Με απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ρόδου απορρίφθηκε το αίτημα χορήγησης προσωρινής διαταγής που είχε υποβάλει η Αστική μη Κερδοσκοπική Εταιρεία Κοινωνικής Φροντίδας και Ανάπτυξης του Δήμου Ρόδου, στο πλαίσιο της προσπάθειάς της να «παγώσει» άμεσα η αναγκαστική εκτέλεση που βρίσκεται σε εξέλιξη, μετά από κατασχέσεις σε τραπεζικό λογαριασμό και σε απαιτήσεις της από τρίτους.
Η αιτούσα, εκπροσωπούμενη από τον δικηγόρο Νικόλαο Πέρο, επιδίωξε την έκδοση προσωρινής διαταγής με στόχο να ανασταλεί άμεσα η συνέχιση των πράξεων εκτέλεσης μέχρι να κριθεί η κύρια αίτηση και η ανακοπή που έχει ήδη κατατεθεί ενώ οι εργαζόμενοι εκπροσωπούμενοι από τους δικηγόρους κ.κ. Απόστολο Γκάτσιο και Μανώλη Παπαϊωάννου επικαλέστηκαν μεταξύ άλλων και την πρόσφατη απόφαση του Αρείου Πάγου που τους δικαίωσε.
Στο δικόγραφο σκιαγραφείται ένα συγκεκριμένο οικονομικό και διαδικαστικό πλαίσιο. Η αιτούσα αναφέρει ότι της επιδόθηκε επιταγή προς εκτέλεση κάτω από αντίγραφο απογράφου δικαστικής απόφασης, με συνολική απαίτηση 173.353,40€. Στη συνέχεια, περιγράφονται κινήσεις αναγκαστικής εκτέλεσης με κατασχέσεις εις χείρας τρίτων.
Η μία κατάσχεση, σύμφωνα με την περιγραφή, έγινε στις 27 Φεβρουαρίου 2026 σε τραπεζικό ίδρυμα, για ποσά κατατεθειμένα και μελλοντικά κατατεθησόμενα, ενώ άλλη κατάσχεση αναφέρεται ότι έγινε στις 3 Μαρτίου 2026 σε βάρος απαιτήσεων της αιτούσας στα χέρια του Δήμου Ρόδου και του Δημοτικού Οργανισμού Πρόνοιας, για συνολικό ποσό 173.353,40€ πλέον τόκων υπερημερίας από 20 Φεβρουαρίου 2026.
Η αιτούσα, έχει στραφεί δικαστικά κατά 36 εργαζομένων που εμφανίζονται ως επισπεύδοντες την εκτέλεση, ενώ στο ίδιο πλαίσιο αναφέρονται ως εμπλεκόμενοι τρίτοι το τραπεζικό ίδρυμα, ο Δήμος και ο Δημοτικός Οργανισμός Πρόνοιας.
Πέρα από τα ποσά, ο πυρήνας του αφηγήματος που αναπτύσσεται στο δικόγραφο είναι ο κίνδυνος που, κατά την αιτούσα, δημιουργεί η δέσμευση λογαριασμών και η ταυτόχρονη κατάσχεση απαιτήσεων από τους φορείς χρηματοδότησης.
Η αιτούσα υποστηρίζει ότι έτσι οδηγείται σε αδυναμία καταβολής μισθοδοσίας και εισφορών, καθώς και σε αδυναμία κάλυψης λειτουργικών δαπανών, όπως προμήθειες τροφίμων και αναλώσιμων. Στο κείμενο περιγράφεται ως άμεσο επακόλουθο το ενδεχόμενο να ανασταλεί η δραστηριότητα και να κλείσουν οι δομές που λειτουργεί.
Στο ίδιο δικόγραφο καταγράφεται ότι η εταιρεία λειτουργεί πέντε κοινωνικές δομές, 2 ΚΔΑΠ ΜΕΑ, 1 ΚΗΦΗ και 2 παιδικούς σταθμούς, ενώ αναφέρεται ότι στις δομές αυτές απασχολούνται συνολικά 42 εργαζόμενοι με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, οι οποίες, κατά την αιτούσα, ανανεώνονται ετησίως επί 23 χρόνια.
Στο κείμενο γίνεται εκτενής αναφορά σε επιμέρους κονδύλια που, κατά την αιτούσα, έχουν ενσωματωθεί στην επιταγή προς εκτέλεση και αποτελούν αντικείμενο αμφισβήτησης στο πλαίσιο της ανακοπής. Αναφέρονται τόκοι υπερημερίας συνολικού ύψους 56.595,28€ και αποδίδεται έμφαση στο ό,τι δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια η έναρξη της τοκοδοσίας. Παράλληλα, καταγράφεται συνολικό ποσό 15.862,94€ ως ασφαλιστικές εισφορές εργαζομένου για αποδοχές δώρων και επιδομάτων, καθώς και 8.489,29€ ως παρακράτηση φόρου τόκων και ψηφιακά τέλη, με ανάλυση που παρατίθεται στο δικόγραφο.
Στην ίδια αφήγηση, η αιτούσα συνδέει τα παραπάνω ποσά με το συνολικό βάρος που θεωρεί ότι δημιουργείται στη ρευστότητα της και επαναφέρει τον ισχυρισμό περί «ανεπανόρθωτης βλάβης» αν συνεχιστούν τα μέτρα εκτέλεσης μέχρι να κριθεί η υπόθεση στην ουσία της.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει το κομμάτι του δικογράφου που περιγράφει το χρηματοδοτικό μοντέλο της λειτουργίας των δομών. Αναφέρεται ότι η χρηματοδότηση προέρχεται από ευρωπαϊκούς και εθνικούς πόρους, ενώ μεγάλο μέρος του κόστους καλύπτεται από ετήσια εισφορά των εταίρων της εταιρείας. Στο κείμενο καταγράφεται ότι ο Δήμος καλύπτει ποσοστό 61%, που αντιστοιχεί σε 282.927,34€ για το 2026, και ο Δημοτικός Οργανισμός Πρόνοιας ποσοστό 39%, που αντιστοιχεί σε 180.887,97€ για το 2026. Αυτό ακριβώς το σκέλος, σύμφωνα με την αιτούσα, καθίσταται προβληματικό όταν επιβάλλονται κατασχέσεις στα χέρια των φορέων που αποδίδουν τις επιχορηγήσεις.
Με βάση αυτή τη λογική, η αιτούσα υποστήριξε ότι η ταυτόχρονη κατάσχεση τόσο στον τραπεζικό λογαριασμό όσο και στις απαιτήσεις της από τους δύο δημόσιους φορείς, δεν αφήνει λειτουργικό περιθώριο για να συνεχιστεί το κοινωνικό έργο που περιγράφεται.
Με την απόρριψη του αιτήματος προσωρινής διαταγής, το άμεσο «πάγωμα» των πράξεων εκτέλεσης δεν επετεύχθη στο στάδιο αυτό, ενώ η συνέχεια της υπόθεσης μεταφέρεται στην κύρια κρίση των αιτημάτων αναστολής και στην εκδίκαση της ανακοπής.
Απορρίφθηκε το αίτημα για προσωρινή διαταγή στην υπόθεση των κατασχέσεων σε βάρος της ΑΜΚΕ του Δήμου Ρόδου














