• Με την απόφαση 126/29.1.2026 του Ε’ Ποινικού Τμήματος απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης των δύο Ιταλών υπηκόων ηλικίας 49 και 38 ετών, καταδικασθέντων σε υπόθεση που ξεκίνησε το καλοκαίρι του 2016 και κρίθηκε σε 1ο βαθμό το 2019 και σε 2ο βαθμό στις 3.6.2024
Η απόφαση 126/29.1.2026 του Ε’ Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης, έρχεται να σφραγίσει μια δικογραφία με έντονο κοινωνικό αποτύπωμα, που για χρόνια παρέμενε σημείο αναφοράς στη Ρόδο.
Στην καρδιά της υπόθεσης βρίσκονται δύο Ιταλοί υπήκοοι, σήμερα ηλικίας 49 και 38 ετών, οι οποίοι είχαν καταδικαστεί με την υπ’ αριθμ. 39/2024 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δωδεκανήσου, για πράξεις που αποδόθηκαν σε βάρος υπηκόου αλβανικής καταγωγής και περιγράφηκαν ως οργανωμένη αρπαγή, κακοποίηση και πολύωρη κατακράτηση.
Η εξέλιξη στον Άρειο Πάγο αφορά στην τελευταία θεσμική γραμμή ελέγχου που προβλέπεται από τον νόμο, εκεί όπου η συζήτηση μετακινείται από τα γεγονότα στην ορθότητα της νομικής κρίσης. Με την απόρριψη της αναίρεσης, η δικαστική διαδρομή που ξεκίνησε από το 2016 και πέρασε από 2 βαθμούς δικαιοδοσίας παραμένει, επί της ουσίας, ως έχει.
Η αρχή: το τηλεφώνημα, η πρόσκληση και η μεταφορά στο κατάστημα
Σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά όπως αποτυπώθηκαν στη δευτεροβάθμια απόφαση, η αφετηρία τοποθετείται το απόγευμα της 24.7.2016. Ο 49χρονος Ιταλός υπήκοος φέρεται να επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον παθόντα και να τον προσκάλεσε στο κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος που διαχειριζόταν στην Παλιά Πόλη, εμφανίζοντας τη συνάντηση ως «φιλική» και με στόχο, κατά την εκδοχή που αποτυπώθηκε δικαστικά, να διευθετηθούν ειρηνικά οικονομικές εκκρεμότητες. Στο ίδιο πλαίσιο, φέρεται να ανέθεσε στον 38χρονο συγκατηγορούμενό του να παραλάβει τον παθόντα από ξενοδοχείο όπου διέμενε προσωρινά, ώστε να οδηγηθεί στο κατάστημα.
Η λεπτομέρεια της παραλαβής από το ξενοδοχείο δεν καταγράφεται απλώς ως μια κίνηση μεταφοράς, αλλά ως στοιχείο που, για τη δικαστική κρίση, συνδέθηκε με το πώς στήθηκε η συνάντηση και με ποιον τρόπο ο παθών οδηγήθηκε σε χώρο που τελικά μετατράπηκε, όπως κρίθηκε, σε χώρο ομηρίας.
Το χρονικό του επεισοδίου: taser, δέσιμο, φίμωση και κατακράτηση στην αποθήκη
Το χρονικό διάστημα που αξιολογήθηκε ως κρίσιμο εκτείνεται από ώρα 17:00 της 24.7.2016 έως ώρα 00:30 της 25.7.2016, μέσα στο κατάστημα, όπου κατά το διατακτικό έγινε χρήση συσκευής ηλεκτρικής εκκένωσης, την οποία οι κατηγορούμενοι ακούμπησαν στον λαιμό του παθόντος, προκαλώντας ηλεκτρική εκκένωση, με αποτέλεσμα να χάσει την ισορροπία του και να ακινητοποιηθεί.
Από εκείνο το σημείο και μετά, η απόφαση περιγράφει μια αλληλουχία ενεργειών που κλιμάκωσαν τη βία και, ταυτόχρονα, έδεσαν το επεισόδιο με τον πυρήνα της κατηγορίας της διακεκριμένης αρπαγής.
