ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Ανυπόστατος κρίθηκε και ο δεύτερος γάμος ομοφύλων στην Τήλο

Δαμιανός Αθανασίου 4 λεπτά ανάγνωση
Γκει Τήλος γάμος

Mε την υπ’ αρίθμ. 1428/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου κρίθηκε ανυ­πό­στα­τος και ο δεύ­τε­ρος πολι­τι­κός γάμος ομο­φύ­λων, που έγινε στην Τήλο την 2α Ιουνίου 2008, από τον αεί­μνη­στο δήμαρχο Τάσο Αλιφέρη.

Ο Θεμι­στο­κλής με τον Δημήτρη ήταν από τα πρώτα ομόφυλα ζευ­γά­ρια που παντρεύ­τη­καν στην Ελλάδα.

Στο Β’ Τμήμα του Ανω­τά­του Δικα­στη­ρίου συζη­τή­θηκε η αίτηση αναί­ρε­σης της υπ’ αρίθμ. 134/2011 από­φα­σης του Εφε­τείου Δωδε­κα­νή­σου που έκρινε τους γάμους τους «ως παρα­νό­μως τελε­σθέ­ντες και ανυ­πό­στα­τους, νόμω ανύ­παρ­κτους και χωρίς να παρά­γε­ται εξ αυτών κανένα έννομο απο­τέ­λε­σμα».

Ομοια απόφαση έχει εκδοθεί εξάλλου για τον γάμο δύο ομό­φυ­λων γυναι­κών.

Στο δια­τα­κτικό της από­φα­σης του Αρείου Πάγου, ανα­φέ­ρε­ται εισα­γω­γικά ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1372 εδ. γ ΑΚ, γάμος που έγινε χωρίς να τηρηθεί καθόλου ένας από τους τύπους που προ­βλέ­πο­νται στο άρθρο 1367 είναι ανυ­πό­στα­τος.

«Στην περί­πτωση τελέ­σεως πολι­τι­κού γάμου μεταξύ δύο προ­σώ­πων του ιδίου φύλου (ομο­φύ­λων), για τον οποίο έχουν τηρηθεί κατ’ αρχήν οι τύποι που προ­βλέ­πο­νται γι’ αυτόν, ανα­φύ­ε­ται το ανα­γκαίο για το υπο­στατό του γάμου ζήτημα, ποιοι μπορεί να είναι οι “μελ­λό­νυμ­φοι”, που ανα­φέ­ρο­νται στην πιο πάνω διάταξη, και συγκε­κρι­μένα, αν μπορούν να είναι πρόσωπα που ανήκουν στο ίδιο φύλο.

Εκ πρώτης όψεως είναι προ­φα­νές ότι η γραμ­μα­τική ερμη­νεία της δια­τά­ξεως δεν προ­σφέ­ρει λύση στο ζήτημα, καθώς η λέξη “μελ­λό­νυμ­φοι” δεν προσ­διο­ρί­ζει χαρα­κτη­ρι­στικό φύλου.

Προ αυτού του κενού είναι ανα­γκαία η προ­σφυγή στο σκοπό του νόμου και τη βούληση του νομο­θέτη, όπου με τον όρο αυτό δεν νοείται φυσικά μόνο ο εθνικός νομο­θέ­της, δηλαδή οι κανόνες της εσω­τε­ρι­κής έννομης τάξεως, αλλά και οι διε­θνείς συν­θή­κες, οι οποίες κατά ρητή συνταγ­μα­τική διάταξη (άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγ­μα­τος) υπε­ρι­σχύ­ουν των κοινών νόμων.

Με αφε­τη­ρία την Ευρω­παϊκή Σύμβαση των Δικαιω­μά­των του Ανθρώ­που (ΕΣΔΑ), κρίσιμη είναι η διάταξη του άρθρου 12 αυτής, σύμφωνα με την οποία “άμα τη συμπλη­ρώ­σει ηλικίας γάμου, ο ανήρ και η γυνή έχουν το δικαί­ωμα να συνέρ­χω­νται εις γάμον και ιδρύ­ω­σιν οικο­γέ­νειαν συμ­φώ­νως προς τους διέ­πο­ντας το δικαί­ωμα τούτο εθνι­κούς νόμους”.

Όπως προ­κύ­πτει από την παρα­πάνω διάταξη, το δικαί­ωμα συνά­ψεως γάμου και της δημιουρ­γίας οικο­γέ­νειας ανα­γνω­ρί­ζε­ται και στα δύο φύλα, χωρίς να παρέ­χε­ται και εδώ άμεση λύση στο εάν υπο­νο­εί­ται ότι ο “ανήρ” και η “γυνή” μπορούν να συνά­πτουν γάμο απο­κλει­στικά ο ένας με τον άλλο ή και μεταξύ τους.

