ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Πατέρας Σ. Μανώλακας: «Ο,τι σπείρουμε αυτά θα θερίσουμε, ό,τι πράττουμε αυτά θα απολαμβάνουμε»

Μαίρη Φώτη 1 λεπτό ανάγνωση
1

Συ­νέ­ντευ­ξη

στη Μαίρη Φώτη

O πα­τέ­ρας Σέρ­γιος (ή Στέρ­γος) Μα­νώ­λα­κας, 96 ετών σή­με­ρα, είναι μια σπά­νια πε­ρί­πτω­ση ιερέα. Χαί­ρει σε­βα­σμού της το­πι­κής κοι­νω­νί­ας, διότι με την πο­ρεία του έδωσε υπό­στα­ση στην έν­νοια της ιε­ρο­σύ­νης, έχο­ντας πα­ράλ­λη­λα επι­τε­λέ­σει ση­μα­ντι­κό έργο. Υπη­ρέ­τη­σε με αγάπη και σε­βα­σμό το ποί­μνιό του και το υπη­ρε­τεί μέχρι σή­με­ρα, αφού η πόρτα του σπι­τιού του είναι πάντα ανοι­χτή για όσους επι­ζη­τούν την συμ­βου­λή του.

Ηρε­μος, πράος, με την σοφία των χρό­νων του και την σε­μνό­τη­τα που κου­βα­λά από παιδί, μας άνοι­ξε το σπίτι του στις Κα­λυ­θιές και μας μί­λη­σε για την ζωή του αλλά και για την νέα πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.

Ο πα­τέ­ρας Σέρ­γιος, απο­τε­λώ­ντας μέρος της νε­ό­τε­ρης ιστο­ρί­ας της Ρόδου, μιλά με νο­σταλ­γία για τα χρό­νια που οι άν­θρω­ποι ήταν φτω­χοί αλλά είχαν πλού­σια συ­ναι­σθή­μα­τα και θλί­βε­ται, όπως λέει, γιατί σή­με­ρα οι άν­θρω­ποι είναι πιο φτω­χοί από τότε, αφού πτώ­χευ­σαν ψυ­χι­κά και συ­ναι­σθη­μα­τι­κά.

Λέει με πα­ρά­πο­νο ότι οι νέοι δεν είναι πια κοντά στην εκ­κλη­σία και πι­στεύ­ει ότι μας πε­ρι­μέ­νουν ακόμα πιο δύ­σκο­λοι και­ροί, γιατί ήρθε η ώρα να πλη­ρώ­σου­με τις αμαρ­τί­ες μας…

• Πόσων χρο­νών είστε;

Γεν­νή­θη­κα στις 15 Φε­βρουα­ρί­ου του 1921.

• Πότε γί­να­τε παπ­πάς;

Το 1963. Με­γά­λη Τε­τάρ­τη, 10 Απρι­λί­ου χει­ρο­το­νή­θη­κα διά­κο­νος στον Αγιο Νι­κό­λαο και στις 15 Αυ­γού­στου χει­ρο­το­νή­θη­κα ιε­ρέ­ας.

• Ζή­σα­τε σε δύ­σκο­λες επο­χές… Ποιες δια­φο­ρές βλέ­πε­τε στο τότε και στο σή­με­ρα;

