ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Στην Πάτμο κατασκευάζονται ακόμα παραδοσιακά καΐκια

news room 9 λεπτά ανάγνωση
ναυπηγείο Πάτμος

Ένα χει­μω­νιά­τικο διήμερο στην Πάτμο και στο ναυ­πη­γείο Patmos Marine, ένα από τα λίγα μέρη στην Ελλάδα που κρατάνε ζωντανή την παρά­δο­σιακή ναυ­πη­γική.

Το καράβι για την Πάτμο ανα­χώ­ρησε από την Ερμού­πολη στις δέκα και μισή το βράδυ, με τον βοριά φρε­σκα­ρι­σμένο. Στο Αιγαίο οι μέρες είναι ένα αστα­μά­τητο παι­χνίδι τύχης μαζί του: εμφα­νί­ζε­ται ένα ξημέ­ρωμα και μπορεί να μείνει για μέρες. Τρυ­πώ­νει μέσα στα στενά και τρέχει πάνω στις βου­νο­πλα­γιές, βουίζει μέσα στις χαρα­μά­δες, κάνει τα παρα­θυ­ρό­φυλλα να χτυπούν και τα ξάρτια των ιστιο­πλοϊ­κών να κρο­τα­λί­ζουν. Κου­μα­ντά­ρει τη ζωή των νησιω­τών, ορίζει τι μπορούν και τι δεν μπορούν να κάνουν. Ο βαρ­κά­ρης δεν θα κινήσει να βγει μέσα στο μπου­γάζι, το ποστάλι δεν θα λύσει τους κάβους, το απα­γο­ρευ­τικό θα στε­ρή­σει προ­μή­θειες από τα νησιά και οι κάτοι­κοί τους δεν θα ταξι­δέ­ψουν. Ο βοριάς αρχίζει και ξεκινά όποτε του καπνί­σει κι ενορ­χη­στρώ­νει τη ζωή του Αιγαίου και εκείνο το βράδυ είχε αρχίσει πάλι τον χαβά του. Μας λυπή­θηκε όμως και δεν αγρίεψε πολύ. Ούτε χειμώνα έφερε ούτε φουρ­τού­νες, μόνο λίγη δροσιά και ένα μικρό μπότζι στο Ικάριο. Λένε πως ο φετινός χει­μώ­νας θα είναι ήπιος και η ενερ­γειακή κρίση κάνει τους πάντες να το εύχο­νται.

Ξημε­ρώ­ματα Σαβ­βά­του μπήκαμε στο απάγκιο λιμάνι της Πάτμου. Λίγοι λιμε­νι­κοί και μερικά ταξί και αμάξια περί­με­ναν στον ντόκο και οι επι­βά­τες που βγήκαν από το καράβι είχαν αυτή τη βιασύνη που χαρα­κτη­ρί­ζει κάθε απο­βί­βαση σε νησιώ­τικο λιμάνι. Για μένα, με μια τσάντα για ένα Σαβ­βα­το­κύ­ριακο μαζί μου, το νησί σήμαινε ένα και μόνο ένα πράγμα: ένα σκαρί και τον ναυπηγό του. Για φαντά­σου, η κατα­σκευή ενός νέου καϊκιού αξιο­λο­γή­θηκε ως γεγονός που έχρηζε δημο­σιο­γρα­φι­κής επί­σκε­ψης.

Και όμως, κάποτε τα ξύλινα σκαριά μας ήταν παντού, ζωντανό και ανα­πό­σπα­στο κομμάτι της ζωής των Ελλήνων: τα έβλεπες σε εξώ­φυλλα περιο­δι­κών και δίσκων, σε ζωγρα­φιές και αφίσες του ΕΟΤ, στο πρώτο πλάνο κάθε θαλασ­σι­νού τοπίου, κάθε λιμα­νιού, κάθε θάλασ­σας. Τα παρα­δο­σιακά ξύλινα σκάφη μας ήταν η εικόνα της ίδιας της Ελλάδας. Αλλά, ακόμα και τότε, ένα τέτοιο στολίδι μάλλον θα κατά­φερνε να τρα­βή­ξει πάνω του όλα τα βλέμ­ματα και θα ήταν «ένα καΐκι από το όνειρο», όπως θα μου έλεγε στο ίδιο λιμάνι, δύο βράδια αργό­τερα, ο ναυ­πη­γός του όταν απο­χαι­ρε­τιό­μα­σταν.

