Μετά τον «Ιππότη με το τριαντάφυλλο» που ήταν ένα πολύ όμορφο παραμύθι, η συγγραφέας κα Τίτσα Πιπίνου, μιλάει σήμερα στην «δ» για το καινούργιο της μυθιστόρημα «Το κορίτσι του Αλεσάντρο» που αναφέρεται στα Δωδεκάνησα, βέβαια, στη Ρόδο, αλλά κατά την Ιταλική Κατοχή για τον έρωτα ενός Ιταλού με Ελληνίδα και άγνωστες πτυχές της εποχής. Επίσης αναφέρεται στις ηρωΐδες των βιβλίων της και δηλώνει ότι «το βιβλίο δεν έχει πεθάνει!».
Η συνέντευξη αναλυτικά:

• Κυρία Πιπίνου, μετά τον «Ιππότη με το τριαντάφυλλο» που ήταν ένα πολύ όμορφο παραμύθι, ήρθε «Το κορίτσι του Αλεσάντρο». Και τα δύο έχουν στοιχεία της περιοχής μας. Η Ρόδος αποτελεί πάντα σημείο αναφοράς στην έμπνευσή σας;
Δεν θα μπορούσε να μην αποτελεί η Ρόδος σημείο αναφοράς σε όσα γράφω, αφού κατοικώ εδώ και γνωρίζω αρκετά καλά τα πράγματα. Είναι πλεονέκτημα να ζει κάποιος στη Ρόδο. Όταν άρχισα να γράφω αυτό δεν το είχα καταλάβει, όπως τα τελευταία χρόνια. Ο καθένας γράφει για όσα ξέρει καλά. Η Ρόδος έχει πλούσια και πυκνή ιστορία που μπορεί να δώσει έμπνευση και ερεθίσματα σε ένα συγγραφέα. «Ο ιππότης με το τριαντάφυλλο» είναι μία ιστορία, για νέους κυρίως, που αναφέρεται στα μεσαιωνικά χρόνια, ενώ «Το κορίτσι του Αλεσάντρο» είναι μια ιστορία που διαδραματίζεται κατά τη διάρκεια της Ιταλικής Κατοχής των Δωδεκανήσων, του πολέμου μέχρι τις μέρες μας.
• Στο νέο σας βιβλίο, τι σας έκανε να ασχοληθείτε με την Ιταλική Κατοχή των Δωδεκανήσων;
Η Ιταλική Κατοχή είναι η νεώτερη ιστορία μας. Υπάρχουν ακόμη άνθρωποι και εδώ και στην Ιταλία –ελάχιστοι πια- που έζησαν εκείνα τα χρόνια ή απόγονοί τους. Επίσης υπάρχουν ιστορικά στοιχεία για την εποχή, δεν είναι μακρινό παρελθόν. Μπορεί ο χρόνος να έχει εξωραΐσει κάπως τα πράγματα, και να υπάρχουν όλα αυτά τα κτήρια που άφησαν πίσω τους οι Ιταλοί και έχουν γίνει αξιοθέατα σήμερα, αλλά δεν ήταν εύκολα χρόνια εκείνα. Ειδικά τα τελευταία, μετά το 1937, όταν στη Ρόδο κυβερνήτης ήταν ο Τσέζαρε Μαρία Ντε Βέκκι η ζωή έγινε ακόμη πιο δύσκολη. Για αυτή την εποχή κυρίως μιλώ στο βιβλίο μου. Έκλεισαν σχολεία, εφημερίδες η ελληνική γλώσσα εξοστρακίστηκε από παντού σε μια προσπάθεια αφελληνισμού του πληθυσμού. Τότε εγκατέλειψαν πολλοί τα νησιά, μεταναστεύοντας. Πολλά νησιά ερήμωσαν κι έτσι έμειναν για πολλά χρόνια.

• Μιλάτε επίσης στο βιβλίο σας για τη Γερμανική Κατοχή των Δωδεκανήσων και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Τι έχετε να σχολιάσετε;
Αυτή η Κατοχή ήταν η χειρότερη. Οι κάτοικοι δεν είχαν αντιμετωπίσει ποτέ κάτι τέτοιο πριν. Οι Γερμανοί έδειξαν πρωτόγνωρη σκληρότητα στους Ιταλούς μετά την ανακωχή. Δημιούργησαν στρατόπεδα συγκέντρωσης το ίδιο φρικτά με αυτά της Γερμανίας και της Πολωνίας, αλλά όχι ευρέως γνωστά, ούτε τόσο μεγάλα. Υπήρξε τόση φρίκη στον πόλεμο, που όσα συνέβησαν μακριά από τα κέντρα λήψης αποφάσεων, όπως τα νησιά, τα σκέπασε η λήθη. Χιλιάδες Ιταλοί στρατιώτες, αλλά και Έλληνες πολίτες πέθαναν σε αυτά. Η ζωή είχε χάσει κάθε αξία.
