ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Η μητέρα της Ελένης Τοπαλούδη ήθελε την κόρη της στη ζωή, όχι σύμβολο κατά της έμφυλης βίας

news room 14 λεπτά ανάγνωση
ΤΟΠΑΛΟΥΔΗ

Η βάναυση κακο­ποί­ηση της Ελένης Τοπα­λούδη παγώνει τις σκέψεις και τις ψυχές μας, καθώς ακόμα και σήμερα δεν μπο­ρούμε να συνει­δη­το­ποι­ή­σουμε τη βαρ­βα­ρό­τητα που επέ­δει­ξαν οι δολο­φό­νοι της.

Μέσα σε αυτά τα σχεδόν 3,5 χρόνια που μεσο­λά­βη­σαν από τη δολο­φο­νία της κόρης της, η Κούλα Αρμου­τί­δου έδωσε μαθή­ματα αξιο­πρέ­πειας, δύναμης και υπε­ρη­φά­νειας. Παρά τον αβά­στα­χτο πόνο της τρα­γι­κής απώ­λειας που βιώνει, ύψωσε από την πρώτη στιγμή το ανά­στημά της προ­κει­μέ­νου να παλέψει για τη μνήμη, αλλά και τη δικαί­ωση της κόρης της. Έχοντας πάντα δίπλα της συμπα­ρα­στάτη της τον σύζυγό της και πατέρα της Ελένης, Γιάννη Τοπα­λούδη, πρό­σφατα δήλωσε πως δεν θα δεχτεί μείωση της ποινής των δολο­φό­νων της κόρης της και πως «θα τα φέρω όλα τούμπα εγώ, η μάνα της Ελένης».

Θα ήθελα να ξεκι­νή­σουμε τη συζή­τησή μας μαθαί­νο­ντας λίγα πράγ­ματα για εσάς. Γνω­ρί­ζουμε πως είστε νηπια­γω­γός και αυτό που έχουμε αντι­λη­φθεί είναι ότι είστε ένας άνθρω­πος που είχε –και που έχει και σήμερα- πολλή αγάπη και τρυ­φε­ρό­τητα μέσα του. Θέλετε να συμπλη­ρώ­σουμε την εικόνα σας με κάποια βιο­γρα­φικά στοι­χεία;

Γεν­νή­θηκα το 1963, από γονείς ποντια­κής κατα­γω­γής, στο νοσο­κο­μείο των Σερρών. Την περίοδο εκείνη ο πατέρας μου ήταν μετα­νά­στης στη Γερ­μα­νία. Τη μάνα μου την έπιασαν οι πόνοι της γέννας στην πλατεία του χωριού, στην Ανα­γέν­νηση Σερρών. Είχαν έρθει κάποιοι υπάλ­λη­λοι για μια βλάβη που είχαν οι κολώνες της ΔΕΗ και η συν­νυ­φάδα της τους παρα­κά­λεσε να την πάρουν και να την πάνε στο νοσο­κο­μείο –έτσι και έγινε. Τα αδέρφια μου, με τα οποία είχα 12 και 15 χρόνια διαφορά ηλικίας, ήδη πήγαι­ναν Γυμνά­σιο στην Ηρά­κλεια Σερρών, 13 χιλιό­με­τρα από­σταση από το σπίτι μας. Ήμουν το στερ­νο­πούλι. Ο πατέρας μου είχε χάσει τον δικό του πατέρα όταν ήταν μόλις 2 ετών. Πέθανε το 2011 και δούλευε μέχρι το τέλος της ζωής του, 86 ετών. Βιο­πα­λαι­στής, εργάτης -όπου έβρισκε δουλειά πήγαινε. Κατά­γο­μαι από φτωχή οικο­γέ­νεια, αλλά δεν στε­ρή­θηκα ποτέ τίποτα. Κάθε φορά που πήγαινε ο πατέρας μου στις Σέρρες του ζητούσα να μου φέρει και ένα βιβλίο. Αυτός ανα­ρω­τιό­ταν «δεν σου φτάνουν αυτά που δια­βά­ζεις στο σχολείο και θέλεις και άλλα;». Δεν το κατα­λά­βαινε. Ήταν αγράμ­μα­τος, όπως και η μαμά μου. Λόγω φτώ­χειας και ανέ­χειας δεν είχαν τελειώ­σει ούτε το Δημο­τικό, πήγαν μέχρι την Ε’ τάξη. Αγα­πού­σαν όμως τη γνώση. Μας έστει­λαν και τους τρεις μας στα σχολεία και τα φρο­ντι­στή­ρια, και έτσι γίναμε κάτι σε αυτήν τη ζωή.