Ποιος νοιά­ζε­ται όμως πια γι’ αυτά τα ξύλινα καΐκια, ποιος τα παραγ­γέλ­νει, πόσοι τα ναυ­πη­γούν; Και αν αυτοί οι λίγοι που ξέρουν να τα χτίζουν, φύγουν, ποιοι θα συνε­χί­σουν; Αν απο­γοη­τευ­τούν και τα παρα­τή­σουν, αν δεν έρχο­νται πια παραγ­γε­λίες, τότε τι θα απο­γί­νει η μεγάλη αυτή τέχνη; Στο ναυ­πη­γείο Patmos Marine, το επόμενο πρωί, άρχισα να βρίσκω μερικές απα­ντή­σεις.

Επί­σκεψη στο ναυ­πη­γείο

Η δια­δρομή από τη Σκάλα, το λιμάνι του νησιού, ως τον ταρσανά στο νότιο τμήμα του, στο Δια­κό­φτι, έμοιαζε με αμέ­ρι­μνη βόλτα στις αρχές των δια­κο­πών. Ο ουρανός πάνω από το επι­βλη­τικό Κάστρο της Χώρας, που τα κοίταζε όλα αφ’ υψηλού, είχε ένα χρώμα βαθύ μπλε. Η μεσαιω­νική πολι­τεία με τα αρχο­ντικά της κοίταζε αγέρωχα και γεμάτη θαλασ­σι­νές ιστο­ρίες το πέλαγος. Όταν έφτασα στο ναυ­πη­γείο, ο Κων­στα­ντί­νος Χωρια­νό­που­λος, ένας Σαμιώ­της ξυλο­ναυ­πη­γός που μόλις πάτησε τα σαράντα, βρι­σκό­ταν μέσα στα σπλάχνα ενός σκάφους. Μαζί με άλλους δύo μάστο­ρες, έναν νεαρό βοηθό και έναν έμπειρο ελαιο­χρω­μα­τι­στή, πάλευαν μέσα στους σκαρ­μούς ενός τρε­χα­ντη­ριού μήκους δώδεκα μέτρων – μια πρό­σφατη παραγ­γε­λία.

Ήταν κάπως σαν να τον ήξερα τον Κων­στα­ντίνο, πριν καν τον συνα­ντήσω: στο προφίλ του στο Facebook κρατάει ένα γεν­ναιό­δωρο ημε­ρο­λό­γιο των έργων του και όσοι ασχο­λού­μα­στε (με τον έναν ή τον άλλο τρόπο) με την παρα­δο­σιακή μας ξυλο­ναυ­πη­γική, τον γνω­ρί­ζουμε. Πήγα λοιπόν αυθόρ­μητα να τον αγκα­λιάσω, με την οικεί­ο­τητα ενός «γνωστού», αλλά με απέ­τρεψε. «Κοίτα πώς είμαι… θα γεμί­σεις πριο­νί­δια», μου είπε. Τα ήξερα καλά όμως αυτά τα πριο­νί­δια: όπως και ο δικός του παππούς, έτσι και ο δικός μου ήταν καρα­βο­μα­ρα­γκός. Η μυρωδιά του ναυ­πη­γείου συνό­δευε τις παι­δι­κές μου μνήμες και μέσα της ένιωθα οικεία.

