ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Spiegel: Πώς η δομή της κοινωνίας της Γαλιλαίας καθόρισε τη ζωή και το έργο του Ιησού

news room 9 λεπτά ανάγνωση
Π.Τάφος

«Μετά το θάνατο του Ηρώδη Α΄, οι τρεις γιοι του ανέ­λα­βαν την εξουσία της αρχαίας Παλαι­στί­νης. Ο ένας από αυτούς, ο Ηρώδης Αντίπας (4 π.Χ – 39 π.Χ), κλη­ρο­νό­μησε την υποτελή στη Ρώμη περιοχή της Γαλι­λαίας. Ακο­λού­θησε μια άνευ προη­γου­μέ­νου οικο­νο­μική ανά­πτυξη, ένα είδος αρχαίας οικο­νο­μίας της αγοράς. Όλα αυτά δεν μπορεί να έμειναν χωρίς επιρροή στον έφηβο Ιησού. Πόσο σημά­δεψε την πορεία Του η οικο­νο­μική ανά­πτυξη της Γαλι­λαίας;», ανα­ρω­τιέ­ται το περιο­δικό Spiegel σε εκτε­νέ­στατο άρθρο του στο οποίο ανα­φέ­ρο­νται μεταξύ πολλών άλλων και τα εξής:

«Από κοι­νω­νι­κής απόψεως η Γαλι­λαία είχε δια­φο­ρε­τική δομή από τη νοτιό­τερα ευρι­σκό­μενη Ιουδαία. Στην Γαλι­λαία ζούσαν οι εργάτες και οι αγρότες, στην Ιουδαία ζούσαν οι λόγιοι και το ιερα­τείο. Η Γαλι­λαία ήταν πλούσια σε εύφορα εδάφη, η Ιουδαία μια άγονη γη. Σε έναν από τους πολλούς, μικρούς λόφους κατά μήκος της βορειο­δυ­τι­κής ακτής της -πλούσιας σε ψάρια- λίμνης της, πρέπει να έγινε και η ανα­φε­ρό­μενη από το κατά Ματ­θαίον Ευαγ­γέ­λιο «Επί του όρους ομιλία» του Χριστού, η οποία άρχιζε με τη φράση «Μακά­ριοι οι πτωχοί τω πνεύ­ματι, ότι αυτών εστίν η βασι­λεία των ουρανών».

Χωρίς τον Ηρώδη Αντίπα, δεν μπορεί κάποιος να κατα­λά­βει την ιστορία του Ιησού. Η πολι­τική του δια­μόρ­φωσε τις κοι­νω­νι­κο­οι­κο­νο­μι­κές δομές της Γαλι­λαίας και είχε ως απο­τέ­λε­σμα την μεγάλη οικο­νο­μική ώθηση και την πολι­τική στα­θε­ρό­τητα, αλλά προ­κά­λεσε επίσης κοι­νω­νική αδικία και δυστυ­χία. Και οι δύο εξε­λί­ξεις είχαν αντί­κτυπο στη ζωή του Ιησού και στην ομάδα των πιστών που σχη­μα­τί­σθηκε γύρω Του. Σε αντί­θεση με τους αδελ­φούς του, ο Αντίπας παρά τον έκδηλο φιλελ­λη­νι­σμό του, σεβά­στηκε σε πολύ μεγάλο βαθμό το εβραϊκό απο­τύ­πωμα της Γαλι­λαίας, σεβόταν τις ιου­δαϊ­κές παρα­δό­σεις, απέ­φευγε να κόψει νομί­σματα με την εικόνα του και ακο­λου­θούσε τις θρη­σκευ­τι­κές τελε­τουρ­γίες και πρα­κτι­κές του αγρο­τι­κού πλη­θυ­σμού. Δημιούρ­γησε έτσι μια σημα­ντική προ­ϋ­πό­θεση για την ανά­πτυξη της προ­σω­πι­κό­τη­τας του Ιησού. Κατά τη δεκα­ε­τία του ΄70 ξεκί­νησε μια ιστο­ρική έρευνα για τον Ιησού η οποία έδινε προ­τε­ραιό­τητα όχι στη θεο­λο­γική ερμη­νεία, αλλά προ­σπά­θησε να κατα­νο­ή­σει την προ­σω­πι­κό­τητά Του υπό το πρίσμα των κοι­νω­νι­κών συν­θη­κών.

