Συγκρατημένος όσον αφορά στο αποτέλεσμα των Αμερικανικών εκλογών, παρά τα «καλά νέα για εμάς», είναι ο καθηγητής διεθνών σχέσεων και πρώην υφυπουργός Εξωτερικών, Γιάννης Βαληνάκης.

Μιλώντας στο CNN Greeceο καθηγητής Βαληνάκης επισημαίνει ότι «σίγουρα αποφύγαμε με τη νίκη του τα χειρότερα. Σίγουρα μας ευνοεί και η διαχρονικά στενή του σχέση με την ελληνοαμερικανική κοινότητα και η μεγάλη εμπειρία και “κανονικότητά” του ως πολιτικού που δεν λειτουργεί έξω από τις βασικές παραμέτρους της εξωτερικής πολιτικής της Αμερικής».

Εκτιμά, ωστόσο, ότι «τελικά δεν θα δούμε θεαματικές στροφές στην αμερικανική πολιτική αλλά περισσότερο διορθωτικές κινήσεις στις άτσαλες υπερβολές του Τραμπ».

Στα εξωτερικά αναμένω λογικά μια κάπως ενεργότερη παρουσία από ένα πρόεδρο έμπειρο περί τα διεθνή. Όμως το γνωστό αριστερό σύνθημα η “Αμερική-παγκόσμιος χωροφύλακας” έχει προ πολλού τελειώσει και πρέπει κι εμείς επιτέλους να συνειδητοποιήσουμε τι αυτό πρακτικά συνεπάγεται για εμάς στη γειτονιά μας» τονίζει.

Αναφορικά με τα ελληνοτουρκικά, ο κ. Βαληνάκης πιστεύει ότι δεν πρόκειται να αντιστραφεί δραματικά η αμερικανική στάση «ίσων αποστάσεων».

«Ας μην τρέφουμε αυταπάτες: η νέα κυβέρνηση θα προσπαθήσει πολύ να ξαναφέρει την Τουρκία κοντύτερα στην ίδια και στο ΝΑΤΟ» τονίζει και προειδοποιεί: «Δεν θα παρατήσει εύκολα την προσπάθεια να μη χαθεί η Τουρκία για τη Δύση και θα δώσει πολλά στον στόχο αυτόν».

Σε κάθε περίπτωση πάντως θεωρεί ότι ο Ντόναλντ Τραμπ ακολούθησε διαχρονικά την αρνητικότερη στάση που ακολούθησε ποτέ Αμερικανός πρόεδρος απέναντι στα ελληνοτουρκικά και την Ανατολική Μεσόγειο. «Η αλλοπρόσαλλη προεδρία Τραμπ ενθάρρυνε αντί να αποτρέψει την επιθετικότητα του Ερντογάν και μάλιστα σε πολλές κρίσιμες στιγμές», τονίζει, επισημαίνοντας τη στενή του σχέση με τον Τούρκο πρόεδρο.

Eρωτηθείς αν ο Ερντογάν θα εκμεταλλευτεί το λεγόμενο παράθυρο ευκαιρίας μέχρι τον Ιανουάριο, ο κ. Βληνάκης θεωρεί πιθανότερη εξέλιξη τη συνέχιση και αύξηση των τουρκικών προκλήσεων στην περιοχή μας.

Για το εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών, προβλέπει ότι ο Μπάιντεν, ως νέος «πρόεδρος όλων των Αμερικανών», όπως ο ίδιος τόνισε, θα πρέπει να κάνει σοβαρά ανοίγματα προς τους ψηφοφόρους αλλά και ορισμένες από τις ιδέες του Τραμπ. Επισημαίνει ακόμη το γεγονός ότι ο Τραμπ δεν εννοεί να παραδώσει την εξουσία αμαχητί.

Αναλυτικά η συνέντευξη του καθηγητή Γιάννη Βαληνάκη στο CNN Greece

– Πώς είδατε το αποτέλεσμα των αμερικανικών εκλογών;

Απλοποιώντας τα μηνύματα, ένας σοβαρός και αξιοπρεπής πολιτικός νίκησε έναν απρόβλεπτο λαϊκιστή, ή αν θέλετε, η κανονικότητα το αλλοπρόσαλλο. Φυσικά τα πράγματα είναι πολύ πιο περίπλοκα και η Αμερική, εν μέσω αυξανόμενης εσωστρέφειας, διχάστηκε, διευρύνοντας ακόμη περισσότερο το χάσμα ανάμεσα στις φυλετικές, κοινωνικές και άλλες διαιρέσεις.

