ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΑ

‘ Υμνος στην Τήλο από την Γερμανίδα Sibylle Meder, δημιουργό του “Τhe Island Bus”

news room 1 λεπτό ανάγνωση
Sibylle Meder

Sibylle Meder διη­γεί­ται στο LIFO.gr το συναρ­πα­στικό της ταξίδι από τις μητρο­πό­λεις της Ευρώπης στο αιγαιο­πε­λα­γί­τικο νησί με τους 400 κατοί­κους \

Η Τήλος σήμερα: Μια μικρή νησιώ­τικη κοι­νω­νία με μόλις 400 κατοί­κους δια­φό­ρων εθνι­κο­τή­των – κι ένα λεω­φο­ρείο που συνδέει τόπους, ανθρώ­πους και ζωές. Η κοινή δια­δρομή όλων των επι­βα­τών του και η ιστορία τους εκτυ­λίσ­σο­νται σε ένα υπέροχο ντο­κι­μα­ντέρ που κατα­φέρ­νει με πολύ συναί­σθημα, αρκετό ρεα­λι­σμό, λίγο φοκλόρ και την κοφτερή ματιά μιας Γερ­μα­νί­δας να εκφρά­σει μια πλευρά της Ελλάδας μονα­δική. Τα 61, βραχώδη τ.χλμ του νησιού, οι Τήλιοι και η ελλη­νική ομορφιά ήταν τόσο ακα­τα­μά­χητα που η σκη­νο­θέ­της δεν μπόρεσε παρά να νιώσει πως αυτό είναι το σπίτι της.

Η Sibylle Meder έχει διη­γη­θεί τα πάντα για την Τήλο, αλλά δεν έχει μιλήσει σχεδόν ποτέ για το πώς βρέθηκε στην Ελλάδα και πώς κατέ­ληξε να ζει στο νησί. Αφη­γεί­ται στο LIFO.gr με τρόπο συναρ­πα­στικό τη δια­δρομή της και μιλάει για όλους εκεί­νους, τους πολλούς λόγους που μια νεαρή κοπέλα βρήκε το νόημα της ζωής, της έμπνευ­σης και της δημιουρ­γίας σε ένα μικρό ακρι­τικό νησάκι του Αιγαίου.

Ας ξεκι­νή­σουμε μαζί σου από την αρχή… Πώς βρέ­θη­κες να μένεις στην Τήλο; Τι ήταν αυτό που σε έκανε να εγκα­τα­στα­θείς εκεί;

Αρχικά ήρθα στην Τήλο σαν του­ρί­στρια και αμέσως αγάπησα τους ανθρώ­πους στο νησί. Αισθάν­θηκα ότι ήταν ένα πολύ φιλό­ξενο μέρος. Έχω ταξι­δέ­ψει πολύ στην Ελλάδα και έχω ζήσει την ελλη­νική φιλο­ξε­νία, αλλά εδώ αισθάν­θηκα ακόμα πιο ευπρόσ­δε­κτη και άνετη απ’ ότι συνήθως. Ίσως να είναι ο συν­δυα­σμός της σχετικά μικρής κοι­νό­τη­τας και της έλλει­ψης των εντυ­πω­σια­κών αξιο­θέ­α­των. Δεν υπάρχει τίποτα το ξεχω­ρι­στό στην Τήλο και αυτό ακριβώς φαί­νε­ται ότι την κάνει να ξεχω­ρί­ζει σαν ένα όμορφο μέρος για να κατα­φύ­γεις και να χαλα­ρώ­σεις για λίγο. Κανά δυο χρόνια αργό­τερα, επέ­στρεψα με το τότε αγόρι μου, ο οποίος ήταν Αυστρα­λός ταξι­διω­τι­κός συγ­γρα­φέας. Είχαμε προ­γραμ­μα­τί­σει να περά­σουμε έναν χρόνο μακριά από τις ζωές μας στο Σίδνεϊ. Αυτός θα ταξί­δευε στην Ευρώπη για να γράψει και εγώ θα βοη­θούσα τη μητέρα μου, η οποία πάντα ονει­ρευό­ταν να μετα­κο­μί­σει στην Ελλάδα όταν θα συντα­ξιο­δο­τού­νταν, να πραγ­μα­το­ποι­ή­σει το όνειρό της και να μετα­κο­μί­σει από τη Γερ­μα­νία στη χώρα σας. Με δική μας παραί­νεση, επέλεξε την Τήλο σαν μέρος για να μετα­κο­μί­σει και, έτσι, η χρονιά μας μακριά από την Αυστρα­λία και η μετα­κό­μισή της συνέ­πε­σαν. Όμως, τα πράγ­ματα πήραν περισ­σό­τερο χρόνο απ’ ότι είχαμε προ­γραμ­μα­τί­σει, όλως παρα­δό­ξως, εξαι­τίας των πρώτων ενδεί­ξεων της κρίσης: οι τιμές των ακι­νή­των στη Γερ­μα­νία κατρα­κύ­λη­σαν και η πώληση του πατρι­κού σπιτιού μας ήταν δύσκολη. Επίσης, προ­έ­κυ­ψαν κάποια θέματα με την υγεία της μητέρας μου. Έτσι, αντί να επι­στρέψω στην Αυστρα­λία και να συνε­χίσω την κινη­μα­το­γρα­φική μου δουλειά εκεί, έμεινα στην Τήλο για παρα­πάνω από έναν χρόνο. Όταν συνει­δη­το­ποί­ησα ότι θα μπο­ρούσα να μείνω εκεί επί ημι­μο­νί­μου βάσεως, άρχισα να ψάχνω για ένα θέμα ταινίας στο νησί. Γύρισα μια ταινία μικρού μήκους με έναν φίλο και μετά είχα σχέδια για μια ρομα­ντική κομεντί όπου θα πρω­τα­γω­νι­στού­σαν ντόπιοι, κάτι το οποίο δε συνέβη ποτέ. Αλλά το θέμα του THE ISLAND BUS υπήρχε στο μυαλό μου για αρκετό καιρό, οπότε τώρα φάνηκε η κατάλ­ληλη στιγμή για να κυνη­γήσω αυτή την ιδέα. Το ξεκί­νημα της ταινίας στη συνέ­χεια με κράτησε στην Τήλο.