Κατα­λα­βαίνω πως μπορεί τα οικο­νο­μικά της οικο­γέ­νειας να ήταν δύσκολα, αλλά πως δεν στε­ρη­θή­κατε την τρυ­φε­ρό­τητα και τη στοργή…

Δεν στε­ρή­θηκα απο­λύ­τως τίποτα, ούτε απω­θη­μένα έχω στην ψυχή μου πως κάτι μου έλειψε. Ίσα ίσα, ήμουν σε καλύ­τερη μοίρα από όλα τα παιδιά του σχο­λείου μου. Οι γονείς μου δου­λεύ­ανε τα χωράφια τους, τη γη τους, είχαν ζώα, αρμέ­γανε… Ο μπαμπάς μου δούλευε στην οικο­δομή -ή βαρούσε μέχρι και νταούλι σε γάμους και ποντιακά γλέντια που τον πλή­ρω­ναν. Έτσι δεν αισθάν­θηκα ποτέ πως μου έλειψε το χαρ­τζι­λίκι ή το ρούχο… Και η μαμά μου με μεγά­λωσε με τόσο μεγάλη αξιο­πρέ­πεια που μου έλεγε πάντα «το καλύ­τερο του άλλου, το χει­ρό­τερο το δικό σου. Δεν θα γέρνεις το βλέμμα σου με παρά­πονο σε κάτι που έχει μια συμ­μα­θή­τριά σου που δεν το έχεις εσύ. Εσύ έχεις άλλα που αυτοί δεν τα έχουνε». Και πράγ­ματι, ποτέ δεν ζήλεψα κανένα παιδί, ούτε θεω­ρού­σαν πως υπε­ρέ­χουν σε κάτι. Στη ζωή μου έχω ζηλέψει μόνο ανθρώ­πους που σπου­δά­σανε, ασχο­λή­θη­καν με τη γνώση, που μαθαί­νανε γλώσσες και ξέρουν να μιλούν τέλεια ελλη­νικά. Αυτά θαύμαζα στη ζωή μου. Ποτέ το χρήμα ή τις περιου­σίες. Και αυτές τις αξίες μετέ­δωσα και στα παιδιά μου. Το χρήμα είναι το μέσο να ικα­νο­ποιούμε τις ανάγκες μας, αλλά δεν είναι ο αυτο­σκο­πός μας.

O σύζυγός σας επίσης είναι εκπαι­δευ­τι­κός. Φαντά­ζο­μαι έχετε κοινές ανα­φο­ρές και αξιακό κώδικά, σωστά;