Λυ­πού­μαι και θλί­βο­μαι με αυτά που βλέπω και πα­ρα­κο­λου­θώ, και ως άν­θρω­πος και ως ιε­ρω­μέ­νος. Από το 1931, που ήμουν στην τε­τάρ­τη τάξη, γνώ­ρι­σα τον κόσμο. Η ζωή μας τότε ήταν κα­λύ­τε­ρη κι ας μά­στι­ζε η πείνα τον κόσμο. Τότε κλει­δα­ριές δεν εί­χα­με, κοι­μό­μα­σταν ξε­κλεί­δω­τα. Τώρα βά­ζου­με σι­δε­ριές για να γλι­τώ­σου­με την ζωή μας, την οποία κα­θο­δη­γεί το χρήμα. Εγώ με­γά­λω­σα ορ­φα­νός, ο πα­τέ­ρας μου πέ­θα­νε το 1925, ήμουν τεσ­σά­ρων και είχα μια αδελ­φού­λα δύο χρο­νών. Με την χάρη του Θεού και την κα­θο­δή­γη­ση της μη­τέ­ρας μου, έφτα­σα εδώ που είμαι. Εκεί­να τα χρό­νια, κόρη μου, ήταν κα­λύ­τε­ρα αν και υπήρ­χε με­γά­λη φτώ­χεια.

• Υπήρ­χε με­γά­λη φτώ­χεια αλλά η ζωή ήταν κα­λύ­τε­ρη μας λέτε.

Ο κό­σμος σή­με­ρα είναι φτω­χός ψυ­χι­κά, πνευ­μα­τι­κά και συ­ναι­σθη­μα­τι­κά. Τότε ήμα­σταν πλού­σιοι, στην ψυχή, στο σώμα και στο πνεύ­μα. Περ­νού­σα­με πάμ­φτω­χα αλλά ήμα­σταν πλού­σιοι ψυ­χι­κά και συ­ναι­σθη­μα­τι­κά. Τώρα κόρη μου, το άγχος έχει κυ­ριεύ­σει τον κόσμο και δεν υπάρ­χει θε­ρα­πευ­τι­κή αγωγή για να το για­τρέ­ψει, ούτε το νυ­στέ­ρι του για­τρού μπο­ρεί να το κα­θα­ρί­σει. Ο κό­σμος στε­νά­ζει, πο­νά­ει, υπο­φέ­ρει. Η κρίση βα­θαί­νει… Και θα βα­θύ­νει κι άλλο. Θα πρέ­πει να πε­ρι­μέ­νου­με δύ­σκο­λα χρό­νια.

• Ακόμα πιο δύ­σκο­λα;

Πιο δύ­σκο­λα ακόμα, να το έχετε υπόψη σας αυτό. Θα έρθει πιο βαθιά κρίση. Μω­ραί­νει ο Θεός λαούς, ους βού­λε­ται απω­λέ­σαι. Πλη­ρώ­νου­με τις αμαρ­τί­ες μας, παιδί μου. Κά­πο­τε ο Ου­ρά­νιος Πα­τέ­ρας, έκαμε κα­τα­κλυ­σμό και επνί­γη ο κό­σμος. Από τότε, δεν κά­μνει πια κα­τα­κλυ­σμούς αλλά μω­ραί­νει τους κυ­βερ­νώ­ντας για να υπο­φέ­ρει ο λαός. Ηταν δυ­να­τόν ένας Χί­τλερ και κι ένας Μου­σο­λί­νι να κα­τα­κτή­σουν τον κόσμο; Τους μώ­ρα­νε ο Θεός. Χά­θη­καν εκα­τομ­μύ­ρια κό­σμου… Είναι οι αμαρ­τί­ες μας που πλη­ρώ­νου­με. Οι δρό­μοι της ζωής είναι δύο∙ ο ένας είναι του Χρι­στού, ο άλλος είναι του πει­ρα­σμού. Ο ένας είναι φω­τει­νός κι εμείς αφή­νου­με το φως και πάμε στο σκο­τά­δι. Δυ­σά­ρε­στα πράγ­μα­τα βλέπω… Δεν φταί­νε οι διοι­κού­ντες, φταί­νε οι αμαρ­τί­ες μας. Αφή­σα­με τον Θεό και πιά­σα­με τον διά­βο­λο και τον πει­ρα­σμό. Ο,τι σπεί­ρου­με αυτά θα θε­ρί­σου­με, ό,τι πράτ­του­με αυτά θα απο­λαμ­βά­νου­με.