Πες μας μερικά πράγ­ματα για τη ζωή σου πριν την Τήλο… Τι άλλαξε; Τι είναι καλύ­τερο τώρα και τι είναι ίσως δυσχε­ρέ­στερο όταν μένεις σε ένα μικρό ελλη­νικό νησί;

Πριν την Τήλο, έζησα σε μεγάλες πόλεις με εκα­τομ­μύ­ρια κατοί­κους, που συνο­δεύ­ο­νταν από τις ανά­λο­γες υπο­δο­μές και την ανάλογη ένταση: Βερο­λίνο, Λονδίνο και Σίδνεϊ.Φυσικά και άλλαξαν πολλά πράγ­ματα. Άφησα τη Γερ­μα­νία μόλις τελεί­ωσα το πανε­πι­στή­μιο για να μετα­κο­μίσω στην άλλη άκρη του κόσμου, το οποίο σήμαινε πως ολό­κληρο το δίκτυο των φιλικών και επαγ­γελ­μα­τι­κών μου επαφών ξαφνικά έγινε προ­σβά­σιμο μόνο τηλε­φω­νι­κώς ή μέσω email οπότε και η σύνδεση ανα­πό­φευ­κτα χαλά­ρωσε. Ύστερα από σχεδόν δύο χρόνια στο Σίδνεϊ, ξεκί­νησα σιγά σιγά να χτίζω ένα νέο δίκτυο αλλά μετα­κό­μισα ξανά. Έτσι σε προ­σω­πικό και επαγ­γελ­μα­τικό επίπεδο, για μένα αυτή ήταν και η πιο δύσκολη αλλαγή, σε συν­δυα­σμό με την έλλειψη στην περιοχή κινη­μα­το­γρά­φων, πολι­τι­στι­κών εκδη­λώ­σεων και, γενι­κό­τερα, ανθρώ­πων της ηλικίας μου που να σκέ­φτο­νται με τον ίδιο τρόπο. Δεν είχα σκεφτεί ότι επρό­κειτο να είναι μακρο­πρό­θε­σμο. Από την άλλη, η σχετική απο­μό­νωση στη Τήλο ήταν σαν μια έντονη καλ­λι­τε­χνική υπο­χώ­ρηση. Χωρίς τον περι­σπα­σμό και τον αντα­γω­νι­σμό ενός αστικού καλ­λι­τε­χνι­κού σκη­νι­κού, θα μπο­ρούσα να πει­ρα­μα­τι­στώ με ιδέες και να τις αφήσω να αναπτυχθούν-και βρήκα στους ντό­πιους ένα πολύ ευγνώ­μων και υπο­στη­ρι­κτικό κοινό.

