• Την προσεχή Τρίτη εκπνέει η προθεσμία των 100 ημερών για την κατάθεση των προτάσεων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την πλευρά των εναγομένων να ετοιμάζεται να προσβάλει την αγωγή ως απαράδεκτη και αόριστη, εγείροντας ζήτημα παθητικής νομιμοποίησης των ανήλικων ανιψιών του δράστη που, λόγω ηλικίας, δεν έχουν ακόμη το δικαίωμα να αποποιηθούν την κληρονομία
Σε μία από τις πιο κρίσιμες καμπές της δικαστικής της διαδρομής εισέρχεται η υπόθεση που σημάδεψε τη Ρόδο και συγκλόνισε ολόκληρη τη χώρα. Η αγωγή που έχει ασκηθεί από την οικογένεια της Θεοδώρας Ζαχαριά, της 31χρονης εκπαιδευτικού που δολοφονήθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου 2021, βρίσκεται πλέον στο τελικό στάδιο πριν περάσει στην ουσιαστική κρίση των δικαστών.
Την προσεχή Τρίτη εκπνέει η προθεσμία των 100 ημερών για την κατάθεση των προτάσεων από αμφότερες τις πλευρές, μια δικονομική στιγμή που έχει βαρύνουσα σημασία, καθώς θα αποτυπώσει τη συνολική επιχειρηματολογία εναγόντων και εναγομένων και θα ανοίξει τον δρόμο για την έκδοση της απόφασης από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου.
Η γραμμή άμυνας των εναγομένων
Σύμφωνα με πληροφορίες της «δημοκρατικής», η πλευρά των εναγομένων, που εκπροσωπείται από τον δικηγόρο κ. Γιώργο Κυπραίο, ετοιμάζεται να προσβάλει την αγωγή ως απαράδεκτη και αόριστη, αναπτύσσοντας μια σειρά νομικών ισχυρισμών οι οποίοι αναμένεται να αποτυπωθούν αναλυτικά στο δικόγραφο των προτάσεων.
Κεντρικό σημείο της επιχειρηματολογίας φέρεται να είναι το ζήτημα της παθητικής νομιμοποίησης των εναγομένων. Πρόκειται για τα ανήλικα ανίψια του δράστη και ήδη εκλιπόντος, τα δύο τέκνα της αδελφής του, στα οποία, σύμφωνα με τη λογική της κληρονομικής διαδοχής που αναπτύσσεται στο δικόγραφο της οικογένειας του θύματος, μεταβιβάστηκε η κληρονομιά μετά την αποποίησή της από τους πρώτους συγγενείς. Η πλευρά Κυπραίου, σύμφωνα με πληροφορίες, θα υποστηρίξει ότι τα ανήλικα τέκνα δεν νομιμοποιούνται παθητικώς, καθώς δεν βρίσκονται ακόμη σε ηλικία που τους επιτρέπει να αποποιηθούν την κληρονομία του θείου τους. Πρόκειται για ένα επιχείρημα που αγγίζει την καρδιά της κληρονομικής διαδοχής και θέτει ένα ουσιαστικό ζήτημα, εάν δηλαδή μπορεί να στραφεί αξίωση εναντίον προσώπων τα οποία, λόγω ηλικίας, δεν έχουν ακόμη τη δυνατότητα να ασκήσουν το δικαίωμα αποποίησης που ο νόμος αναγνωρίζει σε κάθε κληρονόμο.
Στο ίδιο πλαίσιο, η ένσταση του απαράδεκτου και της αοριστίας εκτιμάται ότι θα αναπτυχθεί με αναφορές στη συνολική δομή του δικογράφου, στην εξειδίκευση των πραγματικών περιστατικών, στη σύνδεσή τους με τη ζητούμενη αποζημίωση και στον τρόπο με τον οποίο επιχειρείται η μεταφορά της αστικής ευθύνης στους κληρονόμους. Η πλευρά των εναγομένων φέρεται να εστιάζει στο ό,τι οι ανήλικοι δεν μπορούν να φέρουν, υπό τις παρούσες δικονομικές συνθήκες, το βάρος μιας αξίωσης τέτοιου ύψους και τέτοιας φύσης, ενώ αναμένεται να αναπτυχθούν και ζητήματα που αφορούν στη δικονομική θεμελίωση της αγωγής συνολικά.