Μέχρι το έτος 28 π.Χ, τίποτα δεν ήταν πια το ίδιο όπως και πριν, αφού κυριάρ­χησε ένα κάποιο είδος αρχαίου καπι­τα­λι­σμού στην αγρο­τική Γαλι­λαία. Η επι­δί­ωξη του κέρδους και η αύξησή του κυριαρ­χούσε στην καθη­με­ρινή ζωή των αγροτών, των αλιέων και των τεχνι­τών. Η Ρώμη διόριζε τους τοπι­κούς άρχο­ντες που έπρεπε να εισπράτ­τουν φόρο υπο­τε­λείας από τους υπη­κό­ους τους. Το βάρος των άμεσων και έμμεσων φορο­λο­γι­κών βαρών πρέπει να ήταν συντρι­πτικό και να τους συνέ­θλιβε ο φόρος ακί­νη­της περιου­σίας, ο φόρος επί των εμπο­ρι­κών συναλ­λα­γών και των επι­χει­ρή­σεων, ο κεφα­λι­κός φόρος, ο οποίος περι­λάμ­βανε επίσης τα βοοειδή και τους σκλά­βους, καθώς επίσης ο φόρος των ναών, των οδών και των γεφυρών. Το ποσό των φορο­λο­γι­κών εσόδων την εποχή εκείνη υπο­λο­γί­ζε­ται σε ποσοστό έως και 50% του εθνικού προ­ϊ­ό­ντος.

Και σαν να μην έφταναν αυτά, οι εισφο­ρές συγκε­ντρώ­νο­νταν με αμεί­λι­κτο τρόπο, αφού σπάνια τους χαρί­ζο­νταν η διοί­κηση και οι φοροει­σπρά­κτο­ρες. Οι περισ­σό­τε­ρες από τις πολυ­με­λείς οικο­γέ­νειες ήταν ανα­γκα­σμέ­νες να παρά­γουν και να εργά­ζο­νται όλο και περισ­σό­τερο για να καλύ­ψουν τις φορο­λο­γι­κές τους υπο­χρε­ώ­σεις. Το εισό­δημά τους ήταν χαμηλό, μόλις που κατόρ­θω­ναν να επι­βιώ­νουν. Εάν προ­στε­θούν και οι κακές συγκο­μι­δές, γρήγορα παγι­δευό­ταν κανείς στα χρέη, από τα οποία δεν μπο­ρούσε να ξεφύγει. «Ο φαύλος κύκλος της φτώ­χειας ήταν προ­δια­γε­γραμ­μέ­νος», κατά τον Μάρτιν Έμπνερ, καθη­γητή της Καινής Δια­θή­κης στο Πανε­πι­στή­μιο του Μίνστερ. Το χάσμα μεταξύ πλου­σίων και φτωχών, γαιο­κτη­μό­νων και αγροτών αυξή­θηκε, το χάσμα της ανι­σό­τη­τας διευ­ρύν­θηκε και ο παρα­γκω­νι­σμός των παρα­δο­σια­κών εμπο­ρι­κών συναλ­λα­γών από τη νέα οικο­νο­μία του χρή­μα­τος παρή­γαγε ολοένα και περισ­σό­τε­ρους χαμέ­νους.