Το να είσαι τόσο κοντά στη φύση είναι επίσης πολύ εμψυ­χω­τικό και ανα­ζω­ο­γο­νη­τικό. Τώρα, όταν περνάω 10 ώρες στο γραφείο μου κάνο­ντας μοντάζ και μετά βγαίνω και από την εξώ­πορτα μου βλέπω τη θάλασσα κάθε φορά σκέ­φτο­μαι πόσο ευγνώ­μων είμαι. Σε μια μεγάλη πόλη, θα άφηνα το γραφείο μου για να μετα­κι­νηθώ για 45 λεπτά σε ένα μετρό με στοι­βαγ­μέ­νους, νευ­ρι­κούς ανθρώ­πους σε μια υπερ­διέ­γερση όλων των αισθή­σεων. Εδώ, η μετα­κί­νηση περι­λαμ­βά­νει τη θέα και τη μυρωδιά των αγρών, της παρα­λίας και των άγριων λόφων. Παρ’ όλα αυτά λατρεύω να φεύγω από το νησί και να ξανα­γε­μίζω με τα ερε­θί­σματα της πόλης σε τακτική βάση.

Αυτό που είναι αναμ­φι­σβή­τητα δύσκολο στην Τήλο είναι όλα όσα απαι­τούν οποια­δή­ποτε μορφή λει­τουρ­γι­κής υπο­δο­μής. Για παρά­δειγμα, φέτος δεν είχαμε ATM μεταξύ των Χρι­στου­γέν­νων και των αρχών του Ιουνίου, οπότε έπρεπε να κάνω ένα δίωρο ταξίδι με το πλοίο και να περνάω τη νύχτα σε ξενο­δο­χείο μόνο και μόνο για να τραβήξω μετρητά από το μηχά­νημα. Το χειμώνα έχουμε μόνο ένα ή δύο πλοία τη βδομάδα, τα οποία παρέ­χουν πρό­σβαση σε οδο­ντί­α­τρο, έναν κτη­νί­α­τρο, ένα σούπερ μάρκετ, έναν λογιστή ή ένα κατά­στημα όπου μπορείς να αγο­ρά­σεις καλώδια για ηλε­κτρο­νικό υπο­λο­γι­στή. Μπορεί να σου πουν ότι κάτι θα γίνει αύριο και 7 χρόνια αργό­τερα να εξα­κο­λου­θεί να μην υπάρχει ούτε ένδειξή του. Το γεγονός αυτό σε κάνει υπερ­βο­λικά επι­νοη­τικό. Και είναι κάτι που, συμ­πτω­μα­τικά, απο­τε­λεί μεγάλη πηγή έμπνευ­σης για κάποιον που αφη­γεί­ται ιστο­ρίες. Γιατί οι άνθρω­ποι εφευ­ρί­σκουν παρά­ξε­νες αλλά πανέ­ξυ­πνες λύσεις.

Πώς σε καλω­σό­ρισε η Τήλος; Πώς αντι­με­τώ­πισε η κοι­νό­τητα μια νεαρή ξένη στο νησί τους;

Όπως σου είπα προη­γου­μέ­νως αισθάν­θηκα από την πρώτη μέρα ότι οι άνθρω­ποι στην Τήλο είναι φιλό­ξε­νοι και ανοι­χτοί απέ­να­ντι στους ξένους. Όταν μετα­κό­μισα στο νησί, πιστεύω ότι αρκετοί άνθρω­ποι θεώ­ρη­σαν ότι είμαι λίγο τρελή, γιατί προ­φα­νώς, το μέρος δεν απο­τε­λεί την πρώτη επιλογή για έναν σκη­νο­θέτη. Αλλά, και πάλι, οι σκη­νο­θέ­τες είναι και πρέπει να είναι λίγο ”τρελοί”- αν δεν ήμασταν και κάναμε μόνο αυτά που έκαναν άλλοι πριν από μας, καμιά από τις ταινίες μας δε θα γινόταν πραγ­μα­τι­κό­τητα. Δεν το σκέ­φτο­μαι σαν τρέλα, αλλά σαν μια προ­θυ­μία για να δοκι­μά­σεις το ασυ­νή­θι­στο και να δεις κατά πόσον λει­τουρ­γεί. Υπάρχει πάντοτε το ρίσκο της απο­τυ­χίας. Αυτή είναι η μαθη­σιακή δια­δι­κα­σία. Στην περί­πτωσή μου, για μεγάλο διά­στημα φαι­νό­ταν ότι θα αποτύχω. Ευτυχώς, είμαι εξαι­ρε­τικά πει­σμα­τάρα και μπορώ να γίνω αρκετά υπο­μο­νε­τική. Δε μου αρέσει να είμαι υπο­μο­νε­τική αλλά έχω μάθει πως μερικές φορές δρα προς όφελός σου.