Τους θυμάμαι από μικρός τους μάστο­ρες: λιγο­μί­λη­τοι, βαρείς, με κινή­σεις σαν υπνω­τι­σμέ­νες, σαν μαρ­μα­ρο­γλύ­πτες που σμι­λεύ­ουν ένα σπου­δαίο άγαλμα ή σαν αγιο­γρά­φοι που ζωγρα­φί­ζουν σκαρ­φα­λω­μέ­νοι στη σκα­λω­σιά τον τοίχο ενός ναού. Όσο τους φωτο­γρά­φιζα, αυτοί συνέ­χι­ζαν να δου­λεύ­ουν λες και δεν ήμουν καν εκεί. Αν δεν γνω­ρί­ζεις την τέχνη, αν δεν είσαι εκεί για να συνει­σφέ­ρεις, αν είσαι άσχετος, ένας του­ρί­στας, ένας επισκέπτης-παρατηρητής, οι ναυ­πη­γοί έτσι κάνουν: σε προ­σπερ­νούν σαν να είσαι αόρατος. Έχουν αλλού το μυαλό τους. Το νιώθεις πως αυτό που κάνουν είναι σημα­ντικό, και οι ίδιοι το ξέρουν πολύ καλά. Και σε αυτό που κάνουν δεν υπάρχει χώρος και χρόνος για τίποτα περιττό. Δεν υπάρχει περι­θώ­ριο για λάθος. Αυτά που φτιά­χνουν δεν είναι για τη στεριά, και η θάλασσα δεν συγ­χω­ρεί. Μπορεί όμως να επι­βρα­βεύ­σει.

Παρα­δί­πλα, πάνω σε ένα όμορφο του­ρι­στικό τρε­χα­ντήρι, συναντώ έναν εκ των δύο ιδιο­κτη­τών της ναυ­πη­γο­ε­πι­σκευα­στι­κής μονάδας. Είναι ο Πέρος Καμί­τσης, ένας πανύ­ψη­λος άνδρας που «ανα­δύ­ε­ται» από το αμπάρι του μηχα­νο­στα­σίου με μια στρατιά από εργα­λεία τριγύρω του. Του ζητώ να σταθεί για μια φωτο­γρα­φία και, παρά τη φούρια που είχε να τελειώ­σει τη δουλειά, προ­σφέ­ρει ένα αδιό­ρατο αλλά θερμό χαμό­γελο. Είναι «το μυαλό» των τεχνι­κών θεμάτων, ένας από αυτούς τους ιδιο­φυ­είς μηχα­νι­κούς των σκαφών (κάθε ναυ­τι­κός τόπος έχει του­λά­χι­στον έναν τέτοιο), και μαζί με τον αδερφό του Σώζων Καμίτση συνε­χί­ζουν αυτό που ξεκί­νησε ο πατέρας τους στο βόρειο άκρο του νησιού, στον Κάμπο. Μία επτα­ε­τία μετά, εγκα­τα­στά­θηκε στο Δια­κό­φτι. Εκεί είναι ακόμα, σε χώρο έκτασης 17 στρεμ­μά­των και δίπλα σε θαλάσ­σιο μέτωπο 250 μέτρων.

Το ναυ­πη­γείο τους είναι, Σάββατο μεση­μέρι, γεμάτο κίνηση και ζωή: ο Χωρια­νό­που­λος με τους μάστο­ρές του πολε­μάνε στο τρε­χα­ντήρι, ο Καμί­τσης μαστο­ρεύει έναν κινη­τήρα, στο βαφείο κάποιοι προ­χω­ράνε ένα άλλο σκάφος, ενώ ένας Σκαν­δι­να­βός μιλάει για τη χει­με­ρινή στάθ­μευση του ιστιο­πλοϊ­κού του μέσα στα γραφεία της επι­χεί­ρη­σης, που μοι­ρά­ζο­νται τον χώρο με ένα κατά­στημα που προ­σφέ­ρει ποικίλο ναυτικό εξο­πλι­σμό. Και το καλο­καίρι το διπλανό κτίριο λει­τουρ­γεί ως εστια­τό­ριο, ανάμεσα από τα σκάφη και τα σκαριά.