Οι Ρωμαίοι ηγε­μό­νες είχαν επι­βά­λει την πολι­τική της μίσθω­σης γης: δεν ήταν η ίδια η γη πολύ­τιμη, αλλά το κέρδος που απέφερε. Επρό­κειτο για μια σαφή ρήξη με την παρά­δοση. Πιθανόν πάνω από το 90% των κατοί­κων της Γαλι­λαίας να ασχο­λού­νταν με τη γεωργία. Σε κάθε περί­πτωση, η ανά­πτυξη έπρεπε να αυξηθεί σταθερά. Όλο και περισ­σό­τε­ρες ελιές, σιτηρά, κρασί και ψάρια έπρεπε να παρα­χθούν προ­κει­μέ­νου να επι­βιώ­σουν. Οι έρευνες απο­δει­κνύ­ουν ότι την εποχή του Ιησού, το 97% της γης ήταν καλ­λιερ­γή­σιμη, έτσι η αύξηση της παρα­γω­γής ήταν τερά­στια. Το απο­τέ­λε­σμα ήταν η δημιουρ­γία μιας κοι­νω­νίας τριών στρω­μά­των: του ανώ­τε­ρου που το απο­τε­λού­σαν οι ιδιο­κτή­τες, του μεσαίου που το απο­τε­λού­σαν οι εξαρ­τη­μέ­νοι από αυτούς παρο­χείς υπη­ρε­σιών όπως οι τεχνί­τες ή οι εργάτες και το κατώ­τερο το οποίο απο­τε­λού­σαν οι ποι­μέ­νες, οι ζητιά­νοι, οι κάθε λογής φτωχοί και απο­κλει­σμέ­νοι. Θα μπο­ρούσε να φαντα­στεί κανείς ένα καλύ­τερο έδαφος παρα­γω­γής βίας, δια­μαρ­τυ­ρίας και εξέ­γερ­σης;

To έτος 28 π.X. όμως δεν ήταν ορατή καμιά εξέ­γερση, δεν υπήρχαν κοι­νω­νι­κοί επα­να­στά­τες. Με μια πρώτη ματιά, η Γαλι­λαία, παρά την εξα­θλί­ωση ολοένα και μεγα­λύ­τε­ρων τμη­μά­των του πλη­θυ­σμού της ήταν μια περιοχή σχετικά ήρεμη. Δεν υπήρχαν καν Ρωμαίοι στρα­τιώ­τες στη Γαλι­λαία. Και τότε βαφτί­στηκε στον Ιορδάνη ένας άγνω­στος άνθρω­πος από τη Ναζαρέτ, ο Ιησούς.

Οι άνθρω­ποι εκείνη την εποχή αμφέ­βαλ­λαν πλέον ότι ήταν ο περιού­σιος λαός. Όταν δημιουρ­γεί­ται ένα τέτοιο μετα­φυ­σικό κενό, η από­σταση από την εμφά­νιση προ­φη­τών είναι μικρή. Ένας από αυτούς απο­κή­ρυσσε σαφώς το μίσος, την πολι­τική ανα­τα­ραχή και τους επι­θε­τι­κούς τόνους. Ο Ιησούς ξεκί­νησε τη δημόσια δρα­στη­ριο­ποί­ησή του όταν ο Ιωάννης ο Βαπτι­στής συνε­λή­φθη και σκο­τώ­θηκε κατ΄ εντολήν του Ηρώδη Αντίπα λόγω των πολι­τι­κών προ­κλή­σεων που περιεί­χαν τα κηρύγ­ματά του. Το κίνημα που εμφα­νί­στηκε εν ονόματί του βρήκε γρήγορα ολοένα και περισ­σό­τε­ρους υπο­στη­ρι­κτές. Η επι­δί­ωξη του κέρδους, ο υλισμός και η έλλειψη ευσέ­βειας είχαν αυξηθεί τόσο πολύ ώστε οι ψαράδες και οι αγρότες της Άνω Γαλι­λαίας ποθού­σαν την ανα­νέ­ωση μιας μεγάλης υπό­σχε­σης: της άφιξης του Μεσσία.