Ελλάδα και Έλληνες- θετικά και αρνη­τικά στοι­χεία:

Η αγάπη για την Ελλάδα μου ξεκί­νησε από τη μητέρα μου. Νομίζω πως ξεκί­νησε ακόμα και πριν από τη γέννησή μου, αλλά κυρίως όταν πήγαμε μαζί με τη γιαγιά μου τις πρώτες μου δια­κο­πές στην Κρήτη. Ακο­λού­θη­σαν πολλές οικο­γε­νεια­κές εκδρο­μές. Ο πατέρας μου αγα­πούσε εξίσου, και ακόμη αγαπά αυτή τη χώρα, αλλά η μητέρα μου ήταν η πραγ­μα­τική φιλέλ­λη­νας την οικο­γέ­νειας. Με θυμάμαι να κάθομαι μαζί της στο αυτο­κί­νητο καθώς με πήγαινε στο νηπια­γω­γείο ή ενώ βρι­σκό­μα­σταν στον αυτο­κι­νη­τό­δρομο που οδη­γούσε στο Βερο­λίνο για να επι­σκε­φθούμε τους παπ­πού­δες μου και να μουρ­μου­ρί­ζουμε μαζί το ”Ντιρ­λα­ντά”. Δεν είχα την παρα­μι­κρή ιδέα για το τι μπορεί να σήμαι­ναν οι στίχοι αλλά η ελλη­νική γλώσσα πάντοτε ηχούσε στ’ αυτιά μου σαν τη μητρική μου. Έχοντας αυτό κατά νου, είναι απαίσιο το πόσο άσχημα τα μιλάω, ακόμη και σήμερα… Όταν ήμουν 16, σχε­δί­ασα να παντρευτώ τον γιο ενός ιδιο­κτήτη ταβέρ­νας στην Παλαιο­χώρα της Κρήτης και να μετα­κο­μίσω εκεί. Εκ των υστέρων, δε μοιάζει πλέον και τόσο καλό πλάνο καθώς η ”θητεία” μου στον τομέα της φιλο­ξε­νίας μου έδειξε ότι είναι τόσο κου­ρα­στική όσο και η σκη­νο­θε­σία αλλά το τελικό προϊόν φθεί­ρε­ται γρη­γο­ρό­τερα και το κοινό συνήθως το εκτιμά λιγό­τερο.

Δεν ήταν μόνο ο ήλιος και η παραλία που λάτρεψα. Ήταν πάντοτε οι άνθρω­ποι, οι μικρές ιδιο­τρο­πίες τους: οι ηλι­κιω­μέ­νοι άντρες με τις πυτζά­μες τους που κάθο­νται σε ένα αθη­ναϊκό μπαλ­κόνι, καπνί­ζουν και φωνά­ζουν ο ένας στον άλλο από τους απέ­να­ντι δρόμους. Οι νοι­κο­κυ­ρές στα μικρο­σκο­πικά ορεινά χωριά που σου προ­σφέ­ρουν ένα φρούτο που δεν έχεις ξανα­κού­σει στη ζωή σου και που σε τραβάνε από το χέρι και σε ρωτάνε για ολό­κληρο το οικο­γε­νειακό σου ιστο­ρικό. Ο οδηγός ταξί που πεθαί­νει να σου πει πώς μεγά­λωσε στο Μάνχαϊμ και η αδερφή του είναι παντρε­μένη στο Μόναχο. Τα παιδιά που συγκε­ντρώ­νο­νται ανά δεκάδες σε ένα παγω­τα­τζί­δικο, χαχα­νί­ζο­ντας και επι­δει­κνύ­ο­ντας το ”στιλ” τους, μόνο και μόνο για να μαζευ­τούν όλα μαζί σε ένα μέρος που δεν έχει να επι­δεί­ξει, στην κυριο­λε­ξία, κανένα ενδια­φέ­ρον και στη συνέ­χεια να κατα­κλύ­σουν το επόμενο. Όλο αυτό το σκηνικό της υπαί­θριας μεσο­γεια­κής ζωής απλά με σαγή­νευσε. Και ναι, κάθε φορά που προ­σγειώ­νο­μαι και είμαι πίσω σε ελλη­νικό έδαφος, κάθε φορά που μυρίζω τα αρμυ­ρί­κια και τη θάλασσα αισθά­νο­μαι άνετα και ζεστά και χαλαρά. Είναι κάτι αρκετά ”αρχέ­γονο”. Επίσης, η Ελλάδα πάντοτε με κινη­το­ποιούσε καλ­λι­τε­χνικά. Στην Ελλάδα άρχισα να παίρνω σοβαρά τη φωτο­γρα­φία, να γυρίζω τη μια ταινία μετά την άλλη ως έφηβη και να γίνομαι καλή φίλη με τους τύπους που είχαν το τοπικό φωτο­γρα­φείο στην Παλαιο­χώρα. Εκεί ξόδευα όλο μου το χαρ­τζι­λίκι στο να εμφα­νίζω φωτο­γρα­φίες με γάτες, παρά­θυρα και άδειες καρέ­κλες με φόντο την παραλία. Φυσικά και είναι μια εντυ­πω­σιακά όμορφη χώρα που σε ενθου­σιά­ζει και σε κάνει να θέλεις να την απα­θα­να­τί­σεις.

