ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Εξελίξεις για το έγκλημα στο Γεννάδι- Διαβάστε τι κατέθεσε η αδερφή του ο σύζυγος και η γυναίκα του

Δαμιανός Αθανασίου 9 λεπτά ανάγνωση
Ιεροβασίλη σπίτι 2

Ενώπιον του Συμ­βου­λίου Πλημ­με­λειο­δι­κών Ρόδου θα προ­σφύ­γει σήμερα με αίτημα  την αντι­κα­τά­σταση της διά­τα­ξης της τακτι­κής Ανα­κρί­τριας Ρόδου με την οποία δια­τά­χθηκε η προ­σω­ρινή της κράτηση, η κατη­γο­ρού­μενη για άμεση συνέρ­γεια στην ανθρω­πο­κτο­νία της 61χρονης Ευαγ­γε­λίας (Αντζε­λας) Ιερο­βα­σίλη του Γεωρ­γίου, το από­γευμα της 19ης Ιουνίου 2012, στο σπίτι της, στο Γεννάδι, Ιakouleva Irini του Οleg και της Valentina, υπήκοος Ρωσίας, που γεν­νή­θηκε την 10/10/1978, μητέρα δύο παιδιών.

Η 36χρονη σύντρο­φος του 26χρονου δολο­φό­νου Νικο­λάου Μπα­τζα­κάκη του Ιωάννη, γιού της Ιερο­βα­σίλη, υπο­στη­ρί­ζει ότι δεν έχει καμία σχέση με το έγκλημα, ότι ήταν μεν παρούσα όταν διε­πρά­χθη ο φόνος, αλλά δεν συνέ­δραμε καθ’ οιον­δή­ποτε τρόπο, ότι δεν είναι ύποπτη φυγής, ότι έχει μόνιμη κατοι­κία και ότι είναι μάνα δύο παιδιών που μένουν σε συγ­γε­νείς της.

Οι συνή­γο­ροι της κ.κ. Στέλιος Αλε­ξαν­δρής και Κ. Δια­κο­νής, υπο­στη­ρί­ζουν μάλιστα ότι και η ίδια είναι θύμα του 26χρονου και ότι φοβόταν να κατα­θέ­σει σε βάρος του γιατί είναι μητέρα δύο ανή­λι­κων παιδιών.

Θυμί­ζουμε ότι οι δύο δράστες σύμφωνα με το κατη­γο­ρη­τή­ριο, που τους έχει απαγ­γελ­θεί, την Τρίτη 19 Ιουνίου 2012 και περίπου απο­γευ­μα­τι­νές προς βρα­δι­νές ώρες και κατόπιν προ­με­λε­τη­μέ­νου σχεδίου, μετέ­βη­σαν στην οικία του θύματος, στο Γεννάδι.

Η Ρωσίδα φέρεται, ενώ παρα­κο­λου­θούσε απαθής τον φόνο, ενθαρ­ρύ­νο­ντας με την παρου­σία της τον δράστη, να του ζήτησε να την απο­τε­λειώ­σει παρο­τρύ­νο­ντας τον με την φράση, «απο­τε­λεί­ωσέ την γιατί δεν αντέχω τις κραυγές».

Σύμφωνα με το ίδιο κατη­γο­ρη­τή­ριο, σε αντα­πό­κριση των παρο­τρύν­σεών της, ο δράστης προ­σέγ­γισε εκ νέου το θύμα και κατά­φερε σ’ αυτήν ένα τραύμα στο λαιμό.

Αμέσως μετά και λόγω του ό,τι το πάτωμα είχε πλημ­μυ­ρί­σει από το αίμα του θύματος, τη μετέ­φε­ραν στα αρι­στερά της κου­ζί­νας (όπου και ανευ­ρέθη), καθά­ρι­σαν τον τόπο του εγκλή­μα­τος και δη το αίμα και τα δαχτυ­λικά τους απο­τυ­πώ­ματα, πέταξαν τα ρούχα και τα παπού­τσια τους σε σακού­λες, πλύ­θη­καν και φόρεσαν καθαρά ρούχα και υπο­δή­ματα.

Η Ρωσίδα φέρεται να πρό­τεινε να ανοί­ξουν τα συρ­τά­ρια της οικίας και να πετά­ξουν έξω τα ρούχα, ώστε να φανεί σαν ληστεία. Στη συνέ­χεια απο­χώ­ρη­σαν από την οικία του θύματος και αφού μοί­ρα­σαν τα πει­στή­ρια του εγκλή­μα­τος, και δη το μαχαίρι, που χρη­σι­μο­ποί­ησε και τα ματω­μένα τους ρούχα και παπού­τσια σε διά­φο­ρες σακού­λες, τα πέταξαν σε κάδους απορ­ριμ­μά­των, που βρί­σκο­νταν στα χωριά γύρω από το Γεννάδι.