Οι 2 Ιταλοί υπήκοοι, κατά την κρίση του δικαστηρίου, συνέλαβαν τον παθόντα, τον έδεσαν στα άνω και κάτω άκρα, πέρασαν στον λαιμό του καλώδιο και σχοινί και τον φίμωσαν με μαντήλι ώστε να μη μπορεί να φωνάξει. Στη συνέχεια τον μετέφεραν σε αποθήκη στο πίσω μέρος του καταστήματος, όπου τον κατακράτησαν παράνομα, αποστερώντας τον από την προστασία της πολιτείας και θέτοντάς τον σε κατάσταση ομηρίας.
Η έννοια της «ομηρίας» δεν παρουσιάστηκε ως σχήμα λόγου, αλλά ως περιγραφή της κατάστασης στην οποία βρέθηκε ο παθών: δεμένος, φιμωμένος, απομονωμένος, σε χώρο που οι τρίτοι δεν μπορούσαν να τον προσεγγίσουν, ενώ η δυνατότητα να ζητήσει βοήθεια είχε πρακτικά εξουδετερωθεί.

Τα τραύματα και η ιατροδικαστική εικόνα: μώλωπες, εκχυμώσεις και κάταγμα ρινικού οστού
Η υπόθεση δεν στηρίχθηκε μόνο σε αφηγήσεις αλλά και σε ιατροδικαστικά ευρήματα που αποτυπώθηκαν σε έκθεση κλινικής εξέτασης. Στη δευτεροβάθμια απόφαση καταγράφονται, μεταξύ άλλων, μώλωπες στη δεξιά μετωπιαία χώρα, εκχύμωση ρινός, κάταγμα ρινικού οστού, εκχύμωση δεξιού πτερυγίου ωτός, θλάση δεξιάς κροταφογναθικής, ερυθρότητα και αδρές εκχυμώσεις περιμετρικά του τραχήλου, πολλαπλές εκτεταμένες συρρέουσες εκχυμώσεις στον θώρακα και τον ώμο, γραμμοειδείς αμυχές και εκδορές σε όλο το σώμα, καθώς και γραμμοειδή εκχυμωτικά εντυπώματα περιμετρικά των καρπών που αποδόθηκαν σε περίδεση.
Η ιατροδικαστική εικόνα, όπως μεταφέρθηκε στην απόφαση, λειτούργησε ως σταθερό σημείο αναφοράς για τη βιαιότητα της επίθεσης, αλλά και για τον τρόπο τέλεσης, ειδικά σε ό,τι αφορά στον συνδυασμό ακινητοποίησης και επαναλαμβανόμενων χτυπημάτων.
Ο εντοπισμός πίσω από τους κάδους: τα ξημερώματα και το σήμα κινδύνου στην πόλη
Το επεισόδιο βγήκε από τα όρια του καταστήματος και πέρασε στον δημόσιο χώρο με τρόπο που δεν άφηνε περιθώρια παρερμηνείας. Δημοτικός υπάλληλος καθαριότητας, καταθέτοντας στο ακροατήριο, περιέγραψε ότι τα ξημερώματα, «γύρω στις 4 με 5», καθώς τραβούσαν τους κάδους απορριμμάτων, βρήκαν πίσω από αυτούς έναν άνθρωπο «πολύ άσχημα χτυπημένο», δεμένο χέρια και πόδια, με αίματα και με το κεφάλι σε κακή κατάσταση. Όπως κατατέθηκε, ειδοποιήθηκαν άμεσα οι αρχές και στη συνέχεια κλήθηκε ασθενοφόρο.
Η συγκεκριμένη στιγμή αποτέλεσε, στην πράξη, το σημείο καμπής: από μια «ιδιωτική» σύγκρουση, η υπόθεση μετατράπηκε σε σοβαρό δημόσιο συμβάν, με την κινητοποίηση αστυνομίας και τη συλλογή πειστηρίων.
Η αστυνομική έρευνα και τα πειστήρια: μαχαίρια, τσεκούρι, taser, σχοινί και καταγραφικό
Μετά τον εντοπισμό του παθόντος, το υλικό της δικογραφίας περιγράφει ότι οι αστυνομικοί οδηγήθηκαν στο κατάστημα, όπου εντόπισαν τον 38χρονο συγκατηγορούμενο, ενώ στη συνέχεια σε έρευνα στην αποθήκη βρέθηκαν και κατασχέθηκαν, μεταξύ άλλων, 3 μαχαίρια, τσεκούρι δύο πλευρών, ηλεκτρική συσκευή εκκένωσης ισχύος 3.800K volt, σχοινί, καλώδιο, ενδύματα, καθώς και μαντήλι που συνδέθηκε με τη φίμωση.