Είναι προ­φα­νές ότι η διάταξη παρα­πέ­μπει στην εκά­στοτε εσω­τε­ρική έννομη τάξη, δηλαδή η σύμβαση ανα­γνω­ρί­ζει μεν το δικαί­ωμα συνά­ψεως γάμου και στα δύο φύλα, όμως ως προς τους όρους και τις προ­ϋ­πο­θέ­σεις τελέ­σεώς του παρα­πέ­μπει στον εθνικό νομο­θέτη, αφή­νο­ντας σ’ αυτόν την πρω­το­βου­λία και την αρμο­διό­τητα να ορίσει σχετικά» ανα­φέ­ρε­ται στην απόφαση.

Επι­ση­μαί­νε­ται εξάλλου ότι ως προς τον όρο “μελ­λό­νυμ­φοι”, αφε­τη­ρία των συγ­γρα­φέων, παλαιο­τέ­ρων και συγ­χρό­νων, που ασχο­λή­θη­καν με την ερμη­νεία του αστικού κώδικα, απο­τε­λεί ο ορισμός του γάμου, όπως δια­τυ­πώ­θηκε από τον Μοδε­στίνο, Ρωμαίο νομο­δι­δά­σκαλο του 3ου μ.Χ. αιώνα, ο οποίος μάλιστα δεν ήταν Χρι­στια­νός, και σύμφωνα με τον οποίο “γάμος εστί ένωσις ανδρός και γυναι­κός και συγκλή­ρω­σις του βίου παντός, θείου τε και ανθρω­πί­νου δικαίου κοι­νω­νία”.

Κατά λογική ακο­λου­θία, στα ερμη­νευ­τικά συγ­γράμ­ματα του αστικού κώδικα, η διαφορά φύλου ανα­φέ­ρε­ται ως στοι­χείο του υπο­στα­τού του γάμου και αξιού­μενη προ­ϋ­πό­θεση από το νόμο, παρά το γεγονός ότι κάτι τέτοιο δεν ανα­φέ­ρε­ται ρητά στο νόμο, αφού με τη μη θέσπιση του πολι­τι­κού γάμου, ο ορισμός του γάμου στον ΑΚ ήταν περιτ­τός, ενόψει του ότι η χρι­στια­νική εκκλη­σία ενέ­κρινε πλήρως τον παρα­πάνω ορισμό του Μοδε­στί­νου.

Με βάση τα παρα­πάνω προ­κύ­πτει ότι υπό το ισχύον εθνικό νομο­θε­τικό πλαίσιο δεν κατα­λεί­πε­ται η ευχέ­ρεια τελέ­σεως γάμου μεταξύ ομο­φύ­λων προ­σώ­πων, αφού η διαφορά φύλου θεω­ρεί­ται, σχεδόν καθο­λικά, προ­ϋ­πό­θεση του υπο­στα­τού του γάμου, όπως τον αντι­λαμ­βά­νε­ται ο έλληνας νομο­θέ­της.

Εξάλλου, η βούλησή του ως προς την αντι­με­τώ­πιση ανά­λο­γης κατα­στά­σεως, του μορ­φώ­μα­τος δηλαδή της ελεύ­θε­ρης συμ­βιώ­σεως, απο­τυ­πώ­θηκε σχετικά πρό­σφατα στο ν. 3719/2008, που περι­λαμ­βά­νει ρυθ­μί­σεις για τα ετε­ρό­φυλα ζευ­γά­ρια, και στο ν. 4356/2015, που περι­λαμ­βά­νει ρυθ­μί­σεις για τα ομόφυλα ζευ­γά­ρια, γεγονός το οποίο, ανε­ξάρ­τητα από τον αντί­λογο που θα μπο­ρούσε να παρα­θέ­σει κανείς, απο­τε­λεί την έκφραση της βου­λή­σεως της εσω­τε­ρι­κής έννομης τάξεως, η οποία θεω­ρεί­ται ότι αντα­να­κλά τις ηθικές και κοι­νω­νι­κές αξίες και παρα­δό­σεις του ελλη­νι­κού λαού, που δεν απο­δέ­χε­ται τη θέσπιση γάμου για τα ομόφυλα ζευ­γά­ρια.

Από συνταγ­μα­τική άποψη, όπως τονίζει ο Αρειος Πάγος, το νομο­θε­τικό αυτό πλαίσιο (της δια­φο­ράς φύλου ως στοι­χείου για το υπο­στατό του γάμου) δεν κείται εκτός των ορίων των άρθρων 4 παρ. 1, για την αρχή της ισό­τη­τας, και 5 παρ. 1, για την ελεύ­θερη ανά­πτυξη της προ­σω­πι­κό­τη­τας.

Εκρινε εξάλλου ότι η μη ανα­γνώ­ριση της ευχέ­ρειας τελέ­σεως γάμου μεταξύ ομο­φύ­λων κρί­νε­ται δικαιο­λο­γη­μένη, αφού πρό­κει­ται για πρόσωπα που βρί­σκο­νται κάτω από δια­φο­ρε­τι­κές συν­θή­κες, δηλαδή δεν είναι άνδρας και γυναίκα, αλλά άτομα του ιδίου φύλου.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.