Κίνητρο του φόνου, ήταν, σύμφωνα με το κατη­γο­ρη­τή­ριο, να περιέλ­θει στην κυριό­τητα του Νικό­λαου Μπα­τζα­κάκη, μέρος της κλη­ρο­νο­μιάς της θανού­σας – μητρός του.

Η ΚΑΤΑΘΕΣΗ

ΤΗΣ ΑΔΕΛΦΗΣ

Στο μεταξύ εξαι­ρε­τικό ενδια­φέ­ρον έχουν τα όσα κατέ­θεσε στο πλαίσιο της έρευνας η κόρη του θύματος και αδελφή του δράστη, Μελίνα Μπα­τζα­κάκη.

«Ο Νίκος το διά­στημα εκείνο είχε επι­κοι­νω­νία με τη μητέρα μου, δεν ήταν οι καλύ­τε­ρες οι σχέσεις που είχαν, γιατί είχε φύγει από το σπίτι στο Γεννάδι και η μαμά μου τον ήθελε κοντά της. Στην αρχή δεν ξέραμε ότι η Ειρήνη ήταν μπλεγ­μένη στα ναρ­κω­τικά και νομί­ζαμε ότι θα τον βοη­θούσε να ξεμπλέ­ξει. Η μαμά μου μάλιστα σκε­φτό­ταν να τους καλέσει στο σπίτι και να τους βοη­θή­σει και να μένουν και τα παιδιά της Ειρήνης και να τα κρατάει. Νόμιζε ότι ήταν καθαρή η Ειρήνη και ήθελε να βοη­θή­σει. Ο Νίκος δεν θεωρώ ότι την αγα­πούσε την Ειρήνη, ήθελε απλά να φύγει από τo Γεννάδι γιατί η μαμά μου τον είχε πολύ περιο­ρι­σμένο και ήθελε να κατέβει στη Ρόδο και τον βόλευε να μένει στο σπίτι της Ειρήνης. Μου είχε πει ότι δεν νιώθει κάτι για εκείνη και ότι το κάνει μόνο και μόνο για να μένει μαζί της», τόνισε εισα­γω­γικά, και πρό­σθεσε ότι όταν μπήκε στο σπίτι μετά την ανθρω­πο­κτο­νία, είδε έναν καφέ με ένα κου­τα­λάκι.

 

«Η μαμά μου τα ήθελε όλα σε τάξη και ο καφές δεν ήταν ο τρόπος που η μητέρα μου άφηνε τα πράγ­ματα, το κου­τα­λάκι το άφηνε έτσι ο Νίκος και το είπα από την πρώτη στιγμή στην αστυ­νο­μία ότι είχε περάσει από το σπίτι σίγουρα. Δύο εβδο­μά­δες μετά είχα δει στα παπού­τσια του Νίκου αίμα και πήρα την ασφά­λεια και το είπα και τον πήραν τηλέ­φωνο να δουν τα παπού­τσια του. Επίσης, όταν έπαθε αυτό που έπαθε και βρι­σκό­ταν στο νοσο­κο­μείο, εγώ πήγαινα στο νοσο­κο­μείο, όσο ήταν στη Ρόδο και τον βοη­θούσα. Κάποια στιγμή όταν ήμουν από πάνω του και του έφτια­χνα το μαξι­λάρι, δεν ξέρω ακριβώς τι έγινε- μάλλον ονει­ρευό­ταν, και με πέρασε για τη μαμά και μου ζητούσε συγ­γνώμη και έλεγε «συγ­γνώμη μαμά». Από τότε ήμουν σχεδόν σίγουρη. Πίστευα ότι και η Ειρήνη είχε συμ­με­τοχή, γιατί από τότε δεν με κοι­τούσε στα μάτια και απο­μα­κρύν­θηκε από εμένα. Τετάρτη πρωί ο Νίκος τηλε­φώ­νησε και ζητούσε τα κλειδιά ενός μαγα­ζιού και είπα ότι τα έχει η μαμά αλλά να μην την πάρει γιατί δεν θα του τα έδινε. Και μετά την έπαιρνα τηλέ­φωνο να της πω ότι ο Νίκος ζητάει τα κλειδιά και φυσικά η μαμά δεν το σήκωσε, και το βράδυ σκέ­φτηκα ότι ο Νίκος θα πήγε από εκεί, δε θα του έδινε τα κλειδιά η μαμά, τσα­κώ­θη­καν και έγινε ό,τι έγινε. Πιστεύω ότι η Ειρήνη καθά­ρισε, η Ειρήνη είχε ψύχωση με την καθα­ριό­τητα, και το σπίτι της μητέρας μου μύριζε πολύ έντονα χλωρίνη. Πολύ έντονα. Ο Νίκος δε θα μπο­ρούσε να καθα­ρί­σει έτσι. Γυναι­κείο χέρι είχε καθα­ρί­σει έτσι, το πίστευα πάντα εγώ και το έλεγα. Ο Νίκος πολλές φορές σκε­φτό­ταν ότι ήθελε να φύγει η μαμά από τη ζωή, μου έλεγε ότι σκε­φτό­ταν να της βάλει ποντι­κο­φάρ­μακο στη ζάχαρη, μου έδινε την εντύ­πωση ότι ήθελε να φύγει από τη ζωή. Πάντως κάτι από το σπίτι δεν έλειπε».

