• Μετά τις απολογίες, 4 κατηγορούμενοι κρίθηκαν προσωρινά κρατούμενοι, ενώ 11 αφέθηκαν ελεύθεροι, ανάμεσά τους και γνωστός επιχειρηματίας TikToker που είναι πρόσωπο γνωστό στη Ρόδο
Η υπόθεση του κυκλώματος που φέρεται να προκάλεσε ζημία δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ σε βάρος του ΕΦΚΑ και του Δημοσίου περνά σε νέα φάση, καθώς οι δικαστικές αποφάσεις μετά τις απολογίες φέρνουν στο προσκήνιο πρόσωπα, ρόλους και αντιφατικές αφηγήσεις. Το δικαστικό σκέλος, που εξελίχθηκε με μαραθώνιες διαδικασίες, συνοδεύτηκε από έντονη κινητικότητα και διακριτές γραμμές υπεράσπισης, με αρκετούς κατηγορούμενους να δηλώνουν άγνοια για την έκταση των ενεργειών που αποδίδονται στο κύκλωμα και να μεταφέρουν το βάρος των ευθυνών στον στενό πυρήνα που, σύμφωνα με τη δικογραφία, φέρεται να οργάνωνε το σχήμα.
Οι αποφάσεις μετά τις απολογίες και το μήνυμα της προφυλάκισης
15 κατηγορούμενοι πέρασαν από τον ανακριτή και, μετά την ολοκλήρωση των απολογιών, 4 κρίθηκαν προσωρινά κρατούμενοι. Πρόκειται για δύο λογιστές, ένα διαφημιστή που φέρεται να είχε κομβικό ρόλο στη λειτουργία του σχήματος και ένα αλλοδαπό πρώην παίκτη γνωστού ριάλιτι, ο οποίος επίσης οδηγήθηκε στη φυλακή. Οι υπόλοιποι 11 αφέθηκαν ελεύθεροι με περιοριστικούς όρους και χρηματικές εγγυήσεις που κυμαίνονται από 10.000 έως 50.000 ευρώ, κατά περίπτωση.
Το πλαίσιο των όρων περιλαμβάνει απαγόρευση εξόδου από τη χώρα, υποχρέωση εμφάνισης στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής τους δύο φορές τον μήνα.
Ο TikToker επιχειρηματίας που έλαβε την υψηλότερη εγγυοδοσία
Στους κατηγορούμενους που σε προγενέστερη φάση αφέθηκαν ελεύθεροι με περιοριστικούς όρους περιλαμβάνεται και γνωστός επιχειρηματίας TikToker. Για το συγκεκριμένο πρόσωπο, οι πληροφορίες αναφέρουν ότι επιβλήθηκε η υψηλότερη εγγυοδοσία από το εύρος των χρηματικών ποσών που ορίστηκαν. Πρόκειται για πρόσωπο γνωστό στη Ρόδο, όχι μόνο από τη δραστηριότητά του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αλλά και από τη συμμετοχή του σε τοπικές ποδοσφαιρικές ομάδες, καθώς και από την εργασία του ως PR σε καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος.
Η παρουσία του συγκεκριμένου κατηγορούμενου στη δικογραφία προσδίδει ένα ακόμη επίπεδο στην υπόθεση, καθώς συνδέεται με καταγεγραμμένους διαλόγους που αποτυπώνουν, σύμφωνα με το υλικό της έρευνας, συζητήσεις γύρω από κινήσεις χρημάτων, μισθοδοσίες και εταιρικές διευθετήσεις. Το ενδιαφέρον των αρχών, εστιάζει στο κατά πόσο υπήρξε ρόλος αφανής ή διαχειριστικός σε εταιρικά σχήματα και πώς αυτό αποτυπώνεται σε πραγματικές συναλλαγές, σε ηλεκτρονικά ίχνη και σε οργανωτικές αποφάσεις.

Πώς ξεκίνησε η αποκάλυψη τον Απρίλιο του 2024 και το «μαγαζί που δεν υπήρχε»
Η αφετηρία της έρευνας τοποθετείται στον Απρίλιο του 2024, όταν πολίτης κατήγγειλε ότι εμφανιζόταν ασφαλισμένος σε επιχείρηση εστίασης χωρίς να έχει εργαστεί ποτέ εκεί. Η καταγγελία επεκτάθηκε και σε δεύτερη επιχείρηση, δημιουργώντας την πρώτη κρίσιμη ένδειξη για την ύπαρξη ενός ευρύτερου σχήματος. Από την έρευνα προέκυψε ότι μία από τις επιχειρήσεις ήταν ανύπαρκτη στην πραγματικότητα, ενώ σε αυτήν είχαν δηλωθεί 323 εργαζόμενοι, που φέρεται να ήταν όλοι «φαντάσματα».
Αυτό το στοιχείο, σύμφωνα με την περιγραφή της υπόθεσης, αποτέλεσε το κλειδί για να «ξετυλιχθεί το κουβάρι» και να συνδεθούν μεταξύ τους εταιρείες, έδρες, πρόσωπα και επαναλαμβανόμενα μοτίβα, όπως πολλαπλές δηλώσεις εργαζομένων, εταιρικές εγγραφές με κοινά χαρακτηριστικά και ελλείψεις που υποδήλωναν ότι ορισμένες εταιρείες λειτουργούσαν μόνο στα χαρτιά.
