Απόψεις

Ο αναθεωρητισμός της Τουρκίας και η ελληνική υπεροχή

Ερμηνεύοντας τον αναθεωρητισμό της Τουρκίας, θα πρέπει να μελετήσουμε τη στρατηγική της στο επίπεδο της εξωτερικής της πολιτικής που βασίζεται στην αντίληψη περί ζωτικού χώρου, μια αντίληψη που υιοθέτησαν οι ναζί, και αποτυπώνεται στο δόγμα πως μια μεγάλη δύναμη χρειάζεται ζωτικό χώρο για να λειτουργήσει. Αυτή η αντίληψη σε συνδυασμό με τον μεγαλοϊδεατισμό της νεο-οθωμανικής αναδυόμενης αυτοκρατορίας, αποτελούν τη βάση της τουρκικής γεωστρατηγικής πολιτικής και εδράζεται σε δύο θεωρίες: σε μία εθνικιστική-αλυτρωτική και σε μια πολιτικο-θρησκευτική στις οποίες στηρίζονται τα δυο (2) στρατηγικά δόγματα της τελευταίας δεκαετίας, δόγμα του ‘Στρατηγικού Βάθους’ και το δόγμα της ‘Γαλάζιας Πατρίδας’.

Στο μεν πρώτο, αποτυπώνεται ο στόχος της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας, που είναι σταθερά προσηλωμένος στην επικράτηση της ως ηγεμονικό κράτος με την ανάδειξη ενός «πολιτισμού» που βασίζεται στο Ισλάμ και στην ενίσχυση των δεσμών με τις γειτονικές της χώρες μέσω της χρήσης της ισχύος, της οικονομίας και του Ισλάμ. Στο δε δεύτερο, η τουρκική εξωτερική πολιτική αξιώνει το διαμοιρασμό της υφαλοκρηπίδας της Ανατολικής Μεσογείου μεταξύ των χωρών που έχουν ηπειρωτικές ακτές, αποκλείοντας τα ελληνικά νησιά (Κρήτη, Γαύδο, Κάρπαθο, Ρόδο, Καστελόριζο) και την Κύπρο, τα οποία και περιορίζει τα χωρικά τους ύδατα και μόνο, αμφισβητώντας το διεθνές δίκαιο και τους κανόνες του και χαράσσει μια ‘ιδιότυπη’ στρατηγική που αγγίζει τα όρια της παραβατικότητας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα, το ψευδο-τουρκολιβυκό μνημόνιο για τον καθορισμό «θαλάσσιων δικαιοδοσιών» που αγνοεί πλήρως την ελληνική νοτίως, της γραμμής Κρήτης – Καρπάθου – Ρόδου και Καστελόριζου, αποκόπτοντας μια θαλάσσια γεωγραφική περιοχή που στα ανατολικά της τέμνεται με τις ΑΟΖ της Κύπρου και της Αιγύπτου.

Στην κόψη του ξυραφιού οι σχέσεις της Τουρκίας με την Ελλάδα

Με τον αναθεωρητισμό της Τουρκίας συνδέεται μία σημαντική πτυχή της μεταπολιτευτικής ιστορίας της Ελλάδας που έχει ως αιχμή τις διεκδικήσεις της γείτονας χώρας στο Αιγαίο. Εξ’ αυτού, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις βρίσκονται συνεχώς στην κόψη του ξυραφιού με επίκεντρο τον υποθαλάσσιο πλούτο του Αιγαίου με την κορύφωση τριών (3) μεγάλων κρίσεων (1974, 1976 και 1987) που παραλίγο να οδηγήσουν σε ελληνοτουρκικό πόλεμο.

Μετά την επικύρωση της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας το 1995 (UNCLOS) από την Ελλάδα που της δίνει το δικαίωμα να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα ως τα 12 ναυτικά μίλια, η τουρκική εθνοσυνέλευση (1995) ψηφίζει την ενδεχόμενη επέκταση των ελληνικών χωρικών ως αιτία πολέμου (casus belli), και μετά την κρίση των Ιμίων το 1996 με την προβολή της θεωρίας των «γκρίζων ζωνών», αναβαθμίζει ακόμα πιο πολύ την επιθετικότητά της στο Αιγαίο, δείχνοντας προς πάσα κατεύθυνση πως αποτελεί μια αναθεωρητική, αυταρχική χώρα που αμφισβητεί τους διεθνείς κανόνες.