Όπως με κάθε γενί­κευση, είναι λίγο χαζό να πω ‘οι Έλληνες’, αλλά σίγουρα υπάρ­χουν πράγ­ματα που εδώ έχουν εδραιω­θεί συγκρι­τικά με άλλα μέρη. Αυτό που με κου­ρά­ζει είναι ο συντρι­πτι­κός υλισμός. Δεν τον έχω συνα­ντή­σει μόνο στην Ελλάδα. Και στην Αυστρα­λία και στο Ηνωμένο Βασί­λειο είναι εξίσου σφοδρό σαν φαι­νό­μενο. Ίσως να απείχε από αυτό μόνο ο πνευ­μα­τι­κός, καλ­λι­τε­χνι­κός και ακα­δη­μαϊ­κός μου θύλακας κατά τη διάρ­κεια των σπουδών μου στο Βερο­λίνο και, ίσως, να μην έχω εκτεθεί ακόμα αρκετές φορές στον αντί­στοιχο ελλη­νικό (αν και στα­διακά γνωρίζω όλο και περισ­σό­τε­ρους ανθρώ­πους που μοιά­ζουν να είναι δια­φο­ρε­τι­κοί) αλλά με κου­ρά­ζει πάρα πολύ η ανάγκη για να ντυθώ σωστά, να κάνω φιγούρα, να κομπάσω και να ξοδέψω χρήματα με τον πιο προ­κλη­τικό και επι­δει­κτικό τρόπο. Κατανοώ τις πολι­τι­σμι­κές και ιστο­ρι­κές επι­πτώ­σεις, ξέρω από πού προ­έρ­χε­ται και κατά κάποιον τρόπο μπορώ να συνδεθώ με αυτό. Κάποιες φορές μοιάζει πραγ­μα­τικά με ένα κλουβί: μέσω της ανάγκης να φοράς μάρκες, να έχεις και­νού­ρια αμάξια, να αποκτάς ότι προ­τεί­νουν τα περιο­δικά και να κάνεις την κουζίνα σου να μοιάζει λες και βγήκε από κατά­λογο δια­κό­σμη­σης σπιτιού, οι άνθρω­ποι δεί­χνουν να φυλα­κί­ζουν τους εαυτούς τους παρά να απε­λευ­θε­ρώ­νουν τη δημιουρ­γι­κό­τητά τους. Το ίδιο συμ­βαί­νει και με κάποιες παρα­δό­σεις.