Αλλά τι ήταν εκείνο που έκανε Αυτόν τον Ένα να ξεχω­ρί­ζει από όλους τους άλλους περι­πλα­νό­με­νους χαρι­σμα­τι­κούς προ­φή­τες της εποχής Του στην Παλαι­στίνη; Γιατί οι οπαδοί Του είδαν σε Αυτόν τον απο­κε­κα­λυμ­μένο Υιό και Λόγο του Θεού, τον ηγέτη, τον οδηγό αστέρι; Τι είχε Αυτός που δεν είχαν οι άλλοι;

Πιθανόν την δύναμη της τόλμης. Μια ριζο­σπα­στική αυτο­πε­ποί­θηση. Μεταξύ όλων όσοι δια­τυ­μπά­νι­ζαν την έλευση του Μεσσία, την ελπίδα της σωτη­ρίας, εμφα­νί­στηκε τώρα κάποιος με εμφανώς ακλό­νητη αυτο­πε­ποί­θηση και ακλό­νητη απο­στο­λική συνεί­δηση και διεκ­δι­κούσε την πλη­ρε­ξου­σιό­τητα του Θεού. Μια τόσο μεγάλη ύβρις προ­κα­λούσε βέβαια ταραχή (στους κύκλους του ιερα­τείου) και ενο­χλούσε, αφού σε τελευ­ταία ανάλυση μιλούσε ένας απλός άνθρω­πος!

Μια θεωρία, ένα σύστημα ο Ιησούς δεν ανέ­πτυξε ποτέ. Η διδα­σκα­λία Του ήταν περισ­σό­τερο ηθικής φύσεως παρά πολι­τική, η δράση του εκλε­πτυ­σμένη και όχι κραυ­γα­λέα. Επε­δί­ωκε μια κοι­νω­νία ίσων, στην οποία δεν θα είχαν όλοι το ίδιο πολλά ή το ίδιο λίγα, αλλά την κοι­νω­νία όλων με το Θεό. Οι ιεραρ­χι­κές εξου­σια­στι­κές σχέσεις και εξαρ­τή­σεις δεν είχαν θέση σε αυτήν την Βασι­λεία (του Θεού). Αλλά ούτε επρό­κειτο για ένα κοι­νω­νικό ή για ένα πολι­τικό μεταρ­ρυθ­μι­στικό πρό­γραμμα. Αντί να κάνει πολι­τική προ­πα­γάνδα, διέδιδε κανόνες συμπε­ρι­φο­ράς και δια­τύ­πωνε τις αρχές ενός νέου ήθους: του ήθους της κοι­νό­τη­τας. Αυτά που πρέ­σβευε ο Γαλι­λαίος θα πρέπει να ηχούσαν στα αυτιά των εβραϊ­κών αρχών της Ιου­δαίας, της γης των ιερέων και των μελε­τη­τών των Γραφών, από υπε­ρο­πτικά έως και εξω­φρε­νικά. Επρό­κειτο για προ­σβολή, για πρό­κληση.

«Το κίνημα του Ιησού δεν είχε συγκε­ντρώ­σει τους φτω­χό­τε­ρους των φτωχών για να ξεκι­νή­σει μια κοι­νω­νική επα­νά­σταση», κατά τον Γενς Σρέτερ, καθη­γητή Ευυαγ­γε­λι­κής Θεο­λο­γίας στο πανε­πι­στή­μιο Χού­μπολτ του Βερο­λί­νου. Θα μπο­ρούσε μάλιστα να πει κανείς ότι από κατα­βο­λής του το κίνημα του Ιησού ήταν μάλλον ένα είδος κινή­μα­τος της μεσαίας τάξης σε περιό­δους μεγάλης έλλει­ψης πνευ­μα­τι­κού προ­σα­να­το­λι­σμού. Του­λά­χι­στον οι τέσ­σε­ρις πρώτοι από τους δώδεκα κλη­θέ­ντες μαθητές ήταν, όπως θα λέγαμε σήμερα, ιδιο­κτή­τες μικρών επι­χει­ρή­σεων. Οι αδελφοί Σίμων και Ανδρέας κέρ­δι­ζαν το ψωμί τους ως ψαράδες, οι αδελφοί Ιάκωβος και Ιωάννης προ­έρ­χο­νταν από μια οικο­γέ­νεια επι­χει­ρη­μα­τιών, της οποίας ο επι­κε­φα­λής Ζεβε­δαίος απα­σχο­λούσε πολλούς εργάτες.