Με την τακτική της “εργαλειοποίησης” ευαίσθητων ζητημάτων από την πλευρά της Τουρκίας, όπως είναι το μεταναστευτικό/προσφυγικό, μια πολιτική που καταστρατηγεί αφενός, τα ανθρώπινα δικαιώματα και αφετέρου αναδεικνύει την έλλειψη σεβασμού και τήρησης των συμφωνιών της Τουρκίας με την ΕΕ, στο πλαίσιο της κοινής δήλωσης για το μεταναστευτικό, το 2016, η στάση της Τουρκίας δεν στρέφεται μόνο κατά της Ελλάδας, αλλά συνιστά

κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου και των κανόνων του και δηλώνει μια «παραβατική» έως και έκνομη συμπεριφορά στο διεθνές σύστημα με τον Ερντογάν να συνεχίζει την τουρκική τακτική της δημιουργίας τετελεσμένων στη λογική πως τελικά σε βάθος χρόνου δεν θα ανατραπούν.

Το τελευταίο πλήγμα στους συμμάχους της η Τουρκία το έδωσε αφενός με τη στάση της ως του «επιτήδειου ουδέτερου μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία» κλείνοντας το μάτι στον εξίσου αναθεωρητικό Πούτιν, και αφετέρου με τους ωμούς εκβιασμούς και με το βέτο στις ενταξιακές διαδικασίες της Σουηδίας, και έως πρότινος και της Φιλανδίας, στο ΝΑΤΟ δοκιμάζοντας τις σχέσεις της τόσο με τις Η.Π.Α., όσο με την ΕΕ και άλλες δυνάμεις του φιλοδυτικού τόξου.

Πως αντιμετωπίζει η Ελλάδα την τουρκική προκλητικότητα

Η Ελλάδα έχει επιλέξει να απαντά σε αυτήν την πρωτοφανή λεκτική έξαρση των απειλών με ψυχραιμία και με αποφασιστικότητα, δεν εφησυχάζει και συνεχίζει με νηφαλιότητα να αποδομεί τις παράλογες τουρκικές θεωρήσεις και αξιώσεις, χωρίς να εμπλέκεται σε προσωπικές αντιδικίες και χαρακτηρισμούς, ευελπιστώντας ότι κάποια στιγμή και η απέναντι πλευρά θα κάνει την υπέρβαση που απαιτείται, ώστε να έρθουν οι δύο χώρες σε μια συνεννόηση στη βάση του Διεθνούς Δικαίου και του Δικαίου της Θάλασσας. Χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει πως η κυβερνητική γραμμή είναι φοβική απέναντι στην κλιμακούμενη τουρκική προκλητικότητα. Αντιθέτως, τόσο ο πρωθυπουργός, Κ.Μητσοτάκης, όσο και ο υπουργός Εξωτερικών, Νίκος Δένδιας, έχουν δηλώσει ξεκάθαρα πως η Ελλάδα δεν φοβάται και δεν απειλείται από κανέναν και κινείται πάντα με γνώμονα την προάσπιση του εθνικού της συμφέροντος και της εδαφικής της κυριαρχίας.

Η διεθνοποίηση της τουρκικής παραβατικής συμπεριφοράς αποτελεί μια πολύ σημαντική επιτυχία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στο πλαίσιο της πολυμερούς ελληνικής διπλωματίας, η οποία αποφέρει καρπούς καθώς η διεθνής κοινότητα αλλά και η ίδια η ΕΕ έχουν αρχίσει να διαφοροποιούν τη στάση τους απέναντι στην Τουρκία και να προβαίνουν στη λήψη αποφάσεων κατά της Τουρκίας ( π.χ θέμα με τη μη πώληση των F16 στην Τουρκία, το πάγωμα ενταξιακών διαδικασιών της Τουρκίας από την ΕΕ, κα.).

Με τις δυο μεγάλες συμφωνίες που υπογράφηκαν από την παρούσα κυβέρνηση, την Ελληνογαλλική Αμυντική Συμφωνία και την Ελληνοαμερικανική Αμοιβαία Αμυντική Συνεργασία, η ελληνική εξωτερική πολιτική ισχυροποιείται όσον αφορά στην ασφάλεια και στην αμυντική θωράκιση της χώρας ενδυναμώνοντας την επιχειρησιακή ετοιμότητα της στο πεδίο της σκληρής ισχύος. Αξίζει δε να τονιστεί πως στην Ελληνογαλλική συμφωνία, πέραν της αγοράς υπερσύγχρονων εξοπλισμών (τρεις φρεγάτες τύπου FDI με την δυνατότητα προσθήκης μιας ακόμα και 24 μαχητικών – βομβαρδιστικών τύπου Rafale), αυτό που εξέπληξε ευχάριστα, ήταν η ρήτρα αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής (άρθρο 2) της Συμφωνίας.