• Η κρίση, οι δυ­σκο­λί­ες δεν έφε­ραν τον κόσμο πιο κοντά στην εκ­κλη­σία;

Όχι. Από το 1930 που ήμουν στην τρίτη τάξη, επί κα­το­χής των Ιτα­λών, το βράδυ του Σαβ­βά­του παίρ­να­με ξυ­λα­ρά­κια για τον δά­σκα­λο κι ένα ψω­μά­κι και μετά μας έβα­ζαν στην σειρά και πη­γαί­να­με στον εσπε­ρι­νό. Το πρωί της Κυ­ρια­κής, πάλι στη Θεία Λει­τουρ­γία, αν απου­σιά­ζα­με την Δευ­τέ­ρα μας πε­ρί­με­νε τι­μω­ρία. Αν δεν ήταν η εκ­κλη­σία, εμείς θα ήμα­σταν γε­νί­τσα­ροι και τούτο διότι η Τουρ­κία εδώ, έκαμε 630 χρό­νια, η Ιτα­λία 32, η Γερ­μα­νία τρία και οι Εγ­γλέ­ζοι δύο. Αλλά ήταν η εκ­κλη­σία και ο Χρι­στός που μας στή­ρι­ξε. Ο μα­κα­ρι­στός δε­σπό­της Από­στο­λος Τρύ­φω­νας, ήταν ήρωας διότι έκανε σχο­λεία και δι­δά­σκο­νταν τότε η θρη­σκεία και η εθνι­κό­τη­τα και οι δά­σκα­λοι πλη­ρώ­νο­νταν από την εκ­κλη­σία. Τώρα κόρη μου, στο χωριό μου έχου­με πάνω από 500 παι­διά και δεν βλέ­που­με ένα στην εκ­κλη­σία… Οι μη­τέ­ρες πρέ­πει να παίρ­νουν οι ίδιες τα παι­διά τους στην εκ­κλη­σία, για να βά­λουν στην ψυχή τους και στην καρ­διά τους τον Θεό. Να βά­λουν τον φόβο του Θεού και την αγάπη του λαού μέσα τους. Ούτε ένα παι­δά­κι δεν βλέπω σή­με­ρα στην εκ­κλη­σία. Πώς θα μά­θουν αυτά τα παι­διά τον σε­βα­σμό και την αγάπη για τον συ­νάν­θρω­πο; Αν δεν ήταν η εκ­κλη­σία, η μη­τέ­ρα μου χή­ρε­ψε 23 χρο­νών, δεν θα εί­χα­με ούτε ψωμί να φάμε. Ο μα­κα­ρι­στός δε­σπό­της Από­στο­λος Τρύ­φω­νας τότε έδινε δω­ρε­άν στα ορ­φα­νά τα μο­λύ­βια και τα βι­βλία κι έτσι πήγα και εγώ στο σχο­λείο κι έμαθα αυτά τα λίγα γράμ­μα­τα, της έκτης του δη­μο­τι­κού σχο­λεί­ου. Απο­φοί­τη­σα το 1932-1933 και από παι­δά­κι αγά­πη­σα την εκ­κλη­σία.

• Πότε απο­φα­σί­σα­τε να γί­νε­τε παπ­πάς;

Πα­ντρεύ­τη­κα, έκανα μια ενά­ρε­τη οι­κο­γέ­νεια και ασχο­λού­μουν με την γε­ωρ­γία. Κά­πο­τε έπεσε ένας κε­ραυ­νός και σκό­τω­σε έναν από τους επι­τρό­πους της εκ­κλη­σί­ας και τότε με κά­λε­σαν στο γρα­φείο για να τον αντι­κα­τα­στή­σω. Δεν είχα καιρό να χάνω διότι έπρε­πε να συ­ντη­ρώ επτά άτομα στο σπίτι, αλλά επει­δή δεν ξέ­χα­σα την χάρη που μου έκανε η εκ­κλη­σία, απο­δέ­χθη­κα την πρό­σκλη­ση.

