και επα­να­φέ­ρο­νται σε ισχύ ως συλ­λο­γι­κές συμ­βά­σεις εργα­σίας αορί­στου χρόνου.
2. Από την έναρξη ισχύος του παρό­ντος καταρ­γού­νται η παρά­γρα­φος 7 του άρθρου δεύ­τε­ρου του νόμου 3845/2010, το άρθρο 15 του νόμου 3899/2010, η παρά­γρα­φος 6 του άρθρου 37 του νόμου 4024/2011, οι παρά­γρα­φοι 1, 3 περ. ε’ και στ’ και 4 της υπο­πα­ρα­γρά­φου ΙΑ 11 του άρθρου μόνου του νόμου 4093/2012, το άρθρο 31 του νόμου 3846/2010, το άρθρο 103 του νόμου 4172/2013, το άρθρο 4 του νόμου 4303/2014, καθώς και κάθε άλλη διάταξη που ρυθ­μί­ζει δια­φο­ρε­τικά από τον παρόντα νόμο καταρ­γού­νται.  
3. Η θητεία του υπη­ρε­τού­ντος Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λίου του Οργα­νι­σμού Μεσο­λά­βη­σης και Διαι­τη­σίας λήγει αυτο­δί­καια με τη συγκρό­τηση σε σώμα του νέου Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λίου, κατά τα προ­βλε­πό­μενα στις παρα­γρά­φους 3 έως 6 του άρθρου 17 του νόμου 1876/1990, η οποία ολο­κλη­ρώ­νε­ται το αργό­τερο ένα μήνα από την έναρξη ισχύος του παρό­ντος.
4. Η θητεία των υπη­ρε­τού­ντων μεσο­λα­βη­τών και διαι­τη­τών συνε­χί­ζε­ται μέχρι τον προ­βλε­πό­μενο χρόνο λήξης αυτής. Η δια­δι­κα­σία διο­ρι­σμού μεσο­λα­βη­τών, διαι­τη­τών και εμπει­ρο­γνω­μό­νων, σύμφωνα τα προ­βλε­πό­μενα στις παρα­γρά­φους 13 και 14 του άρθρου 17 του νόμου 1876/1990, ολο­κλη­ρώ­νε­ται εντός δύο μηνών από τη συγκρό­τηση σε σώμα του νέου Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λίου του οργα­νι­σμού Μεσο­λά­βη­σης και Διαι­τη­σίας, κατά τα ορι­ζό­μενα στην προη­γού­μενη παρά­γραφο.
imerisia.gr

 

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.