Ήταν τελικά το έργο του Ιησού μια έκφραση της πνευ­μα­τι­κής και κοι­νω­νι­κής κρίσης εκείνης της εποχής ή μάλλον η απά­ντηση σε αυτήν; Το μόνο σίγουρο είναι ότι δρα­στη­ριο­ποι­ή­θηκε ξαφνικά το έτος 28 π.Χ και πρέ­σβευε μια εντελώς δια­φο­ρε­τική κοι­νω­νία χωρίς ιεραρ­χία, που να δια­πνέ­ε­ται από την αλλη­λεγ­γύη και την αμοι­βαία βοήθεια. Κάτι τέτοιο όμως ήταν εντελώς δια­φο­ρε­τικό από αυτό που οι Ρωμαίοι ηγέτες είχαν κατά νου και ήθελαν οι εβραϊ­κές αρχές. Μια τέτοια διδα­σκα­λία δεν θα μπο­ρούσε να έχει μακρο­πρό­θε­σμα καλό τέλος.

Γιατί τότε ο χαρι­σμα­τι­κός Ιησούς πήγε στην Ιερου­σα­λήμ; Θα πρέπει να γνώριζε ότι η Ιουδαία ήταν εδώ και 20 χρόνια σε μια λαν­θά­νου­σας μορφής ανά­στα­τωση. Πρέπει να γνώριζε ότι πολλοί προ­φή­τες βρήκαν το τέλος τους στην Ιερου­σα­λήμ. Και έπρεπε να γνω­ρί­ζει ότι η είσοδός Του ήταν μια πρό­κληση για τις εβραϊ­κές αρχές. Γιατί πήγε τότε;

Ίσως ακριβώς γι αυτό: για να επι­διώ­ξει με τον δικό του ασυμ­βί­βα­στο τρόπο την τελική απόφαση. Οι υπο­στη­ρι­κτές του τον τιμού­σαν, αλλά οι αντί­πα­λοί του, ειδικά το συντη­ρη­τικό λαϊκό κίνημα των Φαρι­σαίων, ήταν πολυ­πλη­θέ­στε­ροι και είχαν κάνει την παρου­σία τους ιδιαί­τερα αισθητή και εκτός Γαλι­λαίας το μήνυμά Του δεν έβρισκε υπο­στη­ρι­κτές. Κάποιος ο οποίος εισέρ­χε­ται στην ιερή πόλη, αναζητά τον Ναό και εκβάλει «πάντας τοὺς πωλο­ῦντας καὶ ἀγο­ράζο­ντας ἐν τῷ ἱερῷ», και κατα­στρέ­φει «τὰς τρα­πέζας τῶν κολ­λυ­βι­στῶν καὶ τὰς καθέδρας τῶν πωλο­ύντων τὰς περι­στε­ράς» και τους λέει «Γέγρα­πται, ὁ οἶκός μου οἶκος προ­σευ­χῆς κλη­θήσε­ται· ὑμεῖς δὲ αὐτὸν ἐποι­ήσατε σπήλαιον λῃστῶν. Ἄρατε ταῦτα ἐντε­ῦθεν· μὴ ποιεῖτε τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου οἶκον ἐμπο­ρίου», δεν δείχνει το πραγ­μα­τικό του, επι­θε­τικό, οργι­σμένο πρόσωπο;

Ωστόσο, ενδεί­ξεις για το ευέ­ξα­πτο του χαρα­κτήρα του Ιησού δεν υπάρ­χουν πουθενά αλλού και επο­μέ­νως τίθεται το ερώτημα: σε τι απο­σκο­πούσε με αυτήν την σκαν­δα­λώδη Του πράξη; Ήθελε να αμφι­σβη­τή­σει τον υπο­βαθ­μι­σμένο σε «σπήλαιο ληστών» Ναό ως κέντρο του Ιου­δαϊ­σμού ή ήθελε αντί­θετα να απο­κα­τα­στή­σει την προ­γε­νέ­στερη σημασία του ως Οίκου προ­σευ­χής; Ή όλα αυτά ήταν μόνο μια δια­μαρ­τυ­ρία κατά της οικο­νο­μι­κής εξου­σίας της αρι­στο­κρα­τίας του Ναού, η οποία είχε μερίδιο στα κέρδη από το εμπόριο εντός αυτού;