Το 1962, που έκλει­σε ένας χρό­νος, πήρα τα βι­βλία για έλεγ­χο. Τότε Πρω­το­σύ­γκε­λος ήταν ένας κα­λό­τα­τος άν­θρω­πος, ο Αλέ­ξαν­δρος Θε­ο­δω­ρα­κό­που­λος που ήταν και μου­σι­κο­δι­δά­σκα­λος.

Μου λέει, «Αφησε τα βι­βλία και ανέβα στην βε­ρά­ντα που σε θέλει ο Δε­σπό­της».  Δε­σπό­της ήταν τότε ο Σπυ­ρί­δων Συ­νο­δι­νός. Βγαί­νω πάνω, η ώρα ήταν 11:40. Με ρωτά, «τι γνώ­σεις έχεις;». Του απα­ντώ «Σε­βα­σμιό­τα­τε τε­λεί­ω­σα το δη­μο­τι­κό».

Μου λέει τότε «είσαι καλός, ετοι­μά­σου θα σε κάνω παππά». «Μα τι θα λέω, γράμ­μα­τα δεν ξέρω, ψάλ­της δεν έκαμα… Τι θα λέω;». Και μου απα­ντά: «εσύ δεν θα λες τί­πο­τα, ο Χρι­στός θα σε φω­τί­ζει κι εσύ θα μιλάς».

Εγώ του είπα «Δε­σπό­τη μου θα γί­νου­με ρε­ζί­λι, παπ­πάς αγράμ­μα­τος πού ξα­να­κού­στη­κε;» και μου λέει ότι και ο Χρι­στός ως άν­θρω­πος, δεν προ­τί­μη­σε τους μορ­φω­μέ­νους Φα­ρι­σαί­ους, Τε­λώ­νες και Εβραί­ους για να κάμει μα­θη­τές αλλά μά­ζε­ψε τους αγράμ­μα­τους ψα­ρά­δες επει­δή ήταν ανα­μάρ­τη­τοι και με την φώ­τι­ση του Θεού, έγι­ναν κή­ρυ­κες της Οι­κου­μέ­νης. Το συ­ζή­τη­σα με την μα­κα­ρι­στή πρε­σβυ­τέ­ρα μου, την μα­κα­ρι­στή μη­τέ­ρα μου και με τον πε­θε­ρό μου… Ξα­να­πή­γα στην Μη­τρό­πο­λη για δου­λειές της επι­τρο­πής, ο Δε­σπό­της επέ­με­νε… Τότε μου είπε να αφήσω γε­νειά­δα και εγώ του ζή­τη­σα αν είναι με κάμει παππά, να με κάμει στο χωριό μου γιατί εγώ ζούσα από τα κτή­μα­τα και ήθελα να συ­νε­χί­σω να ερ­γά­ζο­μαι για να συ­ντη­ρώ την οι­κο­γέ­νειά μου. Ετσι άφησα την γε­νειά­δα και τον Απρί­λιο του 63, στον Αγιο Νι­κό­λαο στη Ρόδο χει­ρο­το­νή­θη­κα διά­κο­νος και 15 Αυ­γού­στου ημέρα Πέμ­πτη, χει­ρο­το­νή­θη­κα ιε­ρέ­ας στα Τριά­ντα, πα­ρου­σία του Ι. Ζίγδη. Την Κυ­ρια­κή 18 Αυ­γού­στου, τέ­λε­σα το πρώτο μου μυ­στή­ριο και στε­φά­νω­σα την κόρη μου.

• Και έκτο­τε υπη­ρε­τεί­τε την ιε­ρο­σύ­νη.

