Εβαλε τα πράγματα στη θέση τους ο κ. Γεραπετρίτης, απαντώντας στα συνεχή «τι θα γίνει με τους ηλικιωμένους», «θα παραταθούν γι’ αυτούς τα μέτρα», «θα πάνε στα χωριά» «θα στέλνουν μήνυμα μόνον οι άνω των 65»; «Δεν αισθάνομαι ότι θα πρέπει να υπάρξουν καταναγκασμοί για τις μεγαλύτερες ηλικίες, δεν πρόκειται να υποπέσουμε σε μιας μορφής ηλικιακό ρατσισμό» ήταν η απάντησή του. Είναι βέβαια ανθρώπινο το να θέλουμε να ξορκίσουμε την αρρώστια και τον θάνατο τραβώντας μια γραμμή ανάμεσα σε εμάς, τους υγιείς, και τους άλλους – τους «ευάλωτους», τις «ασθενείς ομάδες», τους «ηλικιωμένους» – αλλά αυτό τελικά ούτε ακριβές είναι, ούτε παραγωγικό. Δεν είναι ακριβές γιατί η γραμμή ανάμεσα στην υγεία και τη μη υγεία είναι τόσο λεπτή, ουσιαστικά αόρατη, όσο κι αν εμείς προσπαθούμε απεγνωσμένα να την ενισχύσουμε με ότι βρούμε μπροστά μας. Το να θέτεις λοιπόν τα επόμενα βήματα αυτής της πανδημίας που γονατίζει εθνικά συστήματα υγείας και την παγκόσμια οικονομία ως ζήτημα προστασίας των «ευάλωτων ομάδων» δεν είναι συνταγή επιτυχίας, αλλά συνταγή κοινωνικού πολέμου. Δεν χρειάζονται ακρότητες για να αποσυντεθεί η κοινωνική συνοχή. Αρκεί αυτή η απαίσια συγκατάβαση και αίσθηση ανωτερότητας και η μνησικακία της αίσθησης αδικίας που δημιουργείται όταν κάποιες ομάδες φέρεται να χρειάζονται ειδική μεταχείριση ή να «κοστίζουν» παραπάνω στο κοινωνικό σύνολο. Η έξοδος από την κρίση δεν θα χρειαστεί μέρες, εβδομάδες ή μήνες. Θα χρειαστεί χρόνια απ’ ότι όλοι λένε. Και όποια μέτρα παρθούν είτε τώρα είτε το 2021 δεν θα είναι προς όφελος των «ευάλωτων» – όλοι είμαστε ευάλωτοι, αλλά για την επιβίωση της κοινότητας. Θα είναι μια πολύ χαμένη ευκαιρία αν αντί να αφομοιώσουμε το πόσο αλληλένδετοι είμαστε όλοι μας, μετά απ’ όλη αυτή την ιστορία νομίσουμε ότι είμαστε προστατευμένοι.

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