Το αίτημα της οικογένειας του θύματος και ο πυρήνας της αγωγής
Από την άλλη πλευρά, οι ενάγοντες, δηλαδή οι γονείς και τα αδέλφια της Θεοδώρας Ζαχαριά, εκπροσωπούμενοι από τους δικηγόρους κ.κ. Ανθούλα Ανάσογλου και Νίκο Μουτσάκη, καλούνται να καταθέσουν τις δικές τους προτάσεις, στις οποίες αναμένεται να αναπτύξουν αναλυτικά τη βάση της αγωγής τους και να απαντήσουν προκαταβολικά σε κάθε ένσταση που θα προβληθεί από την αντίδικη πλευρά.
Στο επίκεντρο βρίσκεται το αίτημα για καταβολή 250.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, καθώς και 1.000 ευρώ για έξοδα κηδείας, τάφου και μνημοσύνου 40 ημερών, μεταφορά νεκρού και στολισμό εκκλησίας, με επιδίωξη να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινώς εκτελεστή. Η αγωγή θεμελιώνεται στο άρθρο 932 ΑΚ, το οποίο προβλέπει ότι σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου μπορεί να επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση στην οικογένεια λόγω ψυχικής οδύνης, με κριτήρια που συνδέονται με τη βαρύτητα της προσβολής, τις συνθήκες, την ένταση του πταίσματος και τις προσωπικές συνθήκες των μερών.
Η οικογένεια επιχειρεί να αποτυπώσει σε χρηματικό μέγεθος μια απώλεια που, όπως υποστηρίζεται, άλλαξε οριστικά τη ζωή της. Στο δικόγραφο περιγράφεται μια καθημερινότητα διαρκούς ψυχικής οδύνης από την ημέρα της δολοφονίας, με άγχος, στρες, καταθλιπτικά συμπτώματα, αϋπνία και αποκοπή από την κοινωνική ζωή. Οι ενάγοντες κάνουν λόγο για ψυχρότητα ακόμη και στις μεταξύ τους σχέσεις, για περιορισμό μετακινήσεων στα απολύτως αναγκαία και για μια διαρκή προσπάθεια να λειτουργήσουν σε έναν κόσμο που άλλαξε οριστικά στις 22 Σεπτεμβρίου 2021.
Το χρονικό μιας προμελετημένης ανθρωποκτονίας
Πίσω από τη δικαστική αντιπαράθεση βρίσκεται μια υπόθεση που είχε σοκάρει βαθιά την τοπική και πανελλαδική κοινή γνώμη. Η Θεοδώρα Ζαχαριά, δολοφονήθηκε περίπου στις 15:00 της 22ας Σεπτεμβρίου 2021 στην οδό Μόσχας στη Ρόδο. Ο πρώην σύντροφός της την πλησίασε την ώρα που επιβιβαζόταν στο αυτοκίνητό της και την πυροβόλησε σχεδόν εξ επαφής από το παράθυρο, χρησιμοποιώντας κυνηγετική καραμπίνα.
Στη συνέχεια διέφυγε με ενοικιαζόμενο λευκό αυτοκίνητο, το οποίο φέρεται να είχε μισθώσει ειδικά για το σχέδιο της διαφυγής του.
Λίγη ώρα αργότερα, οι αρχές ειδοποιήθηκαν για εγκλωβισμένο άνδρα στην περιοχή Θεοτόκου. Εκεί, σε κατοικία, ο δράστης εντοπίστηκε νεκρός με την ίδια καραμπίνα και σημείωμα, στο οποίο, σύμφωνα με τις πληροφορίες, επιχειρούσε να δώσει ένα προσωπικό, σχεδόν ρομαντικοποιημένο άλλοθι στην πράξη του, με τη φράση ότι δεν είχε νόημα η ζωή του χωρίς τη «μικρή» του.
Η αστυνομία εκτίμησε ότι επρόκειτο για αυτοκτονία και η δικογραφία ακολούθησε την τυπική πορεία αρχειοθέτησης ως προς το σκέλος του δράστη λόγω θανάτου, με την υπόθεση να αποδίδεται στο προανακριτικό υλικό ως ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση.

Μια σχέση που, σύμφωνα με πληροφορίες, πέρασε από τον θαυμασμό στον έλεγχο
Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται η περιγραφή της τελευταίας σχέσης της 31χρονης εκπαιδευτικού. Η γνωριμία τοποθετείται στον Δεκέμβριο του 2020 και η συγκατοίκηση στον Ιούλιο του 2021, σε σπίτι που, σύμφωνα με πληροφορίες της «δημοκρατικής», ανήκε στον δράστη στην περιοχή Θεοτόκου.
