• Το συνέδριο της ΝΔ ετοιμάζεται να ανάψει τον εκλογικό φυτίλι, τα δικαστικά μέτωπα κλείνουν τον κλοιό και η πολιτική λογική συγκλίνει σε ένα συμπέρασμα: η αναμονή ως το 2027 κοστίζει περισσότερο από την ίδια την εκλογική ήττα
Υπάρχουν στιγμές στη ζωή μιας κυβέρνησης όπου η αναβολή μιας απόφασης παύει να είναι πολιτική τακτική και γίνεται πολιτικό λάθος. Η Ελλάδα του Μαΐου 2026 διανύει ακριβώς αυτή τη στιγμή. Το ερώτημα δεν είναι αν ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα οδηγήσει τη χώρα σε πρόωρες εκλογές, αλλά αν θα το πράξει εγκαίρως, πριν τα περιθώρια χαθούν και η πρωτοβουλία γλιστρήσει από τα χέρια του. Τα επιχειρήματα υπέρ μιας φθινοπωρινής κάλπης δεν στηρίζονται σε παρορμητικούς υπολογισμούς. Στηρίζονται στην ψυχρή ανάγνωση της πολιτικής πραγματικότητας.
Το συνέδριο που έρχεται ως σήμα εκκίνησης
Το Σαββατοκύριακο της 16ης και 17ης Μαΐου η ΝΔ συγκαλεί συνέδριο, και από νωρίς έγινε σαφές ότι αυτή η διοργάνωση δεν πρόκειται να λειτουργήσει ως απλή εσωκομματική διαδικασία. Ο πρωθυπουργός φρόντισε ο ίδιος να δώσει τον τόνο αρκετές ημέρες νωρίτερα, από το βήμα του προσυνεδρίου στη Θεσσαλονίκη, απευθυνόμενος στα στελέχη του κόμματος με φράση που δεν αφήνει περιθώριο παρερμηνείας: «Μην περιμένετε την προεκλογική περίοδο — Ανάβουμε τις μηχανές εδώ στην καρδιά της Μακεδονίας».
Δεν είναι συνηθισμένο ένας πρωθυπουργός που σκοπεύει να εξαντλήσει την τετραετία του να επιλέγει αυτόν τον τόνο, αυτές τις λέξεις και αυτό το ακροατήριο για να τις εκφέρει. Η ρητορική της «εκτόξευσης» και του «ανάμματος μηχανών» δεν ανήκει στο λεξιλόγιο κυβερνήσεων που έχουν μπροστά τους 12 ή 14 μήνες ήρεμης διακυβέρνησης. Ανήκει σε αυτό μιας παράταξης που προετοιμάζεται για μάχη και γνωρίζει ότι η μάχη πλησιάζει.
Η Κοινοβουλευτική Ομάδα, επίσης, δεν άφησε αμφιβολίες. Ο Μητσοτάκης ανέφερε ενώπιόν της ότι οι εκλογές θα γίνουν «μετά τη ΔΕΘ», μια διατύπωση που σε συνδυασμό με τα όσα είπε στη Θεσσαλονίκη ανέδειξε αμέσως το φθινόπωρο του 2026 ως το πιο ζωντανό εκλογικό παράθυρο. Στελέχη του κόμματος και κυβερνητικοί αξιωματούχοι ξεκίνησαν ανοιχτές συζητήσεις για την πρόωρη κάλπη, ενώ παρατηρητές επισήμαναν ότι η πλήρης εξάντληση της τετραετίας έχει σιγά-σιγά πάψει να αντιμετωπίζεται ως αδιαπραγμάτευτη θεσμική γραμμή.

Σεπτέμβριος ή Οκτώβριος: το σενάριο που κερδίζει έδαφος
Εντός του κυβερνητικού στρατοπέδου, ένα σενάριο κυριαρχεί ολοένα και περισσότερο στις ανεπίσημες συζητήσεις. Πρόκειται για εκλογές το φθινόπωρο του 2026, αμέσως μετά τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Η ημερομηνία που έχει κυκλώσει η μερίδα εκείνη των παραγόντων που υποστηρίζουν αυτή την εκδοχή είναι η 27η Σεπτεμβρίου 2026, με το ενδεχόμενο εκλογών μέσα στον Οκτώβριο να παραμένει επίσης ανοιχτό.
