ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Βοναπάρτης: Ένα ακριτικό τυροκομείο που φτιάχνει τα κασιώτικα τυριά των μιτάτων

news room 7 λεπτά ανάγνωση
ΒΟΝΑΠΑΡΤΗΣ ΤΥΡΟΚΟΜΕΙΟ

Ένα ζευγάρι κτη­νο­τρό­φων, ο Γιάννης Βονα­πάρ­της και η Μαίρη Διακάκη, συνε­χί­ζουν με πείσμα τη σπου­δαία τυρο­κο­μική παρά­δοση της ακρι­τι­κής Κάσου. Τα προ­ϊ­ό­ντα τους -μεταξύ των οποίων και η σπου­δαία σιτάκα- ξεχώ­ρι­σαν στις γευ­σι­γνω­σίες του «Γ» ο οποίος τους απέ­νειμε το φετινό Βραβείο «Ευή Βου­τσινά».

Αρχές Σεπτέμ­βρη, γύρω στις έξι το πρωί, η Μαίρη Διακάκη με τον σύζυγό της Γιάννη Βονα­πάρτη κατευ­θύ­νο­νται με ένα αγρο­τικό στη Μαρίτσα, μια περιοχή στην ανα­το­λική πλευρά της Κάσου, για να φρο­ντί­σουν και να αρμέ­ξουν το κοπάδι τους. Ο ημιο­ρει­νός χωμα­τό­δρο­μος είναι κακο­τρά­χα­λος, γεμάτος μεγάλες κοτρό­νες. Τις ίδιες πέτρες χρη­σι­μο­ποιού­σαν παλιό­τερα για να φτιά­ξουν τις ξερο­λι­θιές στο νησί, που είναι σπαρ­μέ­νες παντού, ακόμα και στις πιο από­κρη­μνες πλαγιές. Άφησαν πίσω τους το Φρυ, αρι­στερά φαί­νε­ται η θάλασσα, μπροστά ξεπρο­βάλ­λει η Κάρ­πα­θος. Έχει αέρα δυνατό, τον ακούς να «δέρνει» τα ξερα­μένα φρύγανα, τον βλέπεις να φου­σκώ­νει τα κύματα. Αδυνατώ να φαντα­στώ τι επι­κρα­τεί εδώ τον χειμώνα.

 

Ο Ρεξ σε όλη τη δια­δρομή ακο­λου­θεί πάνω στην καρότσα του αγρο­τι­κού. Εδώ, η Μαίρη ετοι­μά­ζε­ται να ποτίσει τα ζώα.

Ύστερα από μισή ώρα, με μια ενδιά­μεση στάση για να φορ­τώ­σουν νερό, στα­μα­τούν το αυτο­κί­νητο δίπλα σε ένα γαϊ­δούρι. Το χαϊ­δεύ­ουν και οι δυο. Από την κάτω μεριά περι­μέ­νουν οι κατσί­κες, που έχουν ακόμη λιγοστό γάλα. Από την επάνω, στην κορυφή του λόφου, γύρω από το μιτάτο τους, βρί­σκο­νται τα πρόβατα. Το γάλα τους έχει τελειώ­σει. Η Μαίρη ζαλώνει τον γάιδαρο με ζωο­τρο­φές, καθώς τέτοια εποχή δεν υπάρχει ίχνος βλά­στη­σης για βόσκηση, και ξεκι­νάει τον απότομο ανήφορο. Ο Γιάννης βάζει μπρος μια μικρή γεν­νή­τρια, για να μετα­φέ­ρει το νερό μέσω ενός μπλε σωλήνα ψηλά στις γούρνες, και κατόπιν κατη­φο­ρί­ζει προς τα κατσί­κια, για να γεμίσει τις αυτο­σχέ­διες ποτί­στρες. Μόλις τα ζώα ταϊ­στούν και ποτι­στούν, σειρά έχει το άρμεγμα.

Ο Γιάννης ταΐζει το κοπάδι του στην περιοχή Άργος.

Η Μαίρη στο κοτέτσι της οικο­γέ­νειας κοντά στο σπίτι τους. Μπορεί να είναι Ακρίτες και να ζουν σε έναν δύσβατο και ξερό τόπο, αλλά έχουν πετύχει την αυτάρ­κεια.