Πράγμα που σημαίνει ότι ο Μπάιντεν, ως νέος «πρόεδρος όλων των Αμερικανών», όπως τόνισε, θα πρέπει στα εσωτερικά θέματα να κάνει σοβαρά ανοίγματα προς τους ψηφοφόρους αλλά και ορισμένες από τις ιδέες του Τραμπ. Επίσης, με το νέο Κογκρέσο θα έχει σοβαρές δυσκολίες να περάσει πραγματικά δομικές αλλαγές που θέλει να φέρει. Συνεργάτες του μιλούν για την πολιτική προτεραιότητα των τριών C (Covid, Clima, China) και νομίζω ότι με αυτά θα ξεκινήσει.

Στα εξωτερικά αναμένω λογικά μια κάπως ενεργότερη παρουσία από ένα πρόεδρο έμπειρο περί τα διεθνή. Όμως το γνωστό αριστερό σύνθημα η «Αμερική-παγκόσμιος χωροφύλακας» έχει προ πολλού τελειώσει και πρέπει κι εμείς επιτέλους να συνειδητοποιήσουμε τι αυτό πρακτικά συνεπάγεται για εμάς στη γειτονιά μας.

– Οι θέσεις του Τζο Μπάιντεν φαίνονται πιο φιλικές προς την Ελλάδα, σε αντίθεση με τον Ντόναλντ Τραμπ που δεν έκρυβε την προσωπική συμπάθεια του προς τον Τούρκο πρόεδρο, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Πώς αξιολογείτε την προεδρία Τραμπ;

Θα έλεγα συνοπτικά, καλά νέα το εκλογικό αποτέλεσμα για εμάς, λιγότερο καλά για τον Ερντογάν. Εμείς ιδρώσαμε πιστεύω ως χώρα μετά τα πρώτα αποτελέσματα, αλλά σίγουρα ανακουφιστήκαμε που η προεδρία του επιτέλους θα λήξει.

Επιτρέψτε μου να επικεντρώσω την αξιολόγησή μου για τον Τραμπ σε όσα κυρίως ενδιαφέρουν την Ελλάδα: Nομίζω ήταν διαχρονικά η αρνητικότερη στάση που ακολούθησε ποτέ Αμερικανός πρόεδρος απέναντι στα ελληνοτουρκικά και την Ανατολική Μεσόγειο.

Παρά την προσπάθεια του Στέιτ Ντιπάρτμεντ να κρατήσει κάποιες αποστάσεις, η αλλοπρόσαλλη προεδρία Τραμπ ενθάρρυνε αντί να αποτρέψει την επιθετικότητα του Ερντογάν και μάλιστα σε πολλές κρίσιμες στιγμές.

Ανέπτυξε ο ίδιος μια πολύ στενή προσωπική σχέση με τον Τούρκο ομόλογό του, σε σημείο που οι τηλεφωνικές τους επαφές να διαδέχονται η μία την άλλη. Δεν δίστασε να πει ότι τον εκτιμούσε (!) ως «σκληρό » ηγέτη και τον κατέτασσε ανάμεσα στους σημαντικότερους διεθνείς παράγοντες.

Η σχέση τους έγινε ακόμη πιο στενή λόγω των προσωπικών επιχειρηματικών συμφερόντων του Τραμπ για τις οποίες θα μάθουμε στο μέλλον ακόμη περισσότερα.

Ο Αμερικανός πρόεδρος δεν δίστασε επιπλέον να παρέμβει ωμά στην αμερικανική Δικαιοσύνη υπέρ ανθρώπων του Ερντογάν, όπως των κατηγορούμενων για το σκάνδαλο ξεπλύματος της τουρκικής τράπεζας Halkbank.

Επιπρόσθετα, αποκαλύφθηκαν μεταξύ άλλων και χρηματισμοί από την Τουρκία τουλάχιστον του πρώτου συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας του Τραμπ που λειτουργούσε (μαζί με άλλους) ως λομπίστας της Τουρκίας. Δεν βρήκε πάντως ο ίδιος ποτέ δύο σοβαρά λόγια να πει εναντίον του τουρκικού μιλιταρισμού στη Μεσόγειο και αρνήθηκε να εφαρμόσει και τους αμερικανικούς νόμους επιβάλοντας κυρώσεις για τους S-400. Μπορούμε νομίζω να φανταστούμε την αποθράσυνση του Σουλτάνου αν ήταν άλλο το αποτέλεσμα των εκλογών.