Η γλώσσα των μαστό­ρων

Ο Κων­στα­ντί­νος λήγει τις εργα­σίες της ημέρας και οι μάστο­ρες ετοι­μά­ζο­νται να φύγουν. Πηγαί­νουμε στη Μετα­μόρ­φωση και τη θαυμάζω. Το καΐκι αυτή τη στιγμή στέ­κε­ται έξω από τη θάλασσα, με ολο­κλη­ρω­μένη την αρμα­τω­σιά του. Του λείπει μόνο η ιστιο­φο­ρία του.

Αρμα­τω­σιά, μια λέξη από τις τόσες που συνι­στούν την κρυ­πτική γλώσσα των ναυ­τι­κών και των μαστό­ρων. Τη γλώσσα της θάλασ­σας, που καμία σχέση δεν έχει με τη γλώσσα της στεριάς. Μια γλώσσα που μαθαί­νε­ται με χρόνο και κόπο, με αδιά­κο­πες ερω­τή­σεις και φευ­γα­λέες απα­ντή­σεις. Γιατί τα περά­ματα είχαν κάτσουλα, ποια πρέπει να είναι η διατομή της αντένας ενός λατι­νιού, τι διαφορά έχει η πλεύση ενός τρε­χα­ντη­ριού κι ενός κού­του­λου, πώς επη­ρε­ά­ζε­ται από τα δια­φο­ρε­τικά τους πλωριά ποδο­στή­ματα; Μια θάλασσα από άγνω­στες λέξεις και ένας θαυ­μα­στός νέος κόσμος για όποιον προ­σπα­θή­σει να μπει σε αυτά τα βαθιά νερά. Και ποιος θα δώσει τις απα­ντή­σεις; Είναι ελά­χι­στοι αυτοί που μπορούν.

Υπάρχει όμως εκείνο το βιβλίο του Κώστα Δαμια­νίδη, η «Ελλη­νική Παρα­δο­σιακή Ναυ­πη­γική», έκδοση της ΕΤΒΑ του 1998, που ακόμα στέκει ως “βίβλος” στο χώρο. Του Κώστα Δαμια­νίδη, που τα τελευ­ταία χρόνια έχει κατα­φέ­ρει στο Μουσείο Ναυ­πη­γι­κών και Ναυ­τι­κών Τεχνών στο Ηραίο της Σάμου ένα μικρό θαύμα: να «δια­σώ­σει» από όλη τη χώρα δεκα­τέσ­σερα σκαριά ιστο­ρι­κής σημα­σίας, αντι­προ­σω­πευ­τικό το καθένα των ιδιαί­τε­ρων τύπων της εγχώ­ριας ξυλο­ναυ­πη­γι­κής. Στο μουσείο εκείνο, που ανοίγει επίσημα σε έναν χρόνο, θα μπορεί κανείς να δει ιστο­ρικά σκαριά, όπως τον σκια­θί­τικο βαρκαλά Άγιος Δημή­τριος του 1927 ή το σαμιώ­τικο τσερ­νίκι Άγιος Νικό­λαος του 1910. Σκαριά που είναι χαρα­κτη­ρι­σμένα «μνημεία» από το Υπουρ­γείο Πολι­τι­σμού.