Επίλογος

Είναι γεγονός, πως η τουρκική προκλητικότητα θα κορυφωθεί ακόμα περισσότερο όσο φθάνει η ημερομηνία διεξαγωγής των διπλών εκλογών στην Τουρκία καθώς ο Ταγίπ Ερντογάν ‘’εργαλειοποιεί’’ στο μέγιστο βαθμό την επιθετική του στάση απέναντι στην Ελλάδα προκειμένου να είναι ο νικητής αυτών των εκλογών.

Πέραν της μεγάλης ύφεσης που αντιμετωπίζει η τουρκική οικονομία με την τουρκική λίρα να έχει φτάσει σε πολύ χαμηλά επίπεδα, η νέα «Συμμαχία των 6» κομμάτων της αντιπολίτευσης δείχνει να ζορίζει ακόμα περισσότερο τον Ερντογάν και μάλιστα με το Μανιφέστο που δημοσιοποίησαν ενόψει των εκλογών με άξονα το Σεβασμό στο διεθνές δίκαιο και την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ, δημιουργούνται νέα δεδομένα ως προς την τελική έκβαση των εκλογών.

Αυτό που έχει αξία για την παγκόσμια κοινότητα και κυρίως για τη δική μας γειτονιά και φυσικά για την Ελλάδα, είναι να πειστεί ο ‘ζόρικος’ γείτονας πως η εξωτερική πολιτική ασκείται με κανόνες, με σεβασμό στη διεθνή έννομη τάξη και συμμόρφωση με τις αρχές και τις αξίες του διεθνούς δικαίου και των συνθηκών. Συνεχίζοντας να λειτουργεί ως το «μαύρο πρόβατο» της διεθνούς κοινότητας, η Δύση οφείλει να αναθεωρήσει τη στάση της απέναντι στην Τουρκία και οι δρώντες του διεθνούς δικαίου αφενός, να ασκήσουν κυρώσεις (οικονομικές, νομικές και στρατιωτικές) απέναντι της, και αφετέρου να επαναξιολογήσουν το ρόλο της στα διεθνή όργανα και στη ευρω-ατλαντική συμμαχία. Σίγουρα μια εκλογική αποτυχία του Ερντογάν, κάτι ομολογουμένως δύσκολο καθώς ελέγχει στο σύνολο του τον κρατικό και παρακρατικό μηχανισμό, θα μπορούσε να αλλάξει τη στάση της Τουρκίας απέναντι στην διεθνή κοινότητα, αν λάβουμε σοβαρά τις προθέσεις της «συμμαχίας των 6».

Όσον αφορά στα του οίκου μας, σε αυτήν την ομολογουμένως επικίνδυνη χρονική περίοδο, όπου όλα είναι ρευστά και ο κίνδυνος ενός ατυχήματος ή η πρόκληση ενός «θερμού» επεισοδίου είναι πιθανά, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε πως η ελληνική εξωτερική πολιτική κινείται με σοβαρότητα, νηφαλιότητα και μεθοδικότητα.

Οι πολιτικές επιλογές και προτεραιότητες της κυβέρνησης για τη θωράκιση της Ελλάδας και την ανάδειξη της σε έναν ισότιμο δρώντα τόσο σε ευρωπαϊκό, όσο και σε διεθνές επίπεδο, ακόμα και η απόφαση του πρωθυπουργού να εξαντλήσει τα χρονικά περιθώρια που ορίζει το σύνταγμα για την προκήρυξη των εθνικών εκλογών στην χώρα μας, προκειμένου σε αυτή την ευαίσθητη χρονική περίοδο να μη βρεθεί η χώρα μας με υπηρεσιακή κυβέρνηση παρατεταμένης διάρκειας λόγω του εκλογικού νόμου της απλής αναλογικής, αποτελεί μια πολιτική επιλογή με υψηλούς συμβολισμούς μιας πατριωτικής και υπεύθυνης εξωτερικής πολιτικής.

Σε αυτές τις δύσκολες στιγμές, όλα αξιολογούνται και κρίνονται με επίκεντρο την ασφάλεια και την ευημερία της χώρας μας. Και σαφώς στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής η Ελλάδα δείχνει καθημερινά την υπεροχή της…

Δρ Ελευθερία Φτακλάκη

Διεθνολόγος/Διδάκτωρ ευρωπαϊκών σπουδών & Διεθνών σχέσεων

 

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Σχολιασμός άρθρου