Ναι, ο Γιάννης είναι δάσκα­λος. Μεγά­λωσε σε μια οικο­γέ­νεια εξαι­ρε­τικά εργα­τι­κών ανθρώ­πων, μπορώ να πω πως οι γονείς του είναι οι πιο εργα­τι­κοί άνθρω­ποι της Ελλάδας –δεν λέω του Δήμου, γιατί θα τους περιό­ριζα πολύ. Δου­λεύ­ανε μόνοι τους μπαχτσέ 14 στρεμ­μά­των, είχαν φυτώρια που τα φρο­ντί­ζανε σαν παιδιά τους για να που­λή­σουν στις λαϊκές του Διδυ­μό­τει­χου και της Αλε­ξαν­δρού­πο­λης. Αυτο­δη­μιούρ­γη­τοι άνθρω­ποι που δού­λευαν από τα ξημε­ρώ­ματα μέχρι τα άγρια μεσά­νυ­χτα. Στο σπίτι του Γιάννη, όταν ήρθα στο Διδυ­μό­τειχο στα 33 μου, βρήκα μια δεύτερη οικο­γέ­νεια. Έναν χρόνο αργό­τερα γέννησα την κόρη μου. Η πεθερά μου με αγκά­λιασε σαν παιδί της. Σε όλες μας τις ανάγκες ήταν παρούσα, όπως και στα εγγόνια τους. Την Ελένη ο παππούς της την χαρ­τζι­λί­κωνε και αυτή του έλεγε «παππού πολλά μου δίνεις…» και αυτός της απα­ντούσε «όχι, είσαι φοι­τή­τρια και πρέπει να έχεις παράδες!». Ο γιος μου έχει το όνομα του, Πέτρος. Ελένη έλεγαν την πεθερά μου, αλλά από σύμ­πτωση αυτό ήταν και το όνομα της μάνας μου.

Την εμπει­ρία της μητρό­τη­τας πώς τη βιώσατε;

Όταν γεν­νή­θηκε η Ελένη, το 1997, έλαμψε η ζωή μας. Ήταν το φως, το χαμό­γελο, η ελπίδα, το όνειρο μας. Για εμάς, αυτό το παιδί ήταν τα πάντα. Ήμασταν κοντά της και οι δύο. Μαζί με τον Γιάννη τη φρο­ντί­ζαμε, δίπλα της όταν αρρώ­σταινε, μαζί στα ξενύ­χτια, στις λαρυγ­γί­τι­δες, στους πυρε­τούς της… Για τον Γιάννη ήταν αδια­νό­ητο να κοι­μη­θεί ενώ το παιδί του είναι άρρωστο, ξενυ­χτού­σαμε μαζί.

Μικρό­τερη από ενός έτους άρχισε να περ­πα­τάει. Την κρα­τού­σαμε από το χέρι για να μην πέσει, μην χτυ­πή­σει στις γωνίες… Κάθε φορά που έπεφτε εμένα μ’ έπιανε ένας νευ­ρό­πο­νος στη σπον­δυ­λική στήλη, παρέλυε όλο μου το είναι. Τη γέννησα 34 ετών, για την εποχή θεω­ρού­μουν μεγάλη για ένα πρώτο παιδί, ήμουν όμως πλήρως συνει­δη­το­ποι­η­μένη. Όταν ήταν 2,5 χρονών έπρεπε να πάει στον παιδικό σταθμό και εγώ τότε θεω­ρούσα πως καμία άλλη γυναίκα δεν είναι ικανή να φρο­ντί­σει την κόρη μου. Φοβό­μουν πολύ πως δεν θα την προ­σέ­ξουν. Έκλαιγε αυτή από τη μέσα πλευρά του Παι­δι­κού και εγώ απ’ έξω. Και μου έλεγε τότε ο Γιάννης «μα καλά, δεν ντρέ­πε­σαι; Είσαι και εσύ εκπαι­δευ­τι­κός, και εσένα οι γονείς εμπι­στεύ­ο­νται τα παιδιά της! Αν κάνουν όλοι σαν εσένα τι θα γίνει;». Το ξεπέ­ρασα μετά από κάποιες μέρες, έβαλα τη λογική να υπε­ρι­σχύ­σει του συναι­σθή­μα­τος.

