ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Δεν θα γίνει κατηγορία εις βάρος εργολάβου δημοσίων έργων που κατηγορήθηκε για απιστία και υπεξαίρεση

Δαμιανός Αθανασίου 1 λεπτό ανάγνωση
Δικαστήριο Ρόδου

Να μην γίνει κα­τη­γο­ρία σε βάρος γνω­στού ερ­γο­λά­βου δη­μο­σί­ων έργων και 6 ακόμη συ­γκα­τη­γο­ρού­με­νών του, κα­τοί­κων Αθη­νών, για τα αδι­κή­μα­τα της απι­στί­ας από κοι­νού και κατ’ εξα­κο­λού­θη­ση με πε­ριου­σια­κή ζημία άνω των 30.000 ευρώ, της υπε­ξαί­ρε­σης από δια­χει­ρι­στή από κοι­νού και της άμε­σης συ­νέρ­γειας στις πρά­ξεις αυτές, απο­φά­σι­σε το Συμ­βού­λιο Πλημ­με­λειο­δι­κών Ρόδου.

Ο Ρο­δί­της ερ­γο­λά­βος είχε αφε­θεί ελεύ­θε­ρος μετά την απο­λο­γία του με τους πε­ριο­ρι­στι­κούς όρους της κα­τα­βο­λής χρη­μα­τι­κής εγ­γύ­η­σης ύψους 10.000 ευρώ και της απα­γό­ρευ­σης εξό­δου του από τη χώρα, ενώ ελεύ­θε­ροι χωρίς όρους αφέ­θη­καν οι συ­γκα­τη­γο­ρού­με­νοί του.

Κα­τη­γο­ρή­θη­κε για το ό,τι ως πρό­ε­δρος και διευ­θύ­νων σύμ­βου­λος εται­ρεί­ας και νό­μι­μος εκ­πρό­σω­πος αυτής, από κοι­νού με τους συ­γκα­τη­γο­ρού­με­νούς του, στις 20 Δε­κεμ­βρί­ου 2004 απο­φά­σι­σαν τη σύ­γκλη­ση έκτα­κτης γε­νι­κής συ­νέ­λευ­σης των με­τό­χων, γνω­στής εται­ρεί­ας, χωρίς την τή­ρη­ση των δια­τυ­πώ­σε­ων δη­μο­σιό­τη­τας, σύμ­φω­να με τις οι­κεί­ες δια­τά­ξεις του νόμου.

Εφέ­ρο­ντο συ­γκε­κρι­μέ­να να μην δη­μο­σί­ευ­σαν την πρό­σκλη­ση των με­τό­χων του­λά­χι­στον 20 ημέ­ρες πριν τη συ­νέ­λευ­ση, αλλά 10 ημέ­ρες μετά, να μην υπέ­βα­λαν στην ίδια ως άνω προ­θε­σμία  κυ­ρω­μέ­νο αντί­γρα­φο της ημε­ρή­σιας διά­τα­ξης στη Νο­μαρ­χία και να μην τοι­χο­κολ­λή­θη­κε σε εμ­φα­νή θέση στην έδρα της εται­ρεί­ας πί­να­κας με­τό­χων με δι­καί­ω­μα ψήφου,  με απο­τέ­λε­σμα να μην ενη­με­ρω­θεί και ως εκ τού­του να μην συμ­με­τέ­χει στη συ­νέ­λευ­ση ο εγκα­λών, ο οποί­ος ήταν μέ­το­χος της εται­ρεί­ας με πο­σο­στό 17,02%.

Η απου­σία του από τη συ­νέ­λευ­ση φέ­ρε­ται να είχε ως από­το­κο γε­γο­νός τη λήψη απο­φά­σε­ων, οι οποί­ες ζη­μί­ω­σαν τόσο τον ίδιο, όσο και την εται­ρεία, και συ­γκε­κρι­μέ­να επει­δή απο­φα­σί­στη­κε μεί­ω­ση του εται­ρι­κού κε­φα­λαί­ου και εν συ­νε­χεία αύ­ξη­ση αυτού, το πο­σο­στό του εγκα­λού­ντος στην εται­ρεία ανήλ­θε πλέον σε 0,098%, από 17,02%.

Λόγω της υπέρ­με­τρης μεί­ω­σης του πο­σο­στού του, ο εγκα­λών κα­τήγ­γει­λε ότι δεν είχε πια λόγο στη λήψη απο­φά­σε­ων και ως εκ τού­του, οι κα­τη­γο­ρού­με­νοι φέ­ρο­νται να προ­χώ­ρη­σαν στην κα­τάρ­τι­ση σύμ­βα­σης “sale and lease back”, δη­λα­δή πώ­λη­σαν σε τρί­τους και κα­τό­πιν μί­σθω­σαν ένα ξε­νο­δο­χείο ιδιο­κτη­σί­ας της εται­ρεί­ας, με τί­μη­μα πολύ κα­τώ­τε­ρο από την αγο­ραία αξία του.

Το ξε­νο­δο­χείο σύμ­φω­να με το κα­τη­γο­ρη­τή­ριο πω­λή­θη­κε, αντί τι­μή­μα­τος 5.500.000 ευρώ, καί­τοι η αγο­ραία του αξία την εποχή εκεί­νη ανερ­χό­ταν στο ποσό των 7.500.000 ευρώ, με απο­τέ­λε­σμα να ζη­μιω­θεί η εται­ρεία.