Ο Ναός ήταν το πιο ευαί­σθητο σημείο της εξαι­ρε­τικά ευαί­σθη­της πόλης της Ιερου­σα­λήμ. Στη γωνία του προ­αυ­λίου, οι Ρωμαίοι είχαν κατα­σκευά­σει ένα πύργο και είχαν τοπο­θε­τή­σει μια φρουρά. Η εβραϊκή αστυ­νο­μία του Ναού παρα­κο­λού­θησε ολό­κληρη την περιοχή για να παρέμ­βει αμέσως σε περί­πτωση ανα­τα­ρα­χής. Όπως συνο­ψί­ζει ο Ελβετός λόγιος της Νέας Δια­θή­κης Ούλριχ Λουτς, τον Ιησού, δεν τον απα­σχό­λησε καθόλου ο προ­φα­νής κίν­δυ­νος τον οποίο διέ­τρεχε. «Είχε απο­δε­χθεί συνει­δητά τον πιθανό θάνατό Του ή ακόμη και να τον θέλησε.»Αλλά γιατί; Τι νόημα έχει ο θάνατος του Μεσσία, ο οποίος μόλις είχε έλθει;

Από ιου­δαϊ­κής απόψεως κανέναν: εάν ο Μεσσίας πεθάνει, πεθαί­νει η ελπίδα για τον Σωτήρα και η δια αυτού προσ­δο­κό­μενη σωτηρία. Ως Μεσσίας λοιπόν ο Ιησούς είχε απο­τύ­χει: ο νέος Δαβίδ κρε­μά­σθηκε επί ξύλου άκρως τετα­πει­νω­μέ­νος, οι Ρωμαίοι παρέ­μει­ναν κυρί­αρ­χοι κατα­κτη­τές και ο λαός συνέ­χιζε να βρί­σκε­ται σε σύγχυση. Στην πραγ­μα­τι­κό­τητα, Αυτός που ισχυ­ρι­ζό­ταν ότι κατέχει την εξουσία του Θεού δεν την είχε, διότι δια­φο­ρε­τικά δεν θα πέθαινε. Είχε απο­τύ­χει.

Όχι όμως και από χρι­στια­νι­κής απόψεως, αφού λίγο αργό­τερα θεω­ρή­θηκε ότι ο Ιησούς, ο Χριστός, πέθανε «δι᾽ ημάς τούς ανθρώ­πους και δια την ημε­τέ­ραν σωτη­ρίαν» . Και αυτό ήταν κάτι νέο, ήταν μια εντελώς δια­φο­ρε­τική αντί­ληψη του Μεσσία από αυτήν που ήταν γνωστή από τα ιου­δαϊκά κείμενα μέχρι τότε. Με μιας ο θάνατος του απε­σταλ­μέ­νου του Θεού δεν ήταν η κατα­στροφή οποία ανέ­τρεπε τα πάντα. Όχι, ήταν το φυσικό τμήμα ενός νέου δρόμου. Και σύμφωνα με την εκπλη­κτική αυτή νέα προ­ο­πτική, έπρεπε να περάσει δια του σταυ­ρι­κού θανάτου στην Ανά­σταση, την Ανάληψη και την εξύψωση μέσω του θανάτου Του. Η ιστορία του χαρι­σμα­τι­κού Γαλι­λαίου δεν τελεί­ωσε με την Σταύ­ρωση, διότι ο θάνατός Του είχε νόημα, κατά την διδα­σκα­λία του Παύλου: “Ει Χριστός ούκ εγή­γερ­ται, ματαία η πίστις υμών, έτι εστέ εν ταις αμαρ­τί­αις υμών”. Πρό­κει­ται δηλαδή για τη «μετά­φραση» του Ιου­δαϊ­σμού σε Χρι­στια­νι­σμό. Για την έναρξη μιας νέα εποχής».

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ, DER SPIEGEL

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.