Ως νηπια­γω­γός γνώριζα πόσο σημα­ντικό είναι να της δίνω ερε­θί­σματα. Της πήραμε παι­χνί­δια, επι­τρα­πέ­ζια, της αγόρασα θυμάμαι και ένα κου­κλο­θέ­α­τρο να παί­ζουμε… Τα πάντα! Κάστρα, κου­ζί­νες, αερο­πλα­νά­κια, κούκλες… Δεν υπήρχε κάτι που δεν το είχε. Παίρ­ναμε εκείνη την εποχή καλούς μισθούς και είχαμε την οικο­νο­μική άνεση να ικα­νο­ποιούμε τις ανάγκες του παιδιού μας. Και καθώς μεγά­λωνε το ίδιο. Πριν καν μας ζητήσει κάτι το είχε. Ο λόγος της ήταν εντολή για μένα, ό,τι μου ζητούσε της το προ­σέ­φερα. Ξεκί­νησε νωρίς να μαθαί­νει αγγλικά, πήγε στο ωδείο, δοκί­μασε ταεκ­βο­ντό, βόλεϊ, μπάσκετ… 4 χρόνια Γερ­μα­νικά… Ό,τι ήθελε η Ελένη εμείς συνη­γο­ρού­σαμε και βοη­θού­σαμε. Η λογική μου εμένα ήταν να ανοί­ξουμε δρόμους στο παιδί και να δει τι της αρέσει και να το ακο­λου­θή­σει. Και αυτή είναι η λογική μου ακόμα και σήμερα. Ό,τι θέλει ο γιος μου, ο Πέτρος, να το κάνει. Δεν του λέω ποτέ όχι.

Ήταν η Ελένη αυτή που σας ζητούσε επίμονα να απο­κτή­σει και ένα αδερ­φάκι;

Μετά από τη γέννηση της Ελένης είχα τρεις απο­βο­λές. Τα έχανα στον 3ο μήνα. Δεν ξέρω καν γιατί, οι γιατροί δεν μου έδιναν κάποια εξήγηση, ποια ήταν η αιτία. «Έτσι έπρεπε να γίνει», αυτή ήταν η απά­ντησή τους. Μου έλεγαν ότι δεν θα εξε­λισ­σό­ταν καλά η εγκυ­μο­σύνη και για αυτό ο οργα­νι­σμός τα απέβαλε. Ακο­λού­θη­σαν μετά 5 χρόνια στα οποία δεν είχα μείνει έγκυος, δεν μπο­ρούσα. Η Ελένη βέβαια μου το θύμιζε διαρκώς, λέγο­ντας μου πως θέλει ένα αδερ­φάκι. Θυμάμαι πως της έλεγα «μα καλά, δεν σου αρέσει που είσαι μονα­χο­παίδι και τα έχεις όλα δικά σου;» και αυτή μου απα­ντούσε πως όχι. Το πιο χαρα­κτη­ρι­στικό είναι όταν είχαμε κατέβει για τους Ολυ­μπια­κούς Αγώνες του 2004 στην Αθήνα και από εκεί ταξι­δέ­ψαμε μαζί με ένα φιλικό μας ζευγάρι στην Ερμού­πολη της Σύρου και ημε­ρή­σια εκδρομή στην Τήνο και στη Μύκονο. Στην Παναγία της Τήνου είχα μαζί μου την Ελένη. Πήγε και στάθηκε στην ουρά για να προ­σκυ­νή­σει και να ζητήσει από την Παναγιά να της χαρίσει αδερ­φάκι. Πράγ­ματι προ­σκυ­νάει. Τη χάνω μετά για λίγο και τη βλέπω ξανά στο τέλος της ουράς. Την περί­μενα και την είδα να προ­σκυ­νάει ξανά, καθώς ήθελε να ζητήσει και πάλι ένα αδερ­φάκι. Ε, και το 2006 πλέον γέννησα τον Πέτρο. Η Ελένη τον αγα­πούσε πάρα πολύ, υπερ­βο­λικά πολύ. Και πάντα ήθελε να τον προ­στα­τεύει, να μην τον πει­ρά­ζει κανείς.