Το ναυάγιο του «Όρια» δεν το γνώριζα, όπως οι περισσότεροι. Ψάχνοντας για στοιχεία της εποχής, έπεσα πάνω σε αυτό. Αναζήτησα περισσότερες πληροφορίες και μου έκανε εντύπωση πως ένα τόσο πολύνεκρο ναυάγιο, με υπερδιπλάσιους νεκρούς από αυτούς του «Τιτανικού» -περισσότερους από 4.000- ο ακριβής αριθμός παραμένει αδιευκρίνιστος και σήμερα, ήταν παντελώς άγνωστο. Ένα από τα πιο πολύνεκρα ναυάγια παγκοσμίως. Όλοι σχεδόν οι νεκροί ήταν Ιταλοί αιχμάλωτοι πολέμου από τη Ρόδο που μεταφέρονταν στα αμπάρια του σε άθλιες συνθήκες στον Πειραιά και από εκεί θα προωθούνταν σε στρατόπεδα της Γερμανίας. Βυθίστηκε στο νησί Πάτροκλος, σημερινή ονομασία Γαΐδουρονήσι, και ακόμη και σήμερα από τον βυθό οι δύτες ανασύρουν αντικείμενα με χαραγμένα αρχικά και οστά. Λίγοι γνωρίζουν γι αυτό γιατί η γερμανικές αρχές για τον φόβο των πολεμικών αποζημιώσεων και της κατακραυγής δεν το κατέγραψαν.
• Σε αυτό το βιβλίο αναφέρεστε στον έρωτα ενός Ιταλού με Ελληνίδα. Πώς αποφασίσατε να γράψετε μια τέτοια ιστορία;
Υπάρχουν ιστορίες ερώτων Ελληνίδων με Ιταλούς που λέγονται ακόμη. Κάποιες τραγικές και κάποιες με καλό τέλος. Δεν ήταν ασυνήθιστο κάτι τέτοιο. Κάποιες γυναίκες ακολούθησαν μετά το τέλος του πολέμου και την ήττα των Ιταλών τους συζύγους τους στην Ιταλία, λιγότεροι έμειναν εδώ. Ήταν δύσκολη εποχή για αυτές τις σχέσεις τότε. Η ιστορία που γράφω δεν είναι εμπνευσμένη από πραγματικούς ήρωες, οι δικοί μου είναι επινοημένοι, αλλά δεν νομίζω ότι απέχουν πολύ από ό,τι συνέβαινε τότε.
• Έχει αναφερθεί ότι γράφετε με βάση ένα μουσικό μοτίβο. Στο νέο σας μυθιστόρημα, ποια μουσική είχατε κατά νου και σας ενέπνευσε;
Δεν ξέρω αν αυτό λέγεται μουσικό μοτίβο ή ρυθμός. Κάθε βιβλίο έχει τον δικό του ρυθμό. Έχει να κάνει με το θέμα του, είναι το θέμα που υπαγορεύει το ρυθμό που γράφεται ένα βιβλίο. Αυτό πετυχαίνεται με τη σύνταξη και με το πώς ηχούν οι λέξεις. Είναι φορές που ψάχνεις την κατάλληλη λέξη από συνώνυμες, μόνο και μόνο για να μην διαταράξεις τον ρυθμό του βιβλίου σου. Για παράδειγμα στο πρώτο μου βιβλίο τη «Γυναίκα της Σκιάς», ίσως γιατί δεν είχα ακόμη την εμπειρία που έχω σήμερα, αφαιρούσα ολόκληρα κομμάτια ακριβώς γιατί δεν ήθελα να χαλάσω αυτό που θεωρούσα ρυθμό του βιβλίου.
• Στη «Γυναίκα της Σκιάς» και στο «Κορίτσι του Αλεσάντρο» κεντρική ηρωίδα σας είναι η τρίτη κόρη της οικογένειας. Μπορείτε να μας το εξηγήσετε;
Στα περισσότερα νησιά μας μέχρι πριν λίγα χρόνια ίσχυε το φαινόμενο της πρωτότοκης. Δηλαδή, ίσως και λόγω φτώχειας, όλα ή το μεγαλύτερο μέρος από την οικογενειακή περιουσία τα έπαιρνε αυτή και για την τρίτη κατά σειρά γέννησης κόρη δεν έμενε τίποτα. Αυτό είναι σκληρό και βάρβαρο. Το αποτέλεσμα ήταν αυτά τα κορίτσια να μένουν στα αζήτητα και η ζωή τους να είναι δύσκολη και μοναχική. Ήταν καταδικασμένες. Αυτό το έθιμο με συντάραξε όταν το έμαθα και το αναφέρω και στα δύο βιβλία. Η ηρωίδα μου η Άννα είναι η τρίτη κόρη της οικογένειας, αυτή που δεν περιμένουν τίποτα να πετύχει στη ζωή της. Ωστόσο αντιδρά, κάτι πρωτάκουστο για την εποχή και το σημαντικό τα καταφέρνει. Τουλάχιστον δεν αφήνει τη ζωή της να περάσει χωρίς να τη ζήσει.