Η ΚΑΤΑΘΕΣΗ

ΤΟΥ ΠΡΩΗΝ ΣΥΖΥΓΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΥΝΤΡΟΦΟΥ ΤΟΥ

Ο πατέρας του δράστη σε κατά­θεση που έδωσε εξέ­φρασε την πεποί­θηση ότι δολο­φό­νος της πρώην συζύγου του είναι ο γιός του.

«Το τελευ­ταίο δίμηνο, ο Νίκος ερχόταν έξω στο Γεννάδι, που μένουμε μαζί με τη γυναίκα μου, και έχει γίνει πάρα πολύ επι­θε­τι­κός μαζί μου. Έχει αλλάξει εντελώς η συμπε­ρι­φορά του και μας απειλεί ότι θα μας σφάξει, όπως έσφαξε τη μάνα του».

Ο πατέρας κατέ­θεσε ότι ο γιός του είχε απο­κα­λύ­ψει στη σύντροφο του ότι ήταν ο δολο­φό­νος!

«Εν τω μεταξύ μου είχε πει και η γυναίκα μου όλα αυτά που της είχε εκμυ­στη­ρευ­τεί. Τώρα τελευ­ταία μου τα είπε, πριν περίπου από ένα μήνα. Δεν ήξερα τι να κάνω, είναι γιος μου, το σκε­φτό­μουν μία έτσι, μία αλλιώς. Έτσι τελικά πήγα στην ασφά­λεια και το είπα και με έστει­λαν εδώ. Αυτά τα λέει κάθε σαβ­βα­το­κύ­ριακο. Ο λόγος που γίνο­νται όλα αυτά είναι η περιου­σία. Εγώ την πιστεύω την γυναίκα μου σε αυτά που μου είπε, γιατί ο γιος μου πράγ­ματι στο δεξί του μπούτι ψηλά εσω­τε­ρικά στο μηρό έχει ουλή από μία μαχαι­ριά και αυτή η μαχαι­ριά απ’ ότι είχε πει στη γυναίκα μου έγινε τη στιγμή που είχε βάλει κάτω την Ιερο­βα­σίλη και την έσφαζε και του έφυγε το μαχαίρι. Το μαχαίρι είπε στη γυναίκα μου ότι το πέταξε μαζί με τα ρούχα, σε διά­φο­ρους κάδους. Εγώ είμαι σίγου­ρος ότι είναι αυτός και απειλεί και τη Μελίνα. Και η Μελίνα το πιστεύει ότι είναι αυτός. Θεωρώ ότι όταν το έκανε ήταν μία χαρά και όχι επη­ρε­α­σμέ­νος από τα ναρ­κω­τικά. Έχει εμμονή με την περιου­σία. Εγώ πιστεύω ότι γι’ αυτό το λόγο σκότωσε τη μητέρα του. Με τη μητέρα του ποτέ δεν είχε καλές σχέσεις. Έχει ακου­στεί στο χωριό ότι η γυναίκα μου είχε τρα­βή­ξει €50.000 από την τράπεζα και τα είχε στο σπίτι, τα οποία δεν βρέ­θη­καν. Ομοίως στο σπίτι υπήρχαν χρυ­σα­φικά αξίας και ρολόγια που δεν βρέ­θη­καν».