– Θεωρείτε ότι ο Ερντογάν θα εκμεταλλευτεί το λεγόμενο παράθυρο ευκαιρίας μέχρι τον Ιανουάριο;

Ο Τραμπ δεν εννοεί να παραδώσει την εξουσία αμαχητί και πράγματι η περίοδος μέχρι το τέλος Ιανουαρίου κρύβει πολλούς κινδύνους, ενώ παράλληλα ο Ερντογάν ρίχνει παρασκηνιακά δελεαστικές γέφυρες και προς τον Μπάιντεν. Η συνέχιση και αύξηση των τουρκικών προκλήσεων στην περιοχή μας τις προσεχείς εβδομάδες είναι πάντως η πιθανότερη εξέλιξη. Πχ. ήδη εξαγγέλθηκαν ξανά νέες -και για να μην ξεχνιόμαστε παράνομες, ένοπλες αλλά και ανεμπόδιστες- έρευνες της τουρκικής αρμάδας, κάθε μέρα και πιό βαθειά μέσα στις ελληνικές θαλάσσιες ζώνες. Το ίδιο και με το προκλητικό «πικ-νικ» Ερντογάν-Τατάρ στην Αμμόχωστο.

Δεν μπορεί βέβαια να αποκλεισθεί και ένας υποκριτικός ελιγμός προς ηπιότερους τόνους και υπέρ του διαλόγου («α-λα-τουρκικά» βέβαια) για να διευκολύνει ξανά την τουρκόστροφη ομάδα εντός της ΕΕ, αλλά και της νέας αμερικανικής ηγεσίας, να αποτρέψουν ή να «ξεδοντιάσουν» τις κυρώσεις που κανονικά θα έπρεπε να είχαν επιβάλει κατά της Τουρκίας.

– Ποιά θα είναι η στάση του προέδρου Μπάιντεν;Πολλές προσδοκίες είχαν επενδυθεί, ωστόσο, και στο παρελθόν σε άλλους Δημοκρατικούς προέδρους των Ηνωμένων Πολιτειών, χωρίς όμως να υπάρξουν θεαματικά αποτελέσματα.

Σίγουρα αποφύγαμε με τη νίκη του τα χειρότερα. Σίγουρα μας ευνοεί και η διαχρονικά στενή του σχέση με την ελληνοαμερικανική κοινότητα και η μεγάλη εμπειρία και «κανονικότητά» του ως πολιτικού που δεν λειτουργεί έξω από τις βασικές παραμέτρους της εξωτερικής πολιτικής της Αμερικής.

Λογικά θα δείξει μεγαλύτερο ενδιαφέρον για την Ευρώπη, την Ανατολική Μεσόγειο και Μέση Ανατολή. Όμως όπως έδειξε και το αποτέλεσμα των εκλογών ο αμερικανικός λαός δεν πολυ-ενδιαφέρεται πλέον για μια πανταχού παρούσα στον κόσμο Αμερική σε βάρος των εσωτερικών προβλημάτων και οι κύριες εξαιρέσεις στις απομονωτικές τάσεις θα αφορούν ιδίως τα θέματα Κίνας και Ρωσίας.

Άρα νομίζω ότι τελικά δεν θα δούμε θεαματικές στροφές στην αμερικανική πολιτική, αλλά περισσότερο διορθωτικές κινήσεις στις άτσαλες υπερβολές του Τραμπ.

Ας μην τρέφουμε αυταπάτες: η νέα κυβέρνηση θα προσπαθήσει πολύ να ξαναφέρει την Τουρκία κοντύτερα στην ίδια και στο ΝΑΤΟ, ίσως μάλιστα να την ανταμείψει και με Patriot αντί για τους S-400. Δεν θα παρατήσει εύκολα την προσπάθεια «να μη χαθεί η Τουρκία για τη Δύση» και θα δώσει πολλά στον στόχο αυτόν. Τα μεγέθη μετράνε στη διεθνή πολιτική και κανείς δεν θέλει να χάσει την Τουρκία, παρά μόνο αν το αποφασίσει ο ίδιος ο Ερντογάν τραβώντας τα πράγματα στα άκρα.

– Αναμένετε αμερικανική παρέμβαση στα ελληνοτουρκικά;

Αποφύγαμε μεν να μετακινηθούν οι ΗΠΑ ακόμη πιο πέρα από τις παραδοσιακές ίσες αποστάσεις υπέρ της γείτονος.

Αλλά δεν πρόκειται δυστυχώς και να αντιστραφεί δραματικά η αμερικανική στάση «ίσων αποστάσεων» στα ελληνοτουρκικά.

Στην αντιπαράθεσή μας με την Τουρκία η Ουάσινγκτον παρενέβαινε βέβαια διαχρονικά ως υπερδύναμη και ηγέτιδα δύναμη του ΝΑΤΟ, για να αποτρέψει τη σύγκρουση δύο σημαντικών συμμάχων της και αν αυτή ξέφευγε σε θερμό επεισόδιο, να την περιορίσει. Η παρέμβαση, όμως, των ΗΠΑ δεν λειτουργούσε ως δικαστής για το ποιός έχει δίκιο και ποιός άδικο, αλλά των ίσων αποστάσεων ανάμεσα στις κατά περίπτωση θέσεις των δύο συμμάχων τους (θύτη και θύματος).