Σε γενι­κό­τερο πλαίσιο, θα έλεγα ότι ο υλισμός, η ακαμψία της παρά­δο­σης και των οικο­γε­νεια­κών δεσμών, η νοο­τρο­πία της φατρίας και η αδιαμ­φι­σβή­τητη έλλειψη πρω­το­βου­λίας με εξα­ντλούν. Την ίδια στιγμή, η εκτί­μηση των όμορφων και ακριβών πραγ­μά­των, η φυσική πίστη στις οικο­γε­νεια­κές σχέσεις, οι κοι­νω­νι­κές επαφές και η χαλαρή αντι­με­τώ­πιση του χρόνου και της τελειο­μα­νίας με ελκύει. Όπως μπορείς να δεις, είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομί­σμα­τος. Για παρά­δειγμα, συνή­θιζα να βρίσκω τις ελλη­νι­κές οικο­γέ­νειες και το σύστημα αυτό της αλλη­λε­ξάρ­τη­σης και της ευθύνης εξαι­ρε­τικά πιε­στικό. Η ζωή μου στην Τήλο με έκανε να εκτι­μήσω περισ­σό­τερο την ιδέα της οικο­γέ­νειας. Εξα­κο­λουθώ να είμαι μεγάλη οπαδός ενός κατ’ επι­λο­γήν οικο­γε­νεια­κού συνον­θυ­λεύ­μα­τος. Αλλά αυτό που μου αρέσει στη νησιω­τική αυτή κοι­νό­τητα είναι ότι μετά από ένα σημείο ξεκινάς να θεωρείς όλα τα παιδιά δική σου ευθύνη. Μου αρέσει η ευκολία με την οποία τα παιδιά παίρ­νουν μέρος σε όλες τις κοι­νω­νι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες. Με κου­ρά­ζει ότι ύστερα από τα τόσα χρόνια που ζω σε ένα μέρος και μοι­ρά­ζο­μαι τις ζωές των ανθρώ­πων, εξα­κο­λουθώ να μη θεω­ρού­μαι τόσο ”ντόπια” όσο ο ξάδερ­φος από το εξω­τε­ρικό που δεν έχει επι­σκε­φτεί την Ελλάδα τα τελευ­ταία 25 χρόνια και μετά βίας μιλάει τη γλώσσα. Αλλά την ίδια στιγμή, συγκι­νή­θηκα με τον τρόπο που οι άνθρω­ποι αντι­με­τώ­πι­σαν την ασθέ­νεια και τον θάνατο της μητέρας μου και με το πόσο πολύ αισθάν­θηκα την κοι­νό­τητα να με στη­ρί­ζει όλον αυτό τον καιρό- ακόμη και αν βρι­σκό­μουν μακριά, στη Γερ­μα­νία. ‘Ήταν πολύ συγκι­νη­τικό το ότι με θεω­ρού­σαν δικό τους άνθρωπο.

Η ιστορία του Τhe Ιsland Βus: Τι βρί­σκε­ται πίσω από αυτή την ιδέα; Πώς συν­δέ­ε­ται με σένα και πώς ξεκί­νησε;

Χρη­σι­μο­ποιούσα αυτό το λεω­φο­ρείο αρκετές φορές τη βδομάδα, είτε για να κάνω τα ψώνια μου είτε για να πάω στην τράπεζα είτε για να συνα­ντήσω φίλους. Και σχεδόν κάθε φορά, κάτι άξιο προ­σο­χής θα συνέ­βαινε. Πλέον, έχω δει τόσα πολλά, που τα βρίσκω όλα τόσο φυσιο­λο­γικά. Κατα­λυ­τική ήταν η στιγμή που το λεω­φο­ρείο στα­μά­τησε στη μέση του δρόμου, ο οδηγός φώναξε κάτι από το παρά­θυρό και στη συνέ­χεια ένας άντρας εμφα­νί­στηκε από το σπίτι του και του έδωσε μια σακούλα με φρέσκα αυγά. Η σακούλα πέρασε από τα χέρια αρκετών επι­βα­τών που τα κρά­τη­σαν μέχρι να φτά­σουμε στα Λιβάδια και τα αυγά να παρα­δο­θούν σε ένα κατά­στημα. Δεν μπόρεσα παρά να προ­σπα­θήσω να φαντα­στώ το ίδιο συμβάν σε ένα λεω­φο­ρείο, ας πούμε, στο Λονδίνο, στο Βερο­λίνο ή στο Σίδνεϊ. Προ­φα­νώς και έχει να κάνει με το μέγεθος του πλη­θυ­σμού. Το ίδιο μπορεί να συνέ­βαινε και σε ένα χωριό στη Σκωτία. Αλλά, ακόμη και αν βρεθείς σε ένα λεω­φο­ρείο στα Χάι­λαντς – αυτό του­λά­χι­στον μου είπε η παρα­γω­γός Lindsay Goodall η οποία κατά­γε­ται από τη Σκωτία- δεν είναι πιθανό κατά τη διάρ­κεια μια 15λεπτης δια­δρο­μής να ακού­σεις την ιστορία της ζωής της ηλι­κιω­μέ­νης χήρας που κάθεται δίπλα σου, τον μπαρ­μπέρη του χωριού να απαγ­γέ­λει ένα ποίημα ενός εθνικού νομπε­λί­στα ποιητή και ταυ­τό­χρονα να μοι­ρά­ζε­σαι το όχημα με επι­βά­τες από του­λά­χι­στον τέσ­σε­ρις δια­φο­ρε­τι­κές χώρες.