Ένα από αυτά είναι και το τσερ­νι­κο­πέ­ραμα Μετα­μόρ­φωση. Για την ακρί­βεια, είναι αντί­γραφο ενός παλαιό­τε­ρου τσερ­νι­κο­πε­ρά­μα­τος που ονο­μα­ζό­ταν Μετα­μόρ­φωση Σωτήρος και για χρόνια βρι­σκό­ταν στο Αγα­θο­νήσι και παρο­πλί­στηκε στη Σάμο το 1999. Εκεί το βρήκε ο Δαμια­νί­δης και προ­σπά­θησε να πείσει τους τοπι­κούς φορείς να το δια­σώ­σουν, αλλά δυστυ­χώς βυθί­στηκε το 2000 από εγκα­τά­λειψη. Ανα­σύρ­θηκε με πολλές ζημιές και τα τμήματά του συλ­λέ­χθη­καν από το Πνευ­μα­τικό Ίδρυμα Σάμου «Νικό­λαος Δημη­τρίου» για να μελε­τη­θούν. Απο­τυ­πώ­θη­καν με όλη τους τη λεπτο­μέ­ρεια σε μια μεγάλη σειρά σχεδίων και στη συνέ­χεια μελε­τή­θηκε και σχε­διά­στηκε το αντί­γραφο του παλιού σκαριού Μετα­μόρ­φωση Σωτήρος. Η κατα­σκευή του νέου καϊκιού ανα­τέ­θηκε από τον Δήμο Ανα­το­λι­κής Σάμου στην Patmos Marine έπειτα από μειο­δο­τικό δια­γω­νι­σμό. Και, εν τέλει, εκεί κατα­σκευά­στηκε με πολύ μεράκι και αγάπη από τον Κων­στα­ντίνο Χωρια­νό­πουλο, που τώρα μοι­ρά­ζε­ται μαζί μου τις τόσες γνώσεις του. Γνώσεις που απέ­κτησε όχι μόνο μεγα­λώ­νο­ντας σε οικο­γέ­νεια μαστό­ρων, αλλά και χτί­ζο­ντας σιγά σιγά μέσα στα χρόνια μια ναυτική βιβλιο­θήκη με εκδό­σεις από όλο τον κόσμο. Γνώσεις που θέλει να εφαρ­μό­σει με μεράκι στα σκαριά που χτίζει, τα σκαριά που τα ονει­ρεύ­ε­ται συνεχώς. Ενώ μιλάμε γι’ αυτά, φέρνει στο μυαλό του μια φράση ενός σπου­δαίου παλιού μάστορα, του Ντίνου Κορακή ή Μαστρο-Ντίνου, που, όπως μου λέει, τον αντι­προ­σω­πεύει: «Όταν πρω­το­είδα τα καΐκια, ηλε­κτρί­στηκα».

Η παλιά Ελλάδα της θάλασ­σας

Θαυ­μά­ζο­ντας το νέο του έργο, την εντε­κά­με­τρη ολό­φρε­σκη Μετα­μόρ­φωση, που ανυ­πο­μο­νεί να πάει στη Σάμο για να τελέσει χρέη εκθέ­μα­τος τον μισό χρόνο και τον άλλο μισό να κάνει εκπαι­δευ­τι­κούς πλόες, παίρ­νουμε και μια ιδέα εκείνης της παλιάς Ελλάδας που ήταν γεμάτη σκαριά και ιστιο­φο­ρίες, κάτσου­λες, λατίνια και σακο­λέ­βες.