Τη λογική αυτή επενδύει και ο Άδωνις Γεωργιάδης, ο οποίος σε πρόσφατες δηλώσεις του έσπευσε να αποδραματικοποιήσει την έννοια των «πρόωρων» εκλογών: «Από τη ΔΕΘ και μετά η χώρα είναι σε προεκλογική περίοδο. Όποτε και να γίνουν οι εκλογές μετά, δεν τις λες και πρόωρες». Πρόκειται για επιχείρημα που, πέρα από τη ρητορική του αξία, αντικατοπτρίζει μια αληθινή πολιτική λογική: από τη στιγμή που η ΔΕΘ λειτουργεί παραδοσιακά ως η μεγάλη εκλογική αφετηρία κάθε κυβέρνησης, οι εκλογές που ακολουθούν άμεσα δεν αποτελούν φυγή αλλά φυσική συνέχεια.
Αξιοσημείωτο είναι ότι οι υποστηρικτές του φθινοπωρινού σεναρίου δεν σταματούν στην ημερομηνία. Πηγαίνουν ένα βήμα παραπέρα, επισημαίνοντας ότι εφόσον ορισθεί η τελευταία Κυριακή του Σεπτεμβρίου ως εκλογική ημέρα, τότε ο πρωθυπουργός θα πρέπει να τις έχει ήδη προκηρύξει από τα τέλη Αυγούστου. Αυτό σημαίνει ότι η απόφαση δεν μπορεί να αναβληθεί επ’ αόριστον, και ο χρόνος αρχίζει να πιέζει.
Γιατί η αναμονή ως το 2027 είναι παγίδα
Η επίσημη γραμμή της κυβέρνησης παραμένει δημόσια αμετακίνητη: εκλογές στο τέλος της τετραετίας, άνοιξη 2027. Ο Μητσοτάκης το επανέλαβε από το βήμα της Βουλής, απαντώντας στο αίτημα του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης Νίκου Ανδρουλάκη για πρόωρη προσφυγή στις κάλπες. Ωστόσο, η επίσημη γραμμή και η πολιτική λογική δεν ταυτίζονται πάντα, και σε αυτή την περίπτωση η απόσταση μεταξύ τους γίνεται ορατή.
Το πρώτο και ουσιαστικότερο επιχείρημα κατά της αναμονής είναι η ίδια η φθορά. Κάθε κυβέρνηση που παρατείνει τη θητεία της σε συνθήκες πολιτικής πίεσης και συσσωρευμένης κόπωσης δεν κερδίζει χρόνο — χάνει έδαφος. Η ΝΔ έχει να διαχειριστεί ανοιχτά δικαστικά μέτωπα που δεν κλείνουν, μια αντιπολίτευση που εντείνει τον ρυθμό επίθεσης και μια κοινή γνώμη που, σε τέτοιες συνθήκες, σπάνια αμείβει την υπομονή.
Το δεύτερο επιχείρημα αφορά τον παράγοντα ευκαιρίας. Η πολιτική έχει παράθυρα που ανοίγουν και κλείνουν. Το φθινόπωρο του 2026, μετά από μια ΔΕΘ όπου η κυβέρνηση θα έχει παρουσιάσει κατά πάσα πιθανότητα τον ετήσιο απολογισμό της, αποτελεί ένα από αυτά τα παράθυρα. Η αντιπολίτευση δεν έχει ακόμη βρει σταθερό αντιπολιτευτικό αφήγημα με μαζική εκλογική απήχηση, και αυτό είναι στοιχείο που αλλάζει με τον χρόνο, συνήθως προς το χειρότερο για τον κυβερνώντα.
Το τρίτο επιχείρημα είναι τεχνικό αλλά εξίσου καθοριστικό. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός έχει παραδεχθεί ότι οι εκλογές «θα γίνουν αναγκαστικά νωρίτερα» ακόμη και στο πλαίσιο της κανονικής τετραετίας, λόγω της Ελληνικής Προεδρίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δεν επιτρέπει εκλογές τον Ιούνιο του 2027. Αυτή η παραδοχή γκρεμίζει ουσιαστικά τον ισχυρισμό ότι υπάρχει μια «κανονική» ημερομηνία και μια «πρόωρη». Αν οι εκλογές θα γίνουν ούτως ή άλλως νωρίτερα, το ερώτημα δεν είναι αν αλλά πότε και υπό ποιες συνθήκες.

Η σκιά των δικαστικών υποθέσεων
Κανένας πολιτικός αναλυτής που παρακολουθεί από κοντά την ελληνική πολιτική σκηνή δεν μπορεί να αγνοήσει το βάρος των ανοιχτών δικαστικών υποθέσεων. Οι υποκλοπές, η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ και τα Τέμπη παραμένουν σε εξέλιξη, τροφοδοτούν συνεχώς τον αντιπολιτευτικό λόγο και δεν φαίνεται να οδεύουν σε γρήγορη εκκαθάριση. Κάθε νέα εξέλιξη σε αυτά τα μέτωπα επαναφέρει στο προσκήνιο ζητήματα που η κυβέρνηση προτιμά να αντιμετωπίζει σε άλλο πολιτικό έδαφος.
