Δεν έχει άμεση εφαρμογή στην Ελλάδα η πρόσφατη απόφαση που εξέδωσε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ), το οποίο δικαίωσε την Ισπανία για την απόφαση των αρχών της να απομακρύνουν μετανάστες που επεχείρησαν να εισέλθουν παρανόμως στη χώρα.

Αυτό είναι το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουν κυβερνητικοί αξιωματούχοι οι οποίοι ενημερώθηκαν για την επίμαχη υπόθεση, η οποία δημιούργησε την –λανθασμένη, όπως αποδεικνύεται- εντύπωση ότι μπορεί να γίνουν μαζικές απελάσεις στην Τουρκία όσων εισέρχονται με βάρκες στα ελληνικά νησιά του Ανατολικού Αιγαίου.

Ο ίδιος ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) Λίνος Αλέξανδρος Σισιλιάνος έδωσε στη Βουλή των Ελλήνων διευκρινίσεις για το ζήτημα, κάνοντας λόγο για παρανόηση που έγινε στην ερμηνεία των πραγματικών γεγονότων επί των οποίων κλήθηκε να λάβει θέσει το ΕΔΔΑ.

Απαντώντας σε ερωτήματα βουλευτών – μελών αρμόδιων Επιτροπών, ο κ. Σισιλιάνος αφού επεσήμανε ότι «η απόφαση αυτή, αφενός μεν κατακρίθηκε από ορισμένους, αφετέρου επαινέθηκε υπερβολικά από άλλους», παρατήρησε: «Θεωρώ ότι και οι κατακρίνοντες και οι θριαμβολογούντες ξεκινούν από λάθος βάση, διότι το Euronews, από το οποίο ξεκίνησαν όλα, έδωσε μια λάθος πληροφορία, ότι δηλαδή, οι δύο προσφεύγοντες ήταν αιτούντες άσυλο.

Εξήγησε ότι οι δύο προσφεύγοντες δεν ήταν αιτούντες άσυλο, αλλά «οικονομικοί μετανάστες». Και συμπλήρωσε: «Δεν είναι μια επαναστατική απόφαση», αλλά «μια απόφαση εναρμονισμένη με το κεκτημένο του ΟΗΕ, εναρμονισμένη με το κεκτημένο του Σένγκεν, η οποία ‘‘πατάει’’ και σε προηγούμενη νομολογία και αφορά ως επί το πλείστον τα χερσαία σύνορα». Είπε, τέλος, ότι η απόφαση «σηματοδοτεί μια αυστηροποίηση», προσθέτοντας, όμως, «αυστηροποίηση ναι, αλλά πάντα με σεβασμό των αρχών και των συμβατικών κειμένων, ιδίως της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το καθεστώς των προσφύγων».

Σύμφωνα με πληροφορίες η υπόθεση που απασχόλησε το ΕΔΔΑ εκτυλίχθηκε τον Αύγουστο του 2014, όταν μια ομάδα ατόμων επιχείρησε δια της βίας να παραβιάσει την περίφραξη που έχει τοποθετηθεί γύρω από τον ισπανικό θύλακα Μελίγια που περικλείεται από μαροκινό έδαφος.  Όσοι κατόρθωσαν να περάσουν, συνελήφθησαν από τις  ισπανικές αρχές και επιστράφηκαν στο Μαρόκο. Δύο από αυτούς -ο ένας από το Μάλι είχε εγκαταλείψει την πατρίδα του λόγω ενόπλων συγκρούσεων- προσέφυγαν στο ΕΔΑΔ, υποστηρίζοντας ότι η Ισπανία παραβίασε το Πρωτόκολλο 4 της Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, που ορίζει ότι «απαγορεύονται οι συλλογικές απελάσεις».

Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι αιτούντες είχαν παρανομήσει όταν προσπάθησαν να εισέλθουν δια της βίας και ότι είχαν επιλέξει να μην χρησιμοποιήσουν τις υπάρχουσες διαδικασίες για να εισέλθουν νόμιμα στην Ισπανία, παρόλο που προσφέρεται δυνατότητα υποβολής αιτήσεως εισόδου σε συνοριακό σημείο, καθώς και δυνατότητα για αίτημα ασύλου ή  θεώρησης εισόδου στις πρεσβείες της Ισπανίας. Κατέληξε, έτσι, στην απόφαση ότι η συλλήβδην απέλασή τους ήταν συνέπεια της δικής τους συμπεριφοράς.

Η εξέλιξη αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επιτρέπει στην Ελλάδα να απελαύνει συλλήβδην στην Τουρκία τους νέο-εισερχόμενους χωρίς να τους δοθεί η δυνατότητα να υποβάλλουν αίτηση για άσυλο. Κι αυτό διότι, σε αντίθεση με την περίπτωση της Ισπανίας, δεν υφίστανται διαδικασίες ούτε στα σύνορά μας για να υποβάλλει κάποιος αίτηση εισόδου ούτε τέτοιες διαδικασίες στα προξενεία μας.

Πιο συγκεκριμένα, η επίμαχη υπόθεση έχει τρεις ουσιώδεις διαφορές σε σχέση με το ζήτημα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα.

Πρώτον: Η υπόθεση αφορούσε σε χερσαίο σύνορο, όπως αυτό του Έβρου και όχι θαλάσσιο.
Δεύτερον: Οι δύο αιτούντες χρησιμοποίησαν βία για να εισέλθουν στον ισπανικό θύλακα και θα ήταν δύσκολο να ισχυριστεί κανείς ότι η είσοδος με πλοιάρια στα ελληνικά νησιά συνιστά βία.
Τρίτον: Κανένας από τους αιτούντες δεν είχε προηγουμένως χρησιμοποιήσει τις νόμιμες εισόδους.

Το τελευταίο είναι θετικό, διότι κανείς από τους εισερχόμενους στην Ελλάδα δεν έχει υποβάλει σχετικό αίτημα στις νόμιμες εισόδους.  Από την άλλη, όμως, η Ελλάδα δεν προσφέρει εντός τουρκικού εδάφους τη δυνατότητα σε κάποιον να υποβάλλει αίτημα εισόδου στη χώρα λόγω του ότι διώκεται στην πατρίδα του.  Και, όπως ανέφερε το δικαστήριο, όταν ένα κράτος έχει σύνορα με χώρες εκτός Σέγκεν, πρέπει να παρέχει πραγματική πρόσβαση με νόμιμη είσοδο, που θα επιτρέπει σε όσους κινδυνεύουν με διώξεις να υποβάλλουν αίτηση για προστασία.

Με την απόφαση αυτή, πάντως, εκτιμάται από κυβερνητικούς αξιωματούχους ότι επανέρχεται το θέμα της προστασίας των συνόρων ως υποχρέωσης του κράτους απέναντι στις αυξημένες μεταναστευτικές ροές. Όπως και η υποχρέωση των ατόμων που διεκδικούν άσυλο να εξαντλούν τους νόμιμους τρόπους εισόδου σε ένα κράτος, κάνοντας αποκλειστική χρήση των νόμιμων οδών εισόδου.

Υπό αυτές τις συνθήκες, εξαιρετικά κρίσιμο στοιχείο της υπόθεσης θεωρείται η αναφορά στη χρήση βίας από πλευράς των αιτούντων πράγμα που θα μπορούσε να ισχύσει στην περίπτωση του φράχτη στον Έβρο.

Προκύπτει, τέλος, πως σε ό,τι αφορά τα διάφορα μέτρα, όπως οι πλωτοί φράχτες που εξετάζει πιλοτικά η κυβέρνηση για να εμποδίσει την παράνομη είσοδο, πως όχι μόνο δεν παραβιάζονται οι ευρωπαϊκοί κανόνες, αλλά θεωρείται αυτονόητο πως μόνον από νόμιμες οδούς μπορεί να γίνεται είσοδος σε μία χώρα.

πηγή protothema.gr

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