Φεύ­γο­ντας από το ναυ­πη­γείο μέσα στο τελευ­ταίο φως της μέρας, ο δυτικός ορί­ζο­ντας παίρνει ένα νοσταλ­γικό χρώμα καλο­και­ρι­νού δει­λι­νού. Λίγες ώρες αργό­τερα, πλέ­ο­ντας μέσα στο βράδυ προς την Ερμού­πολη, πατρίδα άλλων μεγάλων μαστό­ρων της ξυλο­ναυ­πη­γι­κής τέχνης, ο βοριάς έχει ξανα­φρε­σκά­ρει. Φαί­νε­ται πως κατοι­κεί στις Κυκλά­δες, πως εκεί είναι τα λημέρια του. Με μια πρώτη χει­μω­νιά­τικη γεύση φθι­νο­πώ­ρου στο κατά­στρωμα, σκέ­φτο­μαι τη δοτι­κό­τητα και τη γνώση του Κων­στα­ντί­νου και πόσο πολύ­τιμο θα ήταν (και η δική του, αλλά και αυτή των –τόσο λίγων πια– άλλων μαστό­ρων μας) να διο­χε­τευ­θεί σε νέα παιδιά μέσα στις επί­ση­μες σχολές μαθη­τείας του Υπουρ­γείου Πολι­τι­σμού, που όπως φαί­νε­ται σύντομα θα ανοί­ξουν. Εκεί θα παιχτεί ένα μεγάλο στοί­χημα. Αν κερ­δη­θεί, ίσως έχουμε τη σπάνια αυτή τύχη να δούμε κι άλλα καΐκια σαν τη Μετα­μόρ­φωση, «καΐκια από το όνειρο», να χτί­ζο­νται και να πέφτουν στις θάλασ­σές μας.

Με μια ματιά

→ Η κατα­σκευή της Μετα­μόρ­φω­σης έγινε απο­κλει­στικά με σαμιώ­τικο πεύκο και για να ολο­κλη­ρω­θεί χρειά­στη­καν 290 μέρες εργα­σίας.

→ Η παρα­δο­σιακή ναυ­πη­γική χρη­σι­μο­ποιεί κατά κύριο λόγο εγχώρια ξυλεία, όπως πεύκο, κυπα­ρίσσι, καρα­γά­τσι, ευκά­λυ­πτο, πουρ­νάρι, κ.ά.

→ Ο ελλη­νι­κός αλιευ­τι­κός στόλος, σύμφωνα με τα στοι­χεία του Εθνικού Αλιευ­τι­κού Μητρώου, περι­λάμ­βανε κατά την 31η Δεκεμ­βρίου 2020 συνο­λικά 13.950 ενεργά σκάφη. Αν και πριν από είκοσι χρόνια ο αριθμός αυτός ήταν υπερ­δι­πλά­σιος, απο­τε­λεί ακόμη τον πολυ­πλη­θέ­στερο αλιευ­τικό στόλο στην Ευρω­παϊκή Ένωση.

→ Τα ξυλο­ναυ­πη­γεία που κατα­σκευά­ζουν ακόμη καΐκια είναι περίπου 20 σε όλη την Ελλάδα, ενώ οι μάστο­ρες που ασχο­λού­νται με τις κατα­σκευές δεν ξεπερ­νούν τους 50. Υπάρ­χουν στο Πέραμα, στη Σάμο, στην Πάτμο, στην Κάλυμνο, στη Σύρο, στο Ηρά­κλειο, στον Βόλο, στην Ιερισσό, στη Χαλκίδα, στην Ερμιόνη, στην Αίγινα κ.α.

→ Το Μουσείο Ναυ­πη­γι­κών και Ναυ­τι­κών Τεχνών του Αιγαίου ολο­κλη­ρώ­νε­ται το 2023 στο Ηραίο της Σάμου. Η συλλογή του περι­λαμ­βά­νει καΐκια από όλο το Αιγαίο, κατα­σκευα­σμένα στην πλειο­νό­τητά τους στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα.

→ Τα καΐκια του ΜΝΝΤΑ απο­τε­λούν αντι­προ­σω­πευ­τικά δείγ­ματα δια­φό­ρων τύπων παρα­δο­σια­κών καϊκιών, όπως τρε­χα­ντήρι, πέραμα, τσερ­νίκι, τσερ­νι­κο­πέ­ραμα, σακολέβα-μαούνα, βαρ­κα­λάς, κωπή­λατη τράτα, βάρκα παπαδιά, περα­μα­τάκι από τη Λέσβο, κουρίτα, υδραί­ι­κος βαρ­κα­λάς, γαΐτα και σκα­μπα­βία.

Πηγή kathimerini.gr

Δημή­τρης Καρα­ΐ­σκος

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.