Η οικογένεια της Θεοδώρας Ζαχαριά υποστηρίζει ότι σταδιακά αποκαλύφθηκε ένας άνθρωπος δεσποτικός, πιεστικός και κτητικός. Περιγράφονται σκηνές απαξίωσης, περιορισμών και παραβίασης ιδιωτικότητας, από έλεγχο τηλεφώνου και λογαριασμών κοινωνικής δικτύωσης μέχρι διαρκή επιτήρηση της καθημερινής της κίνησης. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στο γεγονός ότι η 31χρονη, όταν αποφάσισε να φύγει περίπου 10 ημέρες πριν από τη δολοφονία, επέστρεψε στο πατρικό της σπίτι επειδή δεν ένιωθε ασφαλής.
Στις περιγραφές εντάσσονται μαρτυρικές αναφορές φιλικού προσώπου, με επεισόδια έντασης, υποτίμησης και συμπεριφορών που αποτυπώνουν κτητικότητα, καθώς και ένα περιστατικό παρακολούθησης την παραμονή του εγκλήματος, όταν η Θεοδώρα Ζαχαριά φέρεται να είδε τον πρώην σύντροφό της να περνά με ενοικιαζόμενο λευκό αυτοκίνητο και τρομοκρατημένη ζήτησε να κλειδώσει η πόρτα.
Η μέρα που η οικογένεια έμαθε από μια ανάρτηση ότι έχασε το παιδί της
Σκληρή, με ανθρώπινο βάρος, παραμένει η περιγραφή της στιγμής που η οικογένεια αντιλήφθηκε τι είχε συμβεί. Σύμφωνα με τις πληροφορίες, αποτυπώνεται μια αλληλουχία μηνυμάτων και τηλεφωνημάτων, ο ήχος ενός πυροβολισμού που αρχικά ερμηνεύθηκε ως κάτι συνηθισμένο, η αναφορά ότι «σκότωσαν μια κοπέλα», η αδυναμία επικοινωνίας με τη Θεοδώρα Ζαχαριά και η τελική, σπαρακτική επιβεβαίωση μέσα από σχόλιο στο διαδίκτυο που ανέφερε «Καλό ταξίδι».
Είναι η στιγμή που, όπως περιγράφεται, κατέρρευσε ο κόσμος της οικογένειας και η απώλεια απέκτησε πρόσωπο και φωνή.
Η ζωή και το προφίλ της 31χρονης εκπαιδευτικού
Η Θεοδώρα Ζαχαριά σκιαγραφείται ως μια νέα εκπαιδευτικός με ισχυρό ακαδημαϊκό προφίλ και προοπτικές. Απόφοιτη φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Έξετερ και στη συνέχεια μεταπτυχιακή φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, εργαζόταν ως εκπαιδευτικός και παρέδιδε ιδιαίτερα μαθήματα σε παιδιά διαφορετικών ηλικιών, ενώ, σύμφωνα με τις πληροφορίες, περίμενε τον διορισμό της. Ένα προφίλ ζωής που η αγωγή επιχειρεί να φωτίσει, ώστε η απώλεια να αποκτήσει το πραγματικό της μέγεθος και να σταθμιστεί δικαστικά.

Η ευθύνη των κληρονόμων και η νομική πραγματικότητα της αγωγής
Το πιο ευαίσθητο και ταυτόχρονα πιο καθοριστικό σημείο της αγωγής είναι αυτό που συχνά προκαλεί αμηχανία στον δημόσιο διάλογο. Η αξίωση στρέφεται κατά των κληρονόμων του δράστη, όχι επειδή τους αποδίδεται προσωπικό φταίξιμο για τη δολοφονία, αλλά επειδή το αστικό δίκαιο προβλέπει ότι η υποχρέωση προς αποζημίωση μεταβιβάζεται στους καθολικούς διαδόχους. Στο δικόγραφο αναπτύσσεται η λογική της κληρονομικής διαδοχής, με την επισήμανση ότι οι πρώτοι συγγενείς του δράστη αποποιήθηκαν την κληρονομιά και έτσι κληρονόμοι κατέστησαν τα δύο ανήλικα τέκνα της αδελφής του, κατά ποσοστό 1/2 το καθένα.