Η σύζυγός του κατέ­θεσε ότι την 1η Αυγού­στου 2012 ο 26χρονος είχε πάθει σηψαι­μία και ήταν στο Βενι­ζέ­λειο νοσο­κο­μείο του Ηρα­κλείου και εκείνη τον φρό­ντιζε…

«Δεν λει­τουρ­γούσε κανένα ζωτικό του όργανο όμως ήταν καλά στα μυαλά του και μάλιστα πολύ καλά και επι­κοι­νω­νούσε κανο­νικά με τον κόσμο. Ένα βράδυ, που θυμάμαι καλά ότι ήταν γύρω στις 10 Αυγού­στου, – το θυμάμαι γιατί ήταν λίγο πριν της Πανα­γίας, μου λέει ‘έχω να σου πω κάτι’….Εκείνο το βράδυ στις 10 Αυγού­στου, κατά τις 21:00 με 22:00 μου είπε κλείσε το κινητό σου και αφού το έκλεισα το έλεγξε ότι πράγ­ματι ήταν κλειστό και μου είπε να πάω να καθίσω δίπλα του, στο κρεβάτι. Με κοι­τούσε στα μάτια ψύχραι­μος σαν να μην συμ­βαί­νει κάτι σοβαρό και άρχισε να μου λέει ότι: την Τρίτη 19 Ιουνίου το από­γευμα προς το βράδυ πήγε στο σπίτι της μάνας του μαζί με την Ειρήνη τη Ρωσίδα με τη μηχανή του Χάρη, και την έκρυψαν στους ασκι­νούς για να μην φαί­νε­ται από το δρόμο. Όταν έφτασαν εκεί η μητέρα του πότιζε τον κήπο. Αυτός είχε προ­σχε­διά­σει από πριν ότι όπου και να την έβρισκε θα της ζητούσε να του φτιάξει καφέ και τη στιγμή που θα του είχε γυρίσει την πλάτη θα τη μαχαί­ρωνε. Το μαχαίρι το κου­βα­λούσε ήδη μαζί του. Πράγ­ματι της ζήτησε να του φτιάξει καφέ και τη στιγμή που του έκανε καφέ αυτός έβγαλε το μαχαίρι και την κάρφωσε από πίσω στην πλάτη και όταν έπεσε κάτω και μπροστά.

 

Η Ειρήνη το ήξερε ότι θα πήγαι­ναν για αυτό το λόγο, αφού μαζί το σχε­δί­α­ζαν. Δεν είχαν χρήματα και επειδή η μητέρα του είχε κάτι σπίτια που νοί­κιαζε, ήθελαν να της τα πάρουν. Όλο αυτό έγινε μέσα στο σπίτι και ήταν και η Ειρήνη μέσα, δεν ξέρω αν ήταν κοντά ή μακριά, και έβλεπε. Μετά η μητέρα του έπεσε κάτω από τις μαχαι­ριές και έτρεχε πάρα πολύ αίμα και την τρά­βη­ξαν σε άλλο σημείο και είπε στην Ειρήνη να τα καθα­ρί­σει. Η μητέρα του δεν είχε πεθάνει αμέσως, και φώναζε, δεν μιλούσε ακριβώς αλλά έβγαζε κραυγές και θυμάμαι χαρα­κτη­ρι­στικά ότι μου είπε ότι του είπε η Ειρήνη «απο­τε­λεί­ωσέ  τη γιατί δεν αντέχω τις κραυγές» και τότε πήγε και την κάρφωσε και στο λαιμό. Εγώ τότε τα έχασα, ο άνθρω­πος είναι άρρω­στος φοβή­θηκα, τα έλεγε με πολλή ψυχραι­μία κοι­τώ­ντας με στα μάτια. Μετά μου είπε ότι είχαν φρο­ντί­σει από πριν να έχουν μαζί τους άλλα ρούχα και παπού­τσια για να αλλά­ξουν τα ματω­μένα και τα ματω­μένα τα έβαλαν σε σακού­λες τις οποίες τις πετού­σαν σε διά­φο­ρους κάδους στα γύρω γύρω χωριά μία εδώ και μία εκεί αλλά καμία στο Γεννάδι.

 

Επίσης μπήκαν στο μπάνιο και πλύ­θη­καν και πέταξαν παντού χλωρίνη και σκε­φτό­ντου­σαν πού πατού­σαν και πού ακου­μπού­σαν για να μην αφήσουν απο­τυ­πώ­ματα. Ο Νίκος αφήνει πάντα το κουτάλι ανάποδα. Δεν ξέρω γιατί δεν καθά­ρι­σαν τον καφέ, μάλλον δεν το σκέ­φτη­καν γιατί δεν μου είπε κάτι για αυτό ή ποιος ξέρει μπορεί να ξανα­έ­κα­ναν καφέ. Γύρισαν στη Ρόδο και όλα είχαν πάει καλά. Ζούσαν κανο­νικά σαν να μην συμ­βαί­νει τίποτα».

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.