Στο ίδιο πλαίσιο καταγράφεται και κατάσχεση καταγραφικού οπτικού υλικού κλειστού κυκλώματος καμερών, καθώς και δισκίων που αποδόθηκαν σε κατοχή ναρκωτικών ουσιών για ίδια χρήση.
Η διαδρομή των αποφάσεων: 1ος βαθμός το 2019, 2ος βαθμός το 2024
Η υπόθεση κρίθηκε αρχικά το 2019 από Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο, με καταδίκες που οδήγησαν σε βαριές ποινές, ενώ στη συνέχεια ακολούθησε η εφετειακή κρίση. Στις 3.6.2024 εκδόθηκε η απόφαση 39/2024 του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δωδεκανήσου. Εκεί, για τον 49χρονο Ιταλό υπήκοο, το δικαστήριο έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς 2 πράξεις, την οπλοχρησία και την κατοχή ναρκωτικών για ίδια χρήση, λόγω παραγραφής με βάση το άρθρο 64 του Ν. 4689/2020, ενώ κατά τα λοιπά εξέτασε την έφεση κατ’ ουσίαν.
Στο σκέλος των ποινών που τελικά επιβλήθηκαν σε 2ο βαθμό στον 49χρονο, καταγράφεται ποινή κάθειρξης 7 ετών για την αρπαγή, ποινή φυλάκισης 10 μηνών για την επικίνδυνη σωματική βλάβη και ποινή φυλάκισης 1 έτους μαζί με χρηματική ποινή 2.000 ευρώ για την οπλοκατοχή, ενώ αναλύεται και ο σχηματισμός συνολικής ποινής κάθειρξης 7 ετών και 7 μηνών.
Για τον 38χρονο Ιταλό υπήκοο, η δευτεροβάθμια απόφαση καταγράφει ότι η έφεσή του απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη λόγω μη εμφάνισης και μη εκπροσώπησης, ενώ του επιβλήθηκαν δικαστικά έξοδα 400 ευρώ, παραμένοντας σε ισχύ η πρωτόδικη κρίση σε βάρος του για αρπαγή με ποινή κάθειρξης 5 ετών που είχε μετατραπεί σε χρηματική προς 10 ευρώ ημερησίως.
Οι ισχυρισμοί υπεράσπισης: άμυνα, ελαφρυντικά και η απόρριψη από το Εφετείο
Στην εφετειακή διαδικασία ο 49χρονος προέβαλε αυτοτελείς ισχυρισμούς, με κεντρικό άξονα ότι ενήργησε σε άμυνα και ότι υπήρχαν στοιχεία τραυματισμού και απειλών, ενώ ζήτησε να του αναγνωριστούν ελαφρυντικές περιστάσεις για σύννομο βίο και καλή μεταγενέστερη συμπεριφορά.
Το δικαστήριο, ωστόσο, κατέληξε στην απόρριψη των ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α και ε, κρίνοντας ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του, ενώ γίνεται ειδική αναφορά ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί κρίθηκαν αόριστοι και ότι, από την αποδεικτική διαδικασία, δεν προέκυψαν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που να θεμελιώνουν τις περιστάσεις αυτές.
Η απόφαση καταγράφει επίσης ότι συνεκτιμήθηκαν στοιχεία σχετικά με τη συνολική εικόνα ζωής και συμπεριφοράς, με μνεία σε δεδομένα που, κατά την κρίση του δικαστηρίου, δεν επέτρεπαν τον χαρακτηρισμό του προτέρου βίου ως σύννομου ούτε την αναγνώριση καλής συμπεριφοράς για μεγάλο διάστημα μετά την πράξη.
Η αίτηση αναίρεσης εστίασε σε αιτιάσεις περί εσφαλμένης νομικής κρίσης, παραβίασης δικονομικών κανόνων, ανεπαρκούς αιτιολογίας, καθώς και σε ισχυρισμούς για μη ορθή εφαρμογή των διατάξεων περί άμυνας και ελαφρυντικών. Επιπλέον τέθηκε ζήτημα για το δικαίωμα νόμιμης εκπροσώπησης του 38χρονου, καθώς η έφεσή του απορρίφθηκε χωρίς να ακουστεί.