Στο συγκεκριμένο σημείο εδράζεται και η νομική σύγκρουση που πρόκειται να αναπτυχθεί στις προτάσεις. Η οικογένεια του θύματος επικαλείται τη μεταβίβαση της αστικής ευθύνης μέσω της κληρονομικής διαδοχής. Η πλευρά των εναγομένων, μέσω του δικηγόρου κ. Γιώργου Κυπραίου, αντιτείνει ότι τα ανήλικα τέκνα δεν μπορούν, λόγω ηλικίας, να ασκήσουν το δικαίωμα αποποίησης που τους αναγνωρίζει ο νόμος, γεγονός που, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς, αναιρεί την παθητική νομιμοποίησή τους. Πρόκειται για ένα πεδίο όπου η ατομική πράξη ενός ανθρώπου συνεχίζει να παράγει έννομες συνέπειες και μετά τον θάνατό του, με τη δικαιοσύνη να καλείται να σταθμίσει την ισορροπία ανάμεσα στην ανάγκη αποκατάστασης της οικογένειας του θύματος και στη δικονομική θέση των ανήλικων εναγομένων.
Τι σημαίνει το αίτημα των 250.000 ευρώ και το μέτρο του «εύλογου»
Το ποσό των 250.000 ευρώ, όπως διατυπώνεται στο αίτημα της αγωγής, λειτουργεί ως σύμβολο μιας διεκδίκησης που επιχειρεί να δώσει χειροπιαστή μορφή σε κάτι που δεν αποτιμάται πραγματικά, την απώλεια ενός παιδιού και μιας αδελφής. Στο δικόγραφο παρατίθεται η βασική αρχή του άρθρου 932 ΑΚ και η νομολογιακή εξέλιξη γύρω από τα κριτήρια προσδιορισμού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης.
Πέρα από το νομικό περίγραμμα, αυτό που προκύπτει δημοσιογραφικά είναι η προσπάθεια μιας οικογένειας να ακουστεί θεσμικά σε ένα σύστημα το οποίο, λόγω της αυτοχειρίας του δράστη, δεν μπόρεσε να προσφέρει τη συμβολική «τελική» πράξη μιας ποινικής καταδίκης. Η αγωγή, έτσι, δεν λειτουργεί μόνο ως οικονομική αξίωση αλλά και ως δημόσια καταγραφή της ιστορίας, ως ένα επίσημο κείμενο που δηλώνει ότι το έγκλημα δεν μπορεί να κλείσει μόνο με μια δικογραφία αρχειοθετημένη επειδή ο δράστης πέθανε.

Η υπόθεση ως καθρέφτης της κοινωνίας και η συλλογική μνήμη της Ρόδου
Η συγκεκριμένη υπόθεση δεν έμεινε ποτέ μόνο σε επίπεδο ιδιωτικού πένθους. Η Ρόδος αναμετρήθηκε και θεσμικά με τη μνήμη της Θεοδώρας Ζαχαριά, με το δημοτικό συμβούλιο να εξετάζει σε μεταγενέστερο χρόνο πράξη υψηλού συμβολισμού, όπως η παραχώρηση δωρεάν τάφου ως δημόσιο μήνυμα κατά της έμφυλης βίας. Πρόκειται για ένδειξη ότι η υπόθεση συνέχισε να προκαλεί πολιτική και κοινωνική συζήτηση για την πρόληψη και την κινητοποίηση της κοινότητας απέναντι σε φαινόμενα ελέγχου, απομόνωσης και κλιμακούμενης βίας.
Όπως περιγράφεται στο δικόγραφο της οικογένειας, οι υποθέσεις έμφυλης βίας δεν είναι στιγμιαίες εκρήξεις, αλλά συχνά διαδρομές κλιμάκωσης. Έλεγχος, απομόνωση, ζήλια, παραβίαση ιδιωτικότητας, χειρισμός μέσω του περιβάλλοντος, ακόμη και παρεμβάσεις οικογενειακών προσώπων του δράστη σε κρίσιμες στιγμές, όταν η Θεοδώρα Ζαχαριά επιχείρησε να φύγει. Το αποτέλεσμα, όπως αποτυπώνεται, ήταν ένα προμελετημένο σχέδιο παρακολούθησης και καρτεριού, με ενοικιαζόμενο όχημα και όπλο, που κατέληξε στη δολοφονία της 22ας Σεπτεμβρίου 2021.

