Οι κινή­σεις τους, αυτο­μα­το­ποι­η­μέ­νες και μετρη­μέ­νες από τη συνή­θεια, συντο­νί­ζο­νται απόλυτα. Παρά τον απε­ρί­γρα­πτο μόχθο, το πρώτο φως απο­κα­λύ­πτει στα πρόσωπά τους μια άγρια χαρά. Ακόμη μία φορά απο­δεί­χθη­καν συνε­πείς στις υπο­χρε­ώ­σεις τους, ακόμη μία φορά, μετά από τριάντα χρόνια γάμου, επι­στρέ­φουν μαζί νικητές. Η μέρα τους τώρα αρχίζει. Εκείνη θα πάει στο τυρο­κο­μείο, δίπλα στο σπίτι τους στην Αγία Μαρίνα, να δια­χει­ρι­στεί το λιγοστό γάλα, καμιά τρια­ντα­ριά κιλά. Τον υπό­λοιπο καιρό, όταν το τυρο­κο­μείο μπαίνει σε φουλ λει­τουρ­γία, εκτός από το δικό τους γάλα (περίπου 25 τόνοι, προ­ερ­χό­με­νοι από τα 220 πρόβατα και τις 80 κατσί­κες τους), αγο­ρά­ζουν και 25-30 τόνους από άλλους παρα­γω­γούς.

Όσο η Μαίρη δου­λεύει στο τυρο­κο­μείο, ο Γιάννης θα μερι­μνή­σει για τις υπό­λοι­πες δου­λειές. Πολλά πρωινά βγαίνει και για μερο­κά­ματο. Σπάει πέτρες με κομπρε­σέρ, χτίζει τοίχους, οδηγεί τρακτέρ. Είναι πολυ­τε­χνί­της ο ακρίτας αυτός με το παχύ γκρίζο μου­στάκι και τα ατίθασα μάτια, το κατα­λα­βαί­νεις από τα δου­λε­μένα χέρια του.

Ο εγγονός Βασίλης από μικρός πηγαί­νει στα κοπάδια και μαθαί­νει τις ανάγκες τους. Δεν έφυγε στιγμή από τον παππού και τη γιαγιά.

Η γιορτή του «γυρί­σμα­τος»

Μου εξηγούν ότι από τη δυτική μεριά τα πράγ­ματα είναι πιο στρωτά. Δεν ανα­γκά­ζο­νται να κου­βα­λή­σουν νερό, το μιτάτο τους εκεί είναι προ­σβά­σιμο με το αυτο­κί­νητο και, το σημα­ντι­κό­τερο, δια­θέ­τουν ένα πλήρως εξο­πλι­σμένο αρμε­κτή­ριο. Σύμφωνα με τον κανο­νι­σμό δια­χεί­ρι­σης δημο­τι­κών βοσκό­το­πων, τη μία χρονιά τα κοπάδια τους βόσκουν ανα­το­λικά, την επόμενη δυτικά. Μάλιστα, όπως αφη­γεί­ται ο Γιάννης, πέμπτης γενιάς κτη­νο­τρό­φος, ο οποίος μυήθηκε στην κτη­νο­τρο­φία από τον συνο­νό­ματο παππού του, το «γύρισμα», δηλαδή η μετα­φορά κοπα­διών από τη μία πλευρά στην άλλη, ήταν η γιορτή των βοσκών. «Κάθε 15 Ιουνίου όλοι οι κτη­νο­τρό­φοι φορού­σαν και­νούρ­για παπού­τσια, στό­λι­ζαν τα ζώα, τους περ­νού­σαν κου­δού­νια, φόρ­τω­ναν τα “μπράτι” τους στα γαϊ­δού­ρια, δηλαδή τα τυρο­κο­μικά σκεύη και την πρα­μά­τεια τους, και γύριζαν όλοι μαζί τα κοπάδια τους, σαν μια οικο­γέ­νεια».

Ο Γιάννης φρο­ντί­ζει το κοπάδι αρνιών του στην περιοχή Άργος, παρέα με τον εγγονό του, Βασίλη.