Όταν ήρθε η ώρα να φύγει η Ελένη για σπουδές στη Ρόδο ποια ήταν τα αισθή­ματά σας;

Η πρώτη μου σκέψη ήταν πως θα είναι πολύ μακριά. Από τον Βορρά στον Νότο. Και αυτό που μπο­ρούσα να κάνω ήταν να στείλω τον μπαμπά της μαζί της για καμιά εικο­σα­ριά μέρες να τη βοη­θή­σει. Ο Γιάννης της έκανε μάλιστα και 2 φακέ­λους στον υπο­λο­γι­στή, έναν με τα αξιο­θέ­ατα της Ρόδου και έναν με τα στοι­χεία της σχολής και ό,τι άλλο μπορεί να της ήταν χρήσιμο. Να τα έχει όλα γραμ­μένα. Το πιο τραγικό είναι πως όταν έγινε η δολο­φο­νία δημιούρ­γησε και έναν τρίτο φάκελο για τη δολο­φο­νία του παιδιού μας. Αυτό τι σου λέει;

Γνω­ρί­ζουμε πλέον πως η Ελένη είχε απευ­θυν­θεί στην Αστυ­νο­μία περίπου έναν χρόνο πριν τη δολο­φο­νία της, τόσο για να καταγ­γεί­λει τον βιασμό της, όσο και τη βιντε­ο­σκό­πηση με την οποία την εκβί­α­ζαν. Σκέ­φτο­μαι πόσο δια­φο­ρε­τικά θα μπο­ρού­σαν να είχαν χει­ρι­στεί οι αστυ­νο­μι­κοί την καταγ­γε­λία ενός κορι­τσιού που σχεδόν μόλις ενη­λι­κιώ­θηκε, αλλά και την αδυ­να­μία του συστή­μα­τος να της προ­σφέ­ρει ενδυ­νά­μωση, ψυχο­λο­γική υπο­στή­ριξη, ώστε να βρει το κου­ρά­γιο να ζητήσει βοήθεια από εσάς ή από κάποιον δικη­γόρο, μια οργά­νωση. Ανα­ρω­τιέ­μαι αν αυτές είναι και δικές σας σκέψεις;

Σχετικά με τον βιασμό, που έγινε ένα βράδυ τον Νοέμβρη του 2017, θέλω να πω το εξής. Η Ελένη για αρχή δεν έπινε. Το παιδί μου το ξέρω, το έχω δει σε τόσα τρα­πέ­ζια, σε τόσες γιορτές. Πέρα από κόκα κόλα και χυμό δεν έπινε τίποτα. Δεν την είχα δει ούτε με ένα ποτήρι κρασί. Και το παιδί βρέθηκε μεθυ­σμένο. Ποιος μου λέει εμένα πως δεν έριξαν κάτι στο ποτό της και μετά τη βιάσανε; Επίσης, εκείνο το βράδυ είχε πάει μαζί με μια φίλη της. Γιατί αυτή η υπο­τι­θέ­μενη φίλη δεν την πήρε μαζί της; Αν ήταν πραγ­μα­τική φίλη θα την προ­στά­τευε, θα την έπαιρνε στο σπίτι της. Δεν θα την άφηνε μόνη και έρημη στα χέρια των βιαστών. Την επόμενη μέρα, όταν η Ελένη συνει­δη­το­ποί­ησε τι έγινε, γκρε­μί­στηκε ο κόσμος μέσα της. Το ξέρω το παιδί που είχα. Ξέρω πως ένιωσε απο­γο­ή­τευση, ότι στραγ­γα­λί­στη­καν όλα τα συναι­σθή­ματά της, πως αισθάν­θηκε ότι βρώμισε το σώμα και η ψυχή της και δεν ήξερε τι να κάνει και πώς να το κάνει. Και παίρνει αυτό το κορίτσι με το οποίο ήταν μαζί εκείνο το βράδυ -και μαζί μια ακόμα φίλη που είχα γνω­ρί­σει κιόλας- και πάνε στην αστυ­νο­μία.

Και να κάνω εδώ μια παρέν­θεση. Όταν αργό­τερα ρώτησα αυτήν την κοπέλα γιατί δε βοήθησε το παιδί μου, μου είπε «φταίω, φταίμε». Τι να το κάνω τώρα το «φταίω, φταίμε»; Γιατί δεν ήρθε να με πιάσει και να μου πει τι συμ­βαί­νει στην Ελένη; Και αν δεν είχε την τόλμη ας έγραφε σ’ ένα χαρτί και να το έχωνε κάτω από την πόρτα του σπιτιού μας. Αλλά ας με ειδο­ποιούσε με κάποιον τρόπο. Μπο­ρούσε με κάθε τρόπο να βοη­θούσε το παιδί μου. Αυτές όμως δεν κάνανε τίποτα.

