Ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, προσέφυγε με αίτηση ακύρωσης απόφασης που έλαβε το ίδιο Δικαστήριο τον Σεπτέμβριο του 2015 με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεση που άσκησε, μια τραπεζική υπάλληλος, προϊσταμένη συναλλαγών στο κεντρικό υποκατάστημα της πρώην Λαϊκής Τράπεζας της Ρόδου.
Με την τελευταία απόφαση επιβλήθηκε στην κατηγορούμενη ποινή κάθειρξης 6 ετών.
Τον Φεβρουάριο του 2014 είχε κριθεί συγκεκριμένα ένοχη υπεξαίρεσης από κοινού και κατ΄εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας το οποίο είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, η αξία του οποίου υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ.
Η ίδια αναφέρει στην αίτηση ακύρωσης, που υπέβαλε αρμοδίως στην Εισαγγελία Εφετών ο δικηγόρος κ. Σάββας Παυλίδης, ότι συνέτρεχαν σοβαροί λόγοι για την αναβολή εκδίκασης της εφέσεως της και ότι η ίδια δεν μπορούσε για λόγους υγείας να παρίσταται στο Δικαστήριο για να την υποστηρίξει.
Όπως έγραψε η «δημοκρατική», στις 31-7-97, όταν εργαζόταν στο κατάστημα της Ιονικής Τράπεζας Νέας Αγοράς Ρόδου, τραπεζικός διευθυντής, που έχει αποβιώσει, είχε συμβουλεύσει δύο Ελληνοϊταλούς, πατέρα και γιο, να επενδύσουν το χρηματικό ποσό των 291.133,09 ευρώ σε αγορά ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου (ΟΕΔ), οι δε τελευταίοι έδωσαν εντολή στους δύο κατηγορούμενους να προβούν στην αγορά τους, επταετούς διάρκειας, ονομαστικής αξίας 100.000.000 δρχ.
Η κατηγορούμενη φέρεται, αντί να καταχωρήσει, όπως όφειλε, την παραπάνω συναλλαγή στο μηχανογραφικό σύστημα του ηλεκτρονικού υπολογιστή της τράπεζας, ώστε να λάβει η συγκεκριμένη πράξη αύξοντα αριθμό συναλλαγής και να εκδοθεί, όπως επιβαλλόταν, μηχανογραφημένο παραστατικό γραμμάτιο είσπραξης, να συμπλήρωσε χειρόγραφα έντυπο αντιγράφου γραμματίου είσπραξης της Ιονικής Τράπεζας, στο οποίο ανέγραψε το εισπραχθέν ποσό ολογράφως και αριθμητικώς, τα ονοματεπώνυμα των δύο καταθετών επενδυτών, τον κωδικό λογαριασμού τους και ως αιτιολογία την αγορά ΟΕΔ επταετούς διάρκειας, ονομαστικής αξίας 100.000.000 δρχ. και αφού υπέγραψε η ίδια το αντίγραφο του γραμματίου είσπραξης, το παρέδωσε στον τελευταίο, δίχως να εισάγει τα χρήματα στο ταμείο της τράπεζας και δίχως να τα καταχωρήσει στον προαναφερόμενο κωδικό λογαριασμού, έτσι ώστε να μην εμφανίζεται είτε στο ταμείο, είτε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της τράπεζας η κατάθεση του παραπάνω ποσού των 99.203.600 δρχ.
Τον Σεπτέμβριο του 2000, μετά τη συγχώνευση της Ιονικής Τράπεζας με την Alpha Bank, οι τραπεζικοί υπάλληλοι εξακολουθούσαν να εργάζονται με τις παραπάνω ιδιότητές τους στο ίδιο τραπεζικό κατάστημα, το οποίο ανήκε πλέον στην Alpha Bank, στο οποίο ετηρείτο κοινός λογαριασμός με συνδικαιούχους τα 3 παιδιά του ήδη θανόντος επενδυτή, μονίμους κατοίκους Pisa Ιταλίας.
Ο εκλιπών τραπεζικός γνωρίζοντας ο ίδιος όπως και η συγκατηγορούμενή του ότι το ύψος του κοινού λογαριασμού ανερχόταν στο ποσό των 204.144,63 ευρώ, φέρεται να επικοινώνησε με τους αδελφούς και τους συνέστησε να τοποθετήσουν 50.000.000 δρχ. σε προθεσμιακή κατάθεση, ώστε να έχουν μεγαλύτερη απόδοση τόκων και εκείνοι δέχτηκαν και έδωσαν την εντολή από την Ιταλία να γίνει ανάληψη του ποσού των 50.000.000 δρχ. προκειμένου να επενδυθεί σε προθεσμιακή κατάθεση.
Ακολούθως δε οι δύο τραπεζικοί υπάλληλοι στις 20-9-2000 φέρονται, αφού ανέλαβαν από τον προαναφερόμενο κοινό λογαριασμό το ποσό των 50.000.000 δρχ. ή 146.735,14 ευρώ, εκμεταλλευόμενοι το γεγονός ότι οι συνδικαιούχοι του λογαριασμού ήταν μόνιμοι κάτοικοι Ιταλίας και δεν είχαν την δυνατότητα αμέσου ελέγχου των τραπεζικών συναλλαγών τους, ιδιοποιήθηκαν παράνομα από κοινού το παραπάνω ποσό που είχε περιέλθει στην κατοχή τους. Κατηγορούνται συγκεκριμένα ότι δεν προέβησαν στην προθεσμιακή κατάθεση, όπως όφειλαν.

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