Εκτο­τε επλού­τη­σα τις γνώ­σεις μου δια­βά­ζο­ντας και έμαθα πολλά ωφέ­λι­μα πράγ­μα­τα… Ηθελα να μάθω πράγ­μα­τα, να αφήσω έργο στους απο­γό­νους. Τότε έκαμα την εκ­κλη­σία του Αγίου Νε­κτα­ρί­ου. Βά­λα­με θε­μέ­λιο λίθο το 1967, 14 Μαΐου Κυ­ρια­κή των Μυ­ρο­φό­ρων και το 1974 ετε­λεί­ω­σε η εκ­κλη­σία. Από κει και μετά, ανα­στή­λω­σα Μονές και στο τέλος έκανα κι εγώ ένα εκ­κλη­σά­κι, εκεί που έχτι­σαν σπί­τια τα παι­διά μου, για να φω­τί­ζει τα παι­διά μου, τους απο­γό­νους μου… Το αγιο­γρα­φή­σα­με και το δω­ρί­σα­με στην εκ­κλη­σία. Ο Χρι­στός βλέ­πο­ντας τις προ­σπά­θειές μου, με αντά­μει­βε. Εχω ακόμα σω­μα­τι­κές δυ­νά­μεις και πνευ­μα­τι­κές και ψυ­χι­κές. Μά­λι­στα πριν 6-7 μήνες, ο πα­τέ­ρας Νε­κτά­ριος Πόκ­κιας με πήρε στο Θάρρι και έλαβα μέρος στη Λει­τουρ­γία. Με έχει τι­μή­σει η Μη­τρό­πο­λη, ο Δήμος Καλ­λι­θέ­ας και ο Πο­λι­τι­στι­κός Σύλ­λο­γος, όμως εγώ θέλω να μου δώσει την Δόξα ο Θεός και όχι οι άν­θρω­ποι. Τα επί­γεια είναι ψεύ­τι­κα όλα, φθαρ­τά και πρό­σκαι­ρα… Η δια­δρο­μή της ζωής μας, είναι ένα όνει­ρο, είναι σύ­ντο­μη. Σκέ­φτο­μαι, τα 96 μου χρό­νια πού πήγαν; Χά­θη­καν… Είναι ένα όνει­ρο η ζωή.

• Πώς να κά­νου­με αυτή την σύ­ντο­μη ζωή κα­λύ­τε­ρη; Αυτό το όνει­ρο που λέτε, πώς θα γίνει όμορ­φο και όχι εφιάλ­της;

Με τις καλές πρά­ξεις και τα καλά λόγια. Να στα­θού­με στο ύψος μας, να μην κά­νου­με αμαρ­τί­ες. Να μην πε­ρι­φρο­νού­με το μυ­στή­ριο του γάμου, που σή­με­ρα όλο και πε­ρισ­σό­τε­ροι το πε­ρι­φρο­νούν. Να κά­νου­με μια ενά­ρε­τη ζωή. Φτά­νει να με­τα­νο­ού­με, η με­τά­νοια δεν θέλει ούτε λεφτά, ούτε τί­πο­τα. Με τη με­τά­νοια θα μπο­ρού­με να ελ­πί­ζου­με στην αιώ­νια βα­σι­λεία. Πρέ­πει να πι­στεύ­ου­με για να μπο­ρού­με να ει­σα­κου­στού­με, και να μην επι­κα­λού­μα­στε τα Θεία μόνο στις δύ­σκο­λες στιγ­μές μας. Πρέ­πει να κα­θα­ρί­σου­με την ψυχή μας, με την Ιερά Εξο­μο­λό­γη­ση. Το ρου­χα­λά­κι σου όταν λε­ρω­θεί, δεν το πετάς το πλύ­νεις και το ξα­να­βά­ζεις. Το σω­μα­τά­κι σου όταν λε­ρώ­νε­ται το κα­θα­ρί­ζεις με το αφρό­λου­τρο. Την ψυχή, γιατί δεν την κα­θα­ρί­ζου­με;

• Εχου­με χάσει τον δρόμο του Θεού και πρέ­πει να επι­στρέ­ψου­με εκεί, αυτή είναι η σω­τη­ρία, μας λέτε.