Πηγαί­νει λοιπόν η Ελένη στο Αστυ­νο­μικό Τμήμα να καταγ­γεί­λει το γεγονός και εκεί τη διώξανε. Ούτε την κατεύ­θυ­ναν τι να κάνει, ούτε κατα­γρά­ψανε το γεγονός. Υπάρ­χουν αστυ­νο­μι­κοί που θυσιά­ζουν τη ζωή τους την ώρα του καθή­κο­ντος, που βαστάνε πολύ γερά και τα αστέρια πολύ ψηλά και άλλοι που τα ποδο­πα­τάνε και τα αστέρια τους και τα γαλόνια τους. Αυτοί πρώτοι δολο­φο­νή­σαν το παιδί μου.

Οι λεπτο­μέ­ρειες για τον τρόπο που έφυγε η Ελένη από τη ζωή είναι εξαι­ρε­τικά σκληρές και σοκα­ρι­στι­κές. Υπήρξε κάποια στιγμή που είπατε πως δεν θέλετε ή δεν αντέ­χετε, να μάθετε κάτι παρα­πάνω σχετικά με τη δολο­φο­νία της;

Ήθελα να τα μάθω όλα. Παρόλο τον πόνο μου, παρά το ζάχαρο μου που μια πάει στο 600 και μια στο 60. Κατα­πο­νή­θηκε πολύ η ψυχή μου, το σώμα μου, η καρδιά μου, αλλά τα διάβαζα όλα. Έμπαινα στα σάιτ και ό,τι γρά­φτηκε το έχω δια­βά­σει και το έχω μάθει.

Και το απο­κο­ρύ­φωμα ήταν τον περα­σμένο μήνα, την Κυριακή 13 Φεβρουα­ρίου. Ήρθαμε στην Αθήνα. Εκείνη τη νύχτα είχα την πρω­τό­δικη απόφαση μπροστά μου και ξημέ­ρωσα δια­βά­ζο­ντάς την. Ήμουν ένα θεριό ανήμερο σε κλουβί μέσα, σηκω­νό­μουν, έμπαινα και έβγαινα από το δωμάτιο αλλά κατά­φερα και τη διάβασα όλη. Σηκώ­θηκα στις 6:15 από την καρέκλα, έκανα ένα ντους, ντύθηκα και πήγα στα δικα­στή­ρια την ώρα που έπρεπε. Και εκεί, δεχτή­καμε τη μεγάλη κοροϊ­δία, έναν ακόμα εμπαιγμό και μια ακόμη απο­γο­ή­τευση. Παίζουν με τον πόνο μας. Διακοπή δίκης. Δεν θα μας κλο­νί­σουν όμως. Απορώ κιόλας γιατί ξανα­γί­νε­ται δίκη.

Το παιδί μου το στραγ­γά­λι­σαν. Στρα­βώ­σανε μαχαίρι στον λαιμό της και είπαν ότι ήταν και σκλη­ρό­πε­τσος ο λαιμός της. Τέρατα. Σαδι­στές και μισο­γύ­νη­δες. Πολ­το­ποι­ή­σανε με το σίδερο το κεφάλι του παιδιού. Πετα­γό­ταν σαν πίδακας και το χτυ­πού­σανε στον τοίχο να το απο­τε­λειώ­σουν. Τρει­σή­μισι ώρες την ταλαι­πω­ρού­σαν. Η Ελένη αντι­στά­θηκε και το «όχι» και την αντί­στασή της την πλήρωσε με τη ζωή της. Και ποια εξάλλου θέλει να βιαστεί; Εσένα θέλεις να σε βιάσει κανείς; Εμένα θέλω να με βιάσει κανείς; Ποια θέλει να ζει με αυτόν καημό και με αυτόν τον πόνο μια ζωή; Με αυτήν τη βρώμα του κορμιού και τη δυσωδία του κάθε βρω­μιάρη που θα κατα­πα­τή­σει το ναό της ψυχής σου και του κορμιού σου. Ποια το θέλει; Καμία.