Επι­πλέ­ον εφέ­ρο­ντο την 31η Δε­κεμ­βρί­ου 2004 να κα­τάρ­τι­σαν τον ισο­λο­γι­σμό του έτους 2004, ο οποί­ος νό­μι­μα δη­μο­σιεύ­τη­κε στο ΦΕΚ. Πλην όμως η κα­τάρ­τι­ση του ισο­λο­γι­σμού, όπως κα­τη­γο­ρή­θη­καν, δεν έγινε νο­μό­τυ­πα, καθώς δεν με­τα­φέρ­θη­κε στα απο­τε­λέ­σμα­τα χρή­σε­ως δια­γρα­φή χρέ­ους, ύψους 1.170.183,59 ευρώ, ώστε να συμ­ψη­φι­στεί με τις υφι­στά­με­νες ζη­μί­ες, ύψους 1.090.608,43 ευρώ και να προ­κύ­ψει κέρ­δος, στο οποίο οι μέ­το­χοι θα συμ­με­τεί­χαν κατά το πο­σο­στό τους.

Επι­πλέ­ον, το επό­με­νο έτος εφέ­ρο­ντο να κα­τάρ­τι­σαν τον ισο­λο­γι­σμό του έτους 2005, ο οποί­ος νό­μι­μα δη­μο­σιεύ­τη­κε σε ΦΕΚ, στον οποίο ανα­γρά­φε­ται στην κα­τη­γο­ρία χρε­ώ­στες το ποσό των 5.975.226,24 ευρώ, χωρίς να ανα­φέ­ρο­νται τα στοι­χεία των οφει­λε­τών και μην έχο­ντας προη­γου­μέ­νως λάβει κα­νέ­να μέτρο εί­σπρα­ξης των οφει­λο­μέ­νων ή δι­κα­στι­κής τους διεκ­δί­κη­σης, με απο­τέ­λε­σμα, η εται­ρεία, της οποί­ας οι τρα­πε­ζι­κοί λο­γα­ρια­σμοί ήταν μη­δε­νι­κοί να  υπό­κει­ται βλάβη κατά το ως άνω, ανεί­σπρα­κτο, ποσό.

Κα­τη­γο­ρή­θη­κε επί­σης ότι στις 16 Φε­βρουα­ρί­ου 2005 και στις 18 Μαρ­τί­ου 2005, εμ­φά­νι­σαν εται­ρεία εκ των με­τό­χων της ανω­τέ­ρω εται­ρεί­ας, ασκώ­ντας, κα­τό­πιν της αύ­ξη­σης του εται­ρι­κού κε­φα­λαί­ου, το δι­καί­ω­μα προ­τί­μη­σης των πα­λαιών με­τό­χων, να κα­τέ­βα­λε το αντί­στοι­χο στην αξία των με­το­χών ποσό, ενώ στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα επρό­κει­το για ει­κο­νι­κή κα­τα­βο­λή και όχι εξ ιδίων κε­φα­λαί­ων.

Εφέ­ρο­ντο πα­ρα­πέ­ρα την 13η Μαρ­τί­ου 2005 να μην συ­γκά­λε­σαν το ΔΣ προ­κει­μέ­νου να απο­φα­σί­σει για τη διά­θε­ση των αδιά­θε­των με­το­χών, μετά τη λήξη της προ­θε­σμί­ας άσκη­σης του δι­καιώ­μα­τος προ­τί­μη­σης των πα­λαιών με­τό­χων, με απο­τέ­λε­σμα να πα­ρα­μεί­νουν αδιά­θε­τες, ότι στις 5 Μαρ­τί­ου 2005, χρη­σι­μο­ποί­η­σαν ποσό προ­ερ­χό­με­νο από το τί­μη­μα του πω­λη­θέ­ντος ξε­νο­δο­χεί­ου, ώστε να πλη­ρω­θούν δύο επι­τα­γές εκ­δό­σε­ως της εται­ρεί­ας, προς άγνω­στους απο­δέ­κτες και για άγνω­στη αιτία, και στις  26 Ια­νουα­ρί­ου 2005, να διέ­θε­σαν  ποσό 1.188.000 ευρώ, προ­ερ­χό­με­νο από το τί­μη­μα πώ­λη­σης του ξε­νο­δο­χεί­ου, προ­κει­μέ­νου να κα­λυ­φθούν χρέη της με­τό­χου εται­ρεί­ας, για την κά­λυ­ψη των οποί­ων δεν είχε υπο­χρέ­ω­ση η ίδια η εται­ρεία.

Από έλεγ­χο της υπό­θε­σης δεν προ­έ­κυ­ψαν στοι­χεία για να στη­ρί­ξουν τις ως άνω κα­τη­γο­ρί­ες σε βάρος τους ενώ πε­ραι­τέ­ρω φέ­ρε­ται να προ­έ­κυ­ψε ότι τα έσοδα από την πώ­λη­ση του ξε­νο­δο­χεί­ου δια­τέ­θη­καν για την κά­λυ­ψη υπο­χρε­ώ­σε­ων της εται­ρεί­ας.

Την υπό­θε­ση χει­ρί­στη­καν οι δι­κη­γό­ροι κ.κ. Γ. Μαυ­ρο­μά­της και Λευ­τέ­ρης Πάσ­σος.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.