Καθώς μάθαινα όλο και περισ­σό­τερα για το νησί, συνει­δη­το­ποί­ησα πόσο μονα­δικά ανο­μοιο­γε­νής είναι στην πραγ­μα­τι­κό­τητα αυτή η κοι­νό­τητα. Ο Saeed, ένα αγόρι πρό­σφυ­γας από το Αφγα­νι­στάν, του οποίου την ιστορία της άφιξης ακο­λου­θούμε στο THE ISLAND BUS, ήταν πρώτος από τους πρό­σφυ­γες. Όταν η Lindsay και ο διευ­θυ­ντής φωτο­γρα­φίας Γιώργος Γκεδές βρί­σκο­νταν στη Τήλο για το γύρισμα του πρώτου μας trailer, ακού­σαμε να τον φωνά­ζουν ”το αγόρι που ήρθε”. Λίγες εβδο­μά­δες αργό­τερα ήταν ο ”Saeed”. Και τώρα είναι μια γνώριμη προ­σω­πι­κό­τητα στο νησί. Το ίδιο συνέβη και με τους άλλους χαρα­κτή­ρες της ταινίας: η Marta, η Sveta, ο Μενέ­λαος και ο Παύλος, ο παντα­χού παρών οδηγός, όλοι έχουν τη δική τους ιστορία.

Κάποιες σημα­ντι­κές στιγμές από το ταξίδι του λεω­φο­ρείου μέχρι σήμερα. Οι φιλο­δο­ξίες και οι στόχοι του πρό­τζεκτ;

Αυτό που βρήκα τόσο όμορφο για το μέρος και την ιστορία του The Island Bus είναι ότι το νησί είναι στα μέτρα του ανθρώ­που. Για κάθε στα­τι­στική υπάρχει ένα όνομα και ένα πρόσωπο. Έτσι, απο­τέ­λεσε τον συν­δυα­σμό ενός μικρού νησιού και της ζωής στο χωριό μαζί με το τεκτο­νικό ρήγμα στο οποίο κατοι­κο­ε­δρεύ­ουν γενι­κό­τερα η Τήλος και η Ελλάδα. Αυτό είναι για χιλιε­τίες το χωνευ­τή­ριο πλη­θυ­σμών από Ανατολή και Δύση, Βορρά και Νότο. Και αυτή ακριβώς είναι η ανα­το­λική Μεσό­γειος. Κατά κάποιον τρόπο, η Τήλος και ό,τι συμ­βαί­νει εδώ είναι ένας μικρό­κο­σμος των σύγ­χρο­νων γεγο­νό­των στην Ευρώπη και τον κόσμο και το λεω­φο­ρείο του νησιού είναι ένας μικρό­κο­σμος της ζωής στην Τήλο. Για μένα, η ταινία απο­τέ­λεσε μια τερά­στια εκπαι­δευ­τική καμπή και ένα πολύ καλό πρό­τζεκτ για να ξεκι­νήσω να ανα­πτύσσω το προ­σω­πικό μου στυλ και θεμα­τική. Επειδή πήρε πολύ καιρό να γυρι­στεί και, τελικά, χρη­μα­το­δο­τή­θηκε στοι­χειω­δώς, είχα μεγάλη ελευ­θε­ρία κατά τη δημιουρ­γία του. Υπήρξαν πολλά προ­σχέ­δια μέσα από τα οποία πέρασε το πρό­τζεκτ και παράλ­ληλα το πήγα στα εργα­στή­ρια Storydoc και EDN Docs στη Θεσ­σα­λο­νίκη. Οι συνει­σφορά αυτών των δύο και τα εμπόδια που αντι­με­τω­πί­σαμε στη χρη­μα­το­δό­τηση μας βοήθησε να δια­μορ­φώ­σουμε ακόμα περισ­σό­τερο την ιδέα. Στο τέλος, κάθε δυσκο­λία φαι­νό­ταν να κάνει πιο ξεκά­θαρο στα μάτια μου, τι είδους ταινία ήθελα να γυρίσω.

Πρό­σφατα έμαθα ότι η προ­σέγ­γισή μου, το τι θέλω να δείξω και να εκφράσω με τη δουλειά μου, έχει στην πραγ­μα­τι­κό­τητα ένα ισοδύναμο- ή, αν προ­τι­μάς, έχει τα θεμέλιά του – στη Θετική Ψυχο­λο­γία. Όπως στη Θετική Ψυχο­λο­γία και, σε αντί­θεση με το τι υπο­θέ­τουν οι άνθρω­ποι για τα ντο­κι­μα­ντέρ, δε θέλω να διε­ρευ­νήσω το τι πάει λάθος. Υπάρ­χουν πολλοί ταλα­ντού­χοι σκη­νο­θέ­τες που το κάνουν αυτό και το κάνουν καλά, εκθέ­το­ντας την αδικία, τον κίνδυνο και τα ψεγάδια. Αυτό στο οποίο επι­κε­ντρώ­νο­μαι εγώ είναι στο τι πάει σωστά και γιατί. Στην Τήλο και στην ιστορία την οποία απει­κο­νί­ζει το The island Bus πολλά πράγ­ματα πάνε σωστά παρά τις αντι­ξο­ό­τη­τες. Δεν είναι ένα υπερ­θέ­αμα. Το ταλέντο μου έγκει­ται στο να επι­κε­ντρώ­νο­μαι στις μικρο­σκο­πι­κές λεπτο­μέ­ρειες της ζωής. Και ελπίζω αυτό να απο­τε­λεί πηγή έμπνευ­σης.