Οι οικο­γέ­νειες των θυμάτων όμως δεν έχουν δικαιώ­ματα. Μόνο καλού­νται να παρί­στα­νται, να βιώνουν και να ματώ­νουν ξανά με όλα τα βασα­νι­στή­ρια του παιδιού, καρέ καρέ το τι έγινε -και να πλη­ρώ­νουμε και από πάνω την όλη τη δια­δι­κα­σία. Όλο αυτό το Εφετείο, που δεν το κινούμε εμείς, εμάς θα μας κοστί­ζει 15.000 ευρώ. Ούτε με τις ποινές-χάδια της πρω­τό­δι­κης από­φα­σης είμαι ευχα­ρι­στη­μένη, αυτές όμως προ­βλέ­πει ο ποι­νι­κός κώδικας.

Η δολο­φο­νία της Ελένης έβαλε στο λεξι­λό­γιο μας τον όρο γυναι­κο­κτο­νία. Για εσάς αυτό έχει κάποια αξία; Το ότι δηλαδή η απώλεια της κόρης σας δεν θα περάσει στην ιστορία ως μια αόριστη δολο­φο­νία, αλλά ως αυτό που ήταν, μια μορφή δηλαδή ακραίας έμφυλης βίας.

Εγώ θα ήθελα να ζούσε το παιδί μου και να μην περ­νούσε ούτε στην ιστορία, ούτε να γινό­τανε σύμβολο κατά της έμφυλης βίας. Το παιδί μου ήταν γεν­νη­μένο για μεγάλα πράγ­ματα. Ήθελε να δώσει στο διπλω­μα­τικό σώμα, να δου­λέ­ψει σε πρε­σβείες, στο προ­ξε­νείο της Ανδρια­νού­πο­λης… Να κάνει μετα­πτυ­χιακό, να πάει στο Λονδίνο. Μιλούσε πολλές γλώσσες, ήξερε τουρ­κικά, έκανε μαθή­ματα αρα­βι­κών και ήθελε να πάει μάλιστα στην Ιορ­δα­νία για να τα βελ­τιώ­σει. Να ταξι­δέ­ψει στο Περού, στη Νέα Υόρκη… Και όλα αυτά μείνανε όνειρα απραγ­μα­το­ποί­ητα και η Ελένη έγινε σύμβολο. Εγώ όμως την ήθελα εδώ, άγγελο στη ζωή, με δυο πόδια να περ­πα­τάει και να ονει­ρεύ­ε­ται. Και από δίπλα να είμαι και εγώ, να την καμα­ρώνω και να τη βοηθάω. Αυτό ήθελα.

Όσο για τον όρο «γυναι­κο­κτο­νία» πώς είναι δυνατόν να μην την έχουν συμπε­ρι­λά­βει οι νομο­θέ­τες ακόμα στον Ποινικό Κώδικα; Για να μην δείξουν την πατριαρ­χική κοι­νω­νία τους; Γιατί αυτός είναι ο μονα­δι­κός λόγος, δεν βρίσκω κάποιον άλλο. Με πολύ μεγάλη άνεση ένας άντρας στερεί τη ζωή από μια γυναίκα καθώς τη θεωρεί υπο­χεί­ριο του, υπο­δε­έ­στερη και κτήμα του. Κάθε μήνα έχουμε και μια γυναι­κο­κτο­νία. Πού βαδί­ζουμε;

Θεω­ρείτε πως η ελλη­νική κοι­νω­νία είναι κατά κάποιο τρόπο συνέ­νοχη στα περι­στα­τικά έμφυλης βίας;