Οι ισχυρισμοί περί εξαπάτησης και η γραμμή άμυνας «είμαι θύμα»
Κατά τις απολογίες, αρκετοί κατηγορούμενοι φέρονται να αρνήθηκαν τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι δεν γνώριζαν την έκταση των ενεργειών που αποδίδονται στους λογιστές και σε πρόσωπα του φερόμενου πυρήνα. Στο ίδιο πλαίσιο, περιγράφεται ισχυρισμός επιχειρηματία ότι ανακάλυψε πως είχαν πλαστογραφηθεί ακόμη και στοιχεία ταυτότητάς του και ότι είχαν ανοιχτεί επιχειρήσεις στο όνομά του χωρίς τη γνώση του. Στην εκδοχή αυτή, το πρόσωπο υποστηρίζει ότι είδε έγγραφα όπου εμφανιζόταν ταυτότητα αστυνομικού με τη δική του φωτογραφία και διαφορετικά στοιχεία, γεγονός που προβάλλεται ως ένδειξη συστηματικής χρήσης πλαστών εγγράφων.
Παράλληλα, άλλος κατηγορούμενος επιχειρηματίας φέρεται να περιέγραψε προσέγγιση από λογιστές με πρόταση να αναλάβουν τα φορολογικά και ασφαλιστικά της επιχείρησής του, με τον ίδιο να περιορίζεται, όπως υποστήριξε, στη μισθοδοσία. Η γραμμή αυτή εμφανίζει τους επιχειρηματίες ως πρόσωπα που ανέθεσαν υπηρεσίες χωρίς να αντιληφθούν ότι, κατά τους ισχυρισμούς της δικογραφίας, οι δομές που στήθηκαν λειτουργούσαν για εικονική ασφάλιση, δημιουργία υποχρεώσεων και μεταφορά ευθυνών.
Το μοντέλο των «αχυρανθρώπων» και οι περιγραφές στρατολόγησης
Σημαντικό κομμάτι της υπόθεσης αφορά στη χρήση «αχυρανθρώπων», δηλαδή τρίτων προσώπων στα οποία εμφανίζονταν να ιδρύονται ή να λειτουργούν επιχειρήσεις, ώστε οι πραγματικοί διαχειριστές να αποσυνδέονται από τις ευθύνες.
Στις πληροφορίες που έχουν καταγραφεί, περιλαμβάνεται περιγραφή γυναίκας που φέρεται να κατηγορείται και να ισχυρίζεται ότι στις αρχές του 2023 την προσέγγισαν, μέσω γνωριμίας σε καφετέρια, με υπόσχεση μηνιαίας αμοιβής 500 έως 700 ευρώ, προκειμένου να παραχωρήσει κωδικούς πρόσβασης φορολογικών υπηρεσιών ώστε να ανοίξει «μαγαζί» στο όνομά της. Η ίδια περιγραφή αναφέρει ότι της αποδόθηκε πως άνοιξε στο όνομά της beach bar στη Ρόδο, χωρίς να γνωρίζει στοιχεία, επωνυμία ή τοποθεσία, ενώ στην περίπτωση του συζύγου της φέρεται να δημιουργήθηκε επιχείρηση εστίασης στο κέντρο της Αθήνας.
Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία της συγκεκριμένης κατηγορούμενης γυναίκας:
«Αρχές του 2023, κάποιος που γνωρίσαμε σε μία καφετέρια στη Ραφήνα, μαζί με τον σύζυγό μου, ο οποίος ήταν 50-55 ετών περίπου και λεγόταν Τ…, μας είπε αν θέλουμε να βγάλουμε χρήματα και να μην ταλαιπωρούμαστε να μας γνωρίσει σε ένα λογιστικό γραφείο και να μας πει τι να κάνουμε. Αυτός μας πήγε με το αυτοκίνητο στη Γλυφάδα σε ένα λογιστικό γραφείο. Εκεί μας γνώρισε με τον Κ.Ε. Μας ζήτησε τους κωδικούς Τaxisnet για να ανοίξουμε ένα μαγαζί ο καθένας στο όνομά μας, για να μας βοηθήσει με χρήματα, δηλαδή κανονίσαμε να μας δίνει κάθε μήνα 500 ή 600 ή 700 ευρώ στον καθένα».
Σύμφωνα με την περιγραφή, τα χρήματα δίνονταν κάθε μήνα σε ραντεβού που γινόταν σε πλατεία στη Γλυφάδα.
«Ο Κ.Ε. μου είχε πει ότι άνοιξαν στο όνομά μου ένα beach -bar στη Ρόδο, δεν γνωρίζω τίποτα για το μαγαζί αυτό ούτε που ήταν, ούτε την επωνυμία του, ή το ΑΦΜ του. Στον άνδρα μου, του είχε ανοίξει ένα σουβλατζίδικο στην κρεαταγορά στο κέντρο της Αθήνας. Μία φορά που πήγα να πάρω σουβλάκια από εκεί με τον άνδρα μου, η απόδειξη δεν έγραφε το όνομα του συζύγου, αλλά άλλο όνομα».
Η υπόθεση, όπως σκιαγραφείται, δεν περιορίζεται σε μία γειτονιά ή σε έναν κλάδο, αλλά εμφανίζει πλέγμα εταιρειών που δημιουργούν ένα δίκτυο με πολλαπλές έδρες, διαφορετικές επωνυμίες και επαναλαμβανόμενα πρόσωπα σε ρόλους διαχειριστή ή εκπροσώπου.