Κλεί­νο­ντας, θέλω να μας περι­γρά­ψεις την τωρινή Τήλο και να μας πεις γιατί η διαμονή σου είναι μονα­δική .

Για τους λόγους που ανέφερα παρα­πάνω: είναι ένα μικρό, αρκετά μη θεα­μα­τικό μέρος, όπου συμ­βαί­νουν τα πιο εντυ­πω­σιακά πράγ­ματα… με έναν πολύ χαλαρό και γήινο τρόπο. Με την πρό­σφατη εισροή των Σύριων προ­σφύ­γων στην Τήλο, το όλο θέμα και η ιστορία του The Island Bus έχει γίνει και πάλι εξαι­ρε­τικά επί­καιρη και δριμύς. Υπήρχαν μέρες που απλά διη­γού­μουν σε φίλους τι είχε συμβεί στο νησί και ακού­γο­ντας τον εαυτό μου να μιλάει γι’ αυτό, σκε­φτό­μουν πως αν αυτό ήταν σενάριο ταινίας, οι θεατές θα το χαρα­κτή­ρι­ζαν υπερ­βο­λικό. Κατά τη διάρ­κεια ενός πρό­σφα­του απο­γεύ­μα­τος πήγα στη θάλασσα για μπάνιο, προ­σφέρ­θηκα να βοηθήσω στην πυρό­σβεση μιας πυρ­κα­γιάς, έψαξα μια αγνο­ού­μενη ομάδα προ­σφύ­γων, με πέρασαν και μένα την ίδια για πρό­σφυγα, πήγα βόλτα με ένα ταχύ­πλοο, παρα­κο­λού­θησα ένα ελι­κό­πτερο να σβήνει τη φωτιά ενώ έφτασαν τα νέα της σύλ­λη­ψης του κυβερ­νήτη του σκάφους που μετέ­φερε τους πρό­σφυ­γες από τους άντρες του λιμε­νι­κού και στο τέλος πήγα και γευ­μά­τισα στο καφε­νείο. Και όλα αυτά εκτυ­λί­χθη­καν μεταξύ 3 και 5 μ.μ. Μια συνη­θι­σμένη μέρα; Όμως, αυτό ακριβώς εννοώ. Η Τήλος είναι ένα τόσο μικρό μέρος που ανα­πό­φευ­κτα εκτί­θε­σαι σε τέτοια γεγο­νότα. Και τα τωρινά γεγο­νότα στην Τήλο είναι αυτά που απα­σχο­λούν την Ευρώπη και τον κόσμο γενι­κό­τερα αυτή τη στιγμή. Είναι ένα bootcamp της ενσυ­ναί­σθη­σης, της πολι­τι­κής, της κοι­νω­νίας. Ίσως να ακουστώ επι­πό­λαιη αν μιλήσω γι’ αυτό κατά αυτόν τον τρόπο αλλά το λέω με μεγάλη ευγνω­μο­σύνη στην καρδιά μου: αισθά­νο­μαι απί­στευτα τυχερή που βιώνω αυτές τις εμπει­ρίες επί καθη­με­ρι­νής βάσεως γιατί μου επι­τρέ­πει να κατα­νο­ήσω τον αντί­κτυπο που έχουν τα νέα που κατα­κλύ­ζουν τις ειδή­σεις μας στη μεμο­νω­μένη ανθρώ­πινη ύπαρξη. Μέχρι στιγμής, η Τήλος έχει ανα­πτύ­ξει έναν μονα­δικό τρόπο να χει­ρί­ζε­ται αυτά τα συμ­βά­ντα. Ελπίζω αυτό να παρα­μεί­νει το μέρος όπου με κάποιον τρόπο τα πράγ­ματα βρί­σκουν τον δρόμο τους και προ­σω­πικά, κάνω ό,τι καλύ­τερο μπορώ για να προ­ω­θήσω αυτό το ανθρώ­πινο προ­τέ­ρημα. Ελπίζω πως το φιλμάκι μου, είναι μέρος αυτής της δια­δι­κα­σίας.

Πηγή: www.lifo.gr

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.