Το στοίχημα, για όσους υποστηρίζουν την πρόωρη κάλπη, είναι ακριβώς αυτό: μια φθινοπωρινή εκλογική αναμέτρηση δίνει στη ΝΔ την ευκαιρία να θέσει η ίδια τους όρους της μάχης, πριν οι δικαστικές εξελίξεις αναλάβουν αυτό τον ρόλο. Η αντίθετη λογική, δηλαδή η αναμονή, ισοδυναμεί με παράδοση της πολιτικής ατζέντας στους εισαγγελείς και στους δικαστικούς χειρισμούς, κάτι που κανένα κυβερνητικό επιτελείο δεν επιλέγει εκούσια.
Ο διεθνής παράγοντας και η αβεβαιότητα που δεν ελέγχεται
Στους παράγοντες που επηρεάζουν τον εκλογικό υπολογισμό συγκαταλέγεται και ένας που βρίσκεται έξω από κάθε εθνικό έλεγχο: οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή. Η γεωπολιτική αστάθεια ενός ολόκληρου τόξου γύρω από την Ανατολική Μεσόγειο, μια περιοχή στην οποία η Ελλάδα δεν είναι απλός παρατηρητής, μπορεί να μεταβάλει ανά πάσα στιγμή το εσωτερικό πολιτικό κλίμα. Κρίσεις αυτής της φύσης άλλοτε ευνοούν τον κυβερνώντα και άλλοτε τον συνθλίβουν. Το μόνο σίγουρο είναι ότι αυξάνουν την αβεβαιότητα, και η αβεβαιότητα σπάνια είναι φίλη κυβερνήσεων που ήδη υπολογίζουν εκλογικά σενάρια.
Αυτός ακριβώς ο παράγοντας ενισχύει τη λογική της πρωτοβουλίας. Μια κυβέρνηση που επιλέγει η ίδια τον χρόνο της εκλογικής αναμέτρησης διατηρεί ένα κρίσιμο πλεονέκτημα: ορίζει τους όρους του παιχνιδιού. Αν η απόφαση αφεθεί να την υπαγορεύσουν οι εξωτερικές συνθήκες, το αποτέλεσμα είναι ανεξέλεγκτο.
Το «τοπίο στην ομίχλη» και η παγίδα της αδράνειας
Παρ’ όλες τις ενδείξεις, η πραγματικότητα που κυριαρχεί στο Μέγαρο Μαξίμου περιγράφεται από παράγοντες κοντά στο επιτελείο με μια μόνο φράση: «τοπίο στην ομίχλη». Κανείς από τους στενούς συνεργάτες του πρωθυπουργού δεν μπορεί να κάνει ασφαλή πρόβλεψη για το πότε θα προκηρυχθούν εκλογές. Η τελική απόφαση δεν έχει ληφθεί, ή τουλάχιστον δεν έχει κοινοποιηθεί ούτε στον στενότερο κύκλο.
Η ομίχλη, ωστόσο, έχει κόστος. Η αδράνεια σε συνθήκες πολιτικής αβεβαιότητας δεν είναι ουδέτερη επιλογή — είναι καθαυτή επιλογή, με τις δικές της συνέπειες. Κάθε μήνας που περνά χωρίς ξεκάθαρη στρατηγική κατεύθυνση αφήνει ανοιχτά τα δικαστικά μέτωπα να τρέχουν, επιτρέπει στην αντιπολίτευση να χτίζει αφήγημα και αφήνει το κομματικό στρατόπεδο σε κατάσταση επιφυλακής χωρίς συγκεκριμένο στόχο. Αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να διαρκέσει επ’ αόριστον.
Η πολιτική λογική, η δυναμική των δικαστικών υποθέσεων, ο χρονικός ορίζοντας που η ίδια η κυβέρνηση έχει αφήσει εν μέρει ανοιχτό και η ενεργητική προεκλογική ρητορική από τα βήματα του συνεδρίου συγκλίνουν σε ένα και μόνο συμπέρασμα: το φθινόπωρο του 2026 δεν είναι απλώς ένα από τα σενάρια. Είναι το σενάριο που η ίδια η κυβέρνηση έχει ήδη αρχίσει να χτίζει, έστω και αν το Μέγαρο Μαξίμου δεν έχει ακόμη επιλέξει να το ομολογήσει δημόσια.
