Αυτό συνιστούσε ήδη από μόνο του ένα κέρδος για τον επιθετικό γείτονα που διόγκωνε κάθε φορά τις διεκδικήσεις του και ανάγκαζε την Ελλάδα (συνήθως και με συμμαχική προτροπή) να φερθεί «λογικά και ψύχραιμα». Οι όποιες λοιπόν αμερικανικές παρεμβάσεις επί της ουσίας προσπαθούν συνήθως να βρουν τη μέση λύση. Π.χ. όταν η Τουρκία διεκδικεί τα ελληνικά Ίμια, παρεμβαίνουν εκτονωτικά, αλλά με τη «γκρίζα λύση» που ουσιαστικά έγιναν «νεκρή ζώνη».

– Θεωρείτε ότι οι ΗΠΑ θα μεσολαβήσουν και στη σημερινή ανοιχτή κρίση;Πρέπει η Ελλάδα να επιδιώξει μία τέτοια μεσολάβηση;

Λογικά θα το προσπαθήσουν και ουσιαστικά τους το ζητάμε. Όμως ας μην αυταπατώμεθα: κάθε προσκαλούμενος ή αυτόκλητος μεσολαβητής, είτε Γερμανός, είτε Αμερικανός, εξ ορισμού ψάχνει τη μέση λύση ανάμεσα στις απόψεις που οι δύο πλευρές έχουν διακηρύξει. Αυτή είναι η αποστολή του.

Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα μια λύση τύπου 50-50. Μπορεί να είναι και 70-30, ή και 90-10. Εξαρτάται πρώτα-πρώτα από τους εκατέρωθεν χειρισμούς και τον συσχετισμό στρατιωτικής ισχύος επί του πεδίου: το πιό αδύναμο μέρος καλείται συνήθως να δώσει πολύ περισσότερα προκειμένου να υπάρξει αποκλιμάκωση και να αποφύγει τα χειρότερα.

Επιπλέον εξαρτάται και από το ποιό από τα δύο μέρη είναι πιο σημαντικό για τα συμφέροντα του μεσολαβητή. Το είδαμε με τη Γερμανία και πολύ σωστά την «κάρφωσε» πρόσφατα ο κ. Δένδιας. Όπως, ορθότατα απάντησε και στο τηλεφώνημα του Τσαβούσογλου για διάλογο βάζοντας, επιτέλους, ως προκαταβολική προϋπόθεση την άρση των απειλών και των προκλήσεων.

Γι αυτό και επιμένω να υπογραμμίζω ότι όταν η Ελλάδα αποδέχεται μεσολάβηση ή διάλογο με την Τουρκία, αυτό που έχει μεγάλη σημασία είναι:

α) το πλαίσιο των βασικών αρχών Διεθνούς Δικαίου και καλής γειτονίας που μπορεί να δεχθεί μια χώρα-μέλος της ΕΕ και

β) από ποιές θέσεις εκκινείς, τι απαιτήσεις καταθέτεις και πώς τις νομιμοποιείς καλύτερα (ιδίως στα μάτια ενός μεσολαβητή).

Συνήθως, μετράνε εδώ δυστυχώς περισσότερο τα τετελεσμένα (ακόμη και παράτυπα) και λιγότερο τα «δυνάμει» δικαιώματα.

Τις συνεχώς διευρυνόμενες τουρκικές θέσεις τις ξέρουμε καλά. Όμως για τις ελληνικές θαλάσσιες ζώνες ξέρουμε με σαφήνεια μόνο την κόκκινη γραμμή παγωμένη στερεότυπα στα 6 ναυτικά μίλια, με μόνη σημαντική πρόοδο την τμηματική οριοθέτηση με την Αίγυπτο και την κυοφορούμενη άκρως απαραίτητη επέκταση στα 12 ναυτικά μίλια νότια της Κρήτης.

Με τέτοιο λοιπόν χάσμα απόψεων, ακόμη κι αν ο μεσολαβητής ψάξει με ειλικρίνεια για μια μέση γραμμή ανάμεσα στις εκατέρωθεν θέσεις, το αποτέλεσμα δεν διαφαίνεται ευνοϊκό. Εξ ου και η άμεση και επιτακτική ανάγκη να ξεκαθαρίσουμε πριν από οποιαδήποτε κίνηση αν -υπό απειλή και υπό τις υπόλοιπες περιστάσεις- είναι εθνικά χρήσιμο και συμφέρον να συζητήσουμε με μια έξαλλα μαξιμαλιστική Τουρκία (ή να αποδεχθούμε μεσολάβηση), χωρίς σαφές πλαίσιο προϋποθέσεων και εκκινώντας από πεπαλαιωμένες και μινιμαλιστικές θέσεις.

Πηγή: cnn.gr

Γιάννης Μανδαλίδης

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