Όταν ένα πλοίο το χτυ­πά­νε τα κύ­μα­τα, ανα­ζη­τεί το πλη­σιέ­στε­ρο λι­μά­νι για να σωθεί. Το δικό μας λι­μά­νι, είναι ο Χρι­στός.

• Οι νέοι άν­θρω­ποι, ζη­τά­νε σή­με­ρα την συμ­βου­λή σας;

Όχι… Ισα ίσα που κά­ποιοι απα­ξιώ­νουν το έργο και τον ρόλο του παππά. Όμως, επει­δή θέλω να είμαι σω­στός θα σας πω ένα γνω­μι­κό. Κά­πο­τε ένας παπ­πάς είπε στο ποί­μνιό του «Ο έχων δύο χι­τώ­νας δια­δό­τω τω μη έχο­ντι». Τον ρώ­τη­σε η πρε­σβυ­τέ­ρα του, αγράμ­μα­τη γυ­ναί­κα, τι εν­νο­ού­σε και τότε ο παπ­πάς της είπε «αν έχου­με δύο πα­ντε­λό­νια, να δί­νου­με το ένα ή δύο ζευ­γά­ρια πα­πού­τσια να δί­νου­με το ένα…». Μια μέρα που ο παπ­πάς πήγε να σπεί­ρει, η πα­πα­διά έδωσε σε έναν ρα­κέν­δυ­το πε­ρα­στι­κό το δεύ­τε­ρο πα­ντε­λό­νι του παππά. Όταν γύ­ρι­σε ο παπ­πάς, επει­δή είχε βρα­χεί, ζή­τη­σε να αλ­λά­ξει πα­ντε­λό­νι και του είπε η πα­πα­διά ότι το είχε δώσει… Και τότε της λέει: «Μα είσαι πα­λα­βή; Όλα κι όλα δυο ήταν τα πα­ντε­λό­νια μου». Η πα­πα­διά απο­ρη­μέ­νη του λέει «μα εσύ δεν μου είπες όποιος έχει δυο πα­ντε­λό­νια να δίνει το ένα;». «Όχι τα δικά μας, των αλ­λω­νών» απο­κρί­θη­κε ο παπ­πάς. Όταν ήρθε το πλή­ρω­μα του χρό­νου ο παπ­πάς πέ­θα­νε και μετά πέ­θα­νε και η πα­πα­διά. Η πα­πα­διά είχε δύο αγ­γέ­λους που την δια­κο­νού­σαν και διε­ρω­τή­θη «εγώ που δεν έκανα τί­πο­τα, έχω δυο υπη­ρέ­τες αγ­γέ­λους, ο παπ­πάς μου πό­σους θα ΄χει…». Μια μέρα ζή­τη­σε να δει τον παππά και την πήγαν σε ένα δω­μά­τιο, όπου βλέ­πει τον παππά, μέχρι τον λαιμό χω­μέ­νο στην πίσσα κι εκεί­νη ανα­στέ­να­ξε. Και τότε της λέει ο παπ­πάς «ευ­τυ­χώς που βρέ­θη­κε από κάτω ο Δε­σπό­της και πά­τη­σα πάνω του αλ­λιώς θα ήταν και το κε­φά­λι μου μέσα στην πίσσα». Κόρη μου, «πολ­λοί γαρ εισί κλη­τοί, ολί­γοι δε εκλε­κτοί». Πολ­λοί παπ­πά­δες αλλά… λίγοι παπ­πά­δες. Την αλή­θεια θέλω να λέγω.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

  • ΕΡΜΙΟΝΙΟΣ Αk  /  26.11.2016 22:52

    ΜΑΥΡΑ ΤΑ ΧΙΟΝΙΑ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ ΜΑΥΡΑΑΙ ΣΤΑ ΜΥΑΛΑ ΣΟΥ ΑΓΙΕΕ ΕΒΡΑΙΟΔΟΥΛΕ

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.