• Η Περσεφόνη, η πρώτη κόρη, ανταποκρίνεται στις προσδοκίες της οικογένειας, μιας και έχουν επενδύσει τα πάντα σε αυτήν;
Οι οικογένειες ήταν άκρως μητριαρχικές, οπότε το καλό όνομα και η συνέχεια της οικογένειας εξαρτιόταν από την πρωτότοκη, αυτή που έφερε και το όνομα της εκ μητρός γιαγιάς της. Το μικρό όνομα και όχι το επίθετο ήταν αυτό που είχε σημασία, κάτι πρωτάκουστο. Στην Περσεφόνη επενδύουν τα πάντα, ωστόσο κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τις ανατροπές που φέρνει η ζωή, ούτε όλα μπορούν να σχεδιαστούν εκ των προτέρων. Μάλλον τίποτα δεν μπορεί να σχεδιαστεί. Όχι, η Περσεφόνη δεν εκπληρώνει τις δικές τους προσδοκίες, αλλά θα εκπληρώσει τις δικές της.
• Για την τρομερή γιαγιά που προσπαθεί να κανονίσει τα πάντα, τι έχετε να σχολιάσετε;
Η γιαγιά είναι μια ισχυρή προσωπικότητα που έχει τον έλεγχο των πάντων, ή έτσι νομίζει. Αυτή τα κανονίζει όλα, ακόμη και για τους άνδρες της οικογένειας. Πιστεύει ακράδαντα στις αρχές της και νομίζει ότι όλα μπορούν στη ζωή να σχεδιαστούν και να εξελιχθούν όπως πρέπει. Είναι τρομερό για εκείνη όταν αντιλαμβάνεται ότι αυτό δεν συμβαίνει στην πραγματικότητα. Ο κόσμος της καταρρέει όταν όσα έμαθε μια ζωή, αυτά που τη δίδαξαν και προσπάθησε και η ίδια να μεταφέρει δεν ισχύουν πια. Ο πόλεμος, η κατοχή, η μετανάστευση, ο κόσμος που διαρκώς μεταβάλλεται άλλαξε τα πράγματα. Νιώθει τη ματαίωση και παραιτείται όταν σε αυτόν το νέο κόσμο αυτή και οι ιδέες της δεν έχουν θέση.

• Επειδή διατηρείτε εδώ και χρόνια ένα πολύ δημοφιλές βιβλιοπωλείο και μάλιστα στην καρδιά της πόλης της Ρόδου, θα ήθελα να μου μιλήσετε για τις επιλογές των αναγνωστών. Από τι επηρεάζονται τα τελευταία χρόνια;
Η δική μου παρατήρηση είναι ότι ο κόσμος στρέφεται σε πιο ποιοτικά βιβλία. Ίσως θέλουν να αξίζουν τα χρήματα τους. Βέβαια η λογοτεχνία είναι θέμα γούστου, αλλά πάντα θα υπάρχουν οι αναγνώστες των καλών βιβλίων.
• Κάποιοι έλεγαν πριν από αρκετά χρόνια, πως το βιβλίο ‘τείνει να πεθάνει’ λόγω του διαδικτύου. Πώς το σχολιάζατε;
Το σίγουρο είναι ότι ακόμη δεν έχει πεθάνει! Το βιβλίο αντιστέκεται σε σχέση με τη μουσική. Το διαδίκτυο, χωρίς αμφιβολία κάνει ζημιά στο βιβλίο. Όχι τόσο όσο στο εξωτερικό, αλλά αυτή είναι η τάση. Πάντα βέβαια θα υπάρχουν αυτοί που θέλουν το βιβλίο σαν αντικείμενο, δηλαδή χάρτινο που μπορούν να το αγγίζουν, να το μυρίζουν, να το πάρουν στο κρεβάτι τους. Όταν όμως αυτοί που σήμερα είναι παιδιά γίνουν ενήλικες, δεν είμαι σίγουρη ότι θα στραφούν στο βιβλίο και όχι στο εικονικό μέσα από ένα τάμπλετ.

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