Φυσικά. Τώρα αρχί­σανε και ανοί­γουν κάποια στόματα. Μα καλά, δεν έχουν μάθει πως το στόμα είναι για να μιλάμε; Πως όταν βλέ­πουμε κάτι το καταγ­γέλ­λουμε; Πολλές φορές όμως οι Έλληνες δεν θέλουμε να μπλέ­κουμε. Οι τόσο φιλό­τι­μοι και φιλεύ­σπλα­χνοι Έλληνες… Μόνο όταν βλέπουν να γίνεται κάτι τραγικό, μόνο τότε ανοί­γουνε το στόμα τους. Βλέπουν την καθη­με­ρινή βία στο διπλανό τους σπίτι και δεν κάνουνε τίποτα. Και ακόμα και αν το καταγ­γεί­λουν η Αστυ­νο­μία δεν κινη­το­ποιεί­ται όπως θα έπρεπε –έχουμε το χει­ρο­πια­στό παρά­δειγμα στη Δάφνη που η καταγ­γε­λία βίας από τη γει­τό­νισσα της γυναί­κας αγνο­ή­θηκε. Το περι­πο­λικό έκανε την περαν­τζάδα του, οι αστυ­νο­μι­κοί κοί­τα­ξαν από μακριά τα μπαλ­κό­νια και έφυγαν. Αυτή είναι η βοήθεια που παρεί­χανε στο θύμα; Τώρα λένε δημιουρ­γή­σανε στην Αστυ­νο­μία κάποια σχετικά τμήματα και τους περνάνε από σεμι­νά­ρια και υπάρχει μια μερική ευαι­σθη­το­ποί­ηση. Τι να την κάνω τώρα την ευαι­σθη­το­ποί­ηση;

Αυτά τα χρόνια τα τόσο σκληρά της απώ­λειας από πού αντλείτε δύναμη;

Από τον ίδιο τον εαυτό μου αντλώ δύναμη. Και από τον Γιάννη. Ο ένας στη­ρί­ζει τον άλλον. Όσα παρη­γο­ρη­τικά λόγια και να σου πούνε όταν κλεί­νουμε την πόρτα είμαστε οι τρεις μας, ο Γιάννης, εγώ και το παιδί. Ο Πέτρος όμως δεν θέλω να βιώνει στο ακέραιο όλο αυτό που ζούμε εμείς. Προ­σπα­θούμε λίγο να του κρυ­φτούμε. Τώρα, τα παρη­γο­ρη­τικά λόγια… Όσο κρατάει μια επι­στολή να τη διαβάσω τόσο κρατάει και η παρη­γο­ριά. Μετά μένω εγώ και ο πόνος μου.

Θα ήθελα να κλεί­σουμε με κάποια όμορφη ανά­μνηση που έχετε και που θα θέλατε να μοι­ρα­στείτε μαζί μας από την Ελένη.

Δια­βά­ζαμε μαζί όταν ήταν στην Γ’ Λυκείου. Καθό­μα­σταν στο τραπέζι και μάθαινα και εγώ μαζί της την ύλη. Είχα άγχος όλη τη νύχτα. Γυρ­νούσα από το σχολείο, κοι­μό­μουν για λίγο και μετά δια­βά­ζαμε ώρες ατε­λεί­ω­τες. Όταν τελεί­ωσε, αυτό που θυμάμαι πολύ όμορφα και χαρα­κτη­ρι­στικά είναι ότι ήρθε μέσα στην κρε­βα­το­κά­μαρα και με αγκά­λιασε, με φίλησε και μου λέει «ευχα­ρι­στώ μαμά για όλα». Τη ρώτησα γιατί μ’ ευχα­ρι­στεί και μου απά­ντησε «που ήσουν κοντά μου, που διά­βα­ζες μαζί και με βοή­θη­σες. Και μαμά, ένα σου λέω. Άμα έδινες εξε­τά­σεις και εσύ κάπου θα περ­νού­σες!». Ήταν πάρα πολύ γλυκό…

Πηγή bovary.gr

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.