«Από τότε που γνώρισα τον κόσμο, πήγαινα στο μιτάτο», μου διη­γεί­ται αργό­τερα, καθι­σμέ­νος στην αυλή του και τρώ­γο­ντας φρε­σκο­κομ­μένα φρα­γκό­συκα. Παρέ­λαβε τη «μάντρα» από τον πατέρα του το 1996, σε ηλικία 29 χρονών. Μαζί με την κατά δέκα χρόνια μικρό­τερη γυναίκα του, μεγα­λω­μένη κι εκείνη μέσα στα πρόβατα, εγκαι­νί­α­σαν το τυρο­κο­μείο τους το 2010, αφού είχαν ήδη τρία παιδιά. Όραμά τους ήταν να συνε­χί­σουν την τυρο­κο­μική παρά­δοση του τόπου, παρα­σκευά­ζο­ντας τα αυθε­ντικά προ­ϊ­ό­ντα που έφτια­χναν οι πρό­γο­νοί τους στα μιτάτα με πιστο­ποι­η­μέ­νες δια­δι­κα­σίες, για να μπορούν να τα πουλάνε νόμιμα. Μέχρι σήμερα, παρα­μέ­νουν οι μονα­δι­κοί πιστο­ποι­η­μέ­νοι τυρο­κό­μοι της Κάσου και της Καρ­πά­θου. Εκτός από τον γολγοθά τους, έχουν να αντε­πε­ξέλ­θουν και στον αντα­γω­νι­σμό της μαύρης αγοράς, αφού οι υπό­λοι­ποι πουλάνε τα τυριά τους χύμα και χωρίς τιμο­λό­για.

Ο Γιάννης Βονα­πάρ­της μέσα στο ωρι­μα­ντή­ριο κρα­τώ­ντας ένα κεφάλι μερια­ρένο.

Οι δυσκο­λίες όμως ποτέ δεν τους απο­θάρ­ρυ­ναν, του­να­ντίον τους πεί­σμω­ναν. Τέτοια είναι η πάστα τους. Ο Γιάννης, την εποχή που οι φίλοι του ξενι­τεύ­ο­νταν στα καράβια, αγκυ­ρο­βό­λησε στο νησί για να γίνει τυρο­κό­μος. Τι κι αν του λείπει ο τένο­ντας από το δεξί πόδι, καθώς όταν ήταν παιδί δεν υπήρχε γιατρός για να επι­με­λη­θεί το χτύπημά του, ακο­λου­θεί καθη­με­ρινά το κοπάδι στις βου­νο­πλα­γιές της Κάσου. Επι­μέ­νουν πολύ στην ελεύ­θερη βόσκηση, γιατί, όπως λένε, η «αληθινή» πρώτη ύλη απο­τε­λεί ένα από τα δύο βασικά συστα­τικά των προ­ϊ­ό­ντων τους.

Το άλλο είναι η τεχνο­γνω­σία, τα μυστικά της τυρο­κό­μη­σης που κλη­ρο­νό­μη­σαν και η αλάν­θα­στη εμπει­ρική μάθηση. Από τα μικρά τα τους έμαθαν να μετρούν τη θερ­μο­κρα­σία του γάλα­κτος με το δάχτυλο, μια και δεν είχαν θερ­μό­με­τρο, και να ανα­γνω­ρί­ζουν πότε είναι η κατάλ­ληλη στιγμή για να ρίξουν την πυτιά ώστε να ετοι­μά­σουν για­ούρτι. «Η σιτάκα μάς παίδεψε πιο πολύ από όλα. Μετρού­σαμε συνεχώς τη θερ­μο­κρα­σία, ελέγ­χαμε ανά μία ώρα το γάλα, δεν μπο­ρού­σαμε να βρούμε τι φταίει. Ακόμη και τώρα που στα­θε­ρο­ποι­ή­σαμε τη δια­δι­κα­σία παρα­γω­γής, παίζει μεγάλο ρόλο ο καιρός και η ώρα του αρμέγ­μα­τος. Από τη φύση δεν ξεφεύ­γεις», λέει η Μαίρη, με φόντο τον θάλαμο ωρί­μαν­σης τυριών.

Σιτάκα, η σούπερ σταρ

Η σιτάκα, ένα αλοι­φώ­δες γαλα­κτο­μικό προϊόν του οποίου η ανα­κά­λυψη χάνεται στα βάθη των αιώνων, δημιουρ­γή­θηκε από την ανάγκη των βοσκών να μην πετάνε το γάλα που ξίνιζε τους θερι­νούς μήνες. Ελλεί­ψει ψυγείων, με τις υψηλές θερ­μο­κρα­σίες στο νησί, έψηναν το ξινι­σμένο γάλα σε καζάνια. Ανάλογα με την ποσό­τητα του γάλα­κτος, και το αν ήταν πρόβειο ή γίδινο, μια και το τελευ­ταίο απαι­τούσε περισ­σό­τερο χρόνο ψησί­μα­τος, ανά­δευαν συνε­χό­μενα από επτά έως δώδεκα ώρες, μέχρι να εξα­τμι­στεί το νερό. Χρη­σι­μο­ποιού­σαν το καλα­μού­τσι, ένα μακρύ ξύλο που στην άκρη του είχε θυμάρι για να «ξύνει» τον πάτο του καζα­νιού, όπου «κάθο­νταν» τα στερεά του γάλα­κτος. Αυτό που έμενε ήταν η σιτάκα, την οποία έτρωγαν κυρίως με μακα­ρού­νες. Η Μαίρη μάς τη σέρβιρε με κρεμ­μύ­δια τσι­γα­ρι­σμένα σε βούτυρο, μια εξαι­ρε­τική κασιώ­τικη σπε­σια­λιτέ.

Εκτός από τη σιτάκα, αυτό το σπου­δαίο και ιδιαί­τερο προϊόν, η περιο­ρι­σμένη παρα­γωγή τους περι­λαμ­βά­νει μερια­ρένο (μαλακή, αιγο­πρό­βεια, μη απο­βου­τυ­ρω­μένη γρα­βιέρα, περιο­ρι­σμέ­νης παρα­γω­γής, με ιδιαί­τερη γεύση), μια πολύ γευ­στική γρα­βιέρα, αλμυ­ρο­τύρι, μυζήθρα, δρύλλα (η κρούστα που έχει σχη­μα­τι­στεί πάνω στο γάλα, η κορυφή – οι Κασιώ­τες την τρώνε με «ζέστινο», δηλαδή φρε­σκο­ψη­μένο ψωμί), βούτυρο κι άλλα παρα­δο­σιακά γαλα­κτο­κο­μικά προ­ϊ­ό­ντα της Κάσου όπως η ελαϊκή (ξηρό ανθό­τυρο κρυμ­μένο μέσα στο βούτυρο για να δια­τη­ρεί­ται). Ούτως ή άλλως, διδά­χθη­καν ότι τίποτα δεν πάει χαμένο. Ούτε φυσικά ο κόπος τους. Παρότι δεν εξαρ­γυ­ρώ­νε­ται, αισθά­νο­νται περή­φα­νοι που δια­τη­ρούν και εξε­λίσ­σουν την τοπική παρά­δοση. Ταυ­τό­χρονα ελπί­ζουν, βαθιά μέσα τους, ότι τα τρία τους παιδιά θα μπο­ρέ­σουν να συνε­χί­σουν το έργο τους. Ήδη η Ειρήνη, που απο­φοί­τησε από τη Γαλα­κτο­κο­μική Σχολή Ιωαν­νί­νων, εργά­ζε­ται στο τυρο­κο­μείο, η Ευδοκία κρατάει το μαγα­ζάκι τους στο λιμάνι και ο Κώστας βοηθάει με το κοπάδι. Κι εμείς το ευχό­μα­στε. Γιατί τέτοιοι άνθρω­ποι λει­τουρ­γούν σαν τους «βαστα­ούς», όπως απο­κά­λεσε ο Γιάννης τα πεζού­λια που συγκρα­τού­σαν το χώμα για να καλ­λιερ­γούν σιτηρά, λιόφυτα και χαρου­πιές. Συγκρα­τούν τις παρα­δό­σεις του τόπου τους, για να φυτρώ­σουν πάνω σε αυτές οι κήποι των επό­με­νων γενεών.

Οι δύο κόρες της οικο­γέ­νειας, η Ειρήνη και η Ευδοκία. Η πρώτη εργά­ζε­ται στο τυρο­κο­μείο, η δεύτερη στο πρα­τή­ριο.

Στη γευ­σι­γνω­σία του «Γ», συμ­με­τεί­χαν οι σεφ Νένα Ισμυρ­νό­γλου, Λευ­τέ­ρης Λαζάρου, Νικός Μπίλλης, Χρι­στό­φο­ρος Πέσκιας, Ιορ­δά­νης Τσε­νε­κλί­δης, ο μάγει­ρας και ιδιο­κτή­της του Α λα Γκρεκ, Κωστής Κωστά­κης και οι δημο­σιο­γρά­φοι του «Γ» Βιβή Κων­στα­ντι­νί­δου, Νικο­λέτα Μακρυω­νί­του και Χρι­στίνα Τζιάλλα / Φωτο­γρα­φία: Άγγελος Γιω­τό­που­λος

Πηγή kathimerini.gr

Φωτο­γρα­φίες: Κων­στα­ντί­νος Τσα­κα­λί­δης / SOOC

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.