ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

«Με είχε καθισμένη σε έναν καναπέ και με χτυπούσε στο κεφάλι για έξι ώρες» – Η ιστορία της «Κατερίνας» από τη Ρόδο

news room 1 λεπτό ανάγνωση
Βία γυναικών

Η «Κα­τε­ρί­να» πέ­ρα­σε εί­κο­σι χρό­νια με τον κα­κο­ποι­η­τή της. Τα δύο παι­διά της έγι­ναν σε πολ­λές πε­ρι­πτώ­σεις μάρ­τυ­ρες των βί­αιων επει­σο­δί­ων και η κόρη της έφτα­σε σε ση­μείο να νο­ση­λευ­τεί σε παι­δο­ψυ­χια­τρι­κή κλι­νι­κή. Απο­φά­σι­σε να αφη­γη­θεί την αλη­θι­νή ιστο­ρία της για να πα­ρα­κι­νή­σει και άλλα θύ­μα­τα να ανα­ζη­τή­σουν το δρόμο προς την ελευ­θε­ρία.

Με την «Κα­τε­ρί­να»* μάς έφερε σε επαφή το Συμ­βου­λευ­τι­κό Κέ­ντρο Ρόδου. Πα­ρό­λο που έχει πε­ρά­σει μόλις ένας χρό­νος από την ημέρα που έφυγε ο σύ­ζυ­γος και κα­κο­ποι­η­τής της από το σπίτι, επο­μέ­νως οι μνή­μες είναι ακόμα νωπές, δέ­χτη­κε να ανα­τρέ­ξει στο τραυ­μα­τι­κό πα­ρελ­θόν της και να το μοι­ρα­στεί με το marieclaire.gr ελ­πί­ζο­ντας να πα­ρα­κι­νή­σει και άλλα θύ­μα­τα να ανα­ζη­τή­σουν το δρόμο τους προς την ελευ­θε­ρία και την αγάπη του εαυ­τού τους.

«Με λένε Κα­τε­ρί­να. Είμαι 36 χρο­νών. Έχω δύο παι­διά, τον Πα­να­γιώ­τη, 16 χρο­νών, και τη Νίκη, 13 χρο­νών. Με τον Γιώρ­γο γνω­ρι­στή­κα­με όταν εγώ ήμουν 15. Ήμα­σταν 20 χρό­νια μαζί. Ανα­τρέ­χο­ντας στο πα­ρελ­θόν – γιατί όταν το ζούσα ήμουν μικρή και μες στην τρέλα – συ­νει­δη­το­ποιώ ότι τα πρώτα ση­μά­δια πα­ρου­σιά­στη­καν μέσα στα πρώτα τρία χρό­νια, όταν άρ­χι­σε να μου λέει: “Δεν θα πη­γαί­νεις για καφέ με τις φίλες σου”, “Θα είμαι κι εγώ μαζί σου αν θέ­λεις να πη­γαί­νου­με για καφέ”.

»Πα­ντρευ­τή­κα­με στα 18 μου, χωρίς πίεση από τους γο­νείς μου, γιατί “ήμουν η γυ­ναί­κα της ζωής του, τα πάντα γι’ αυτόν”. Αυτός ήταν τρία χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρός μου, ήμα­σταν πι­τσι­ρί­κια και οι δύο. Στα 19 μου, έμει­να έγκυος. Τότε ήταν η πρώτη φορά που με χτύ­πη­σε άσχη­μα. Εί­χα­με ένα μα­γα­ζί, ήμα­σταν μέσα στην απο­θή­κη και με είχε ρίξει πάνω σε ένα τσου­βά­λι με πα­τά­τες και με βά­ρα­γε. Χωρίς αφορ­μή. Οι γο­νείς του ήταν πα­ρα­δί­πλα.

«Στα 19 μου, έμει­να έγκυος. Τότε ήταν η πρώτη φορά που με χτύ­πη­σε άσχη­μα. Εί­χα­με ένα μα­γα­ζί, ήμα­σταν μέσα στην απο­θή­κη και με είχε ρίξει πάνω σε ένα τσου­βά­λι με πα­τά­τες και με βά­ρα­γε. Χωρίς αφορ­μή. Οι γο­νείς του ήταν πα­ρα­δί­πλα».

»Τρία χρό­νια μετά τον γιο μου ήρθε και η κόρη μου, την οποία δεν είχα προ­γραμ­μα­τί­σει. Εκεί­νος όμως πί­στευε ότι αν κά­να­με παι­διά θα με κρα­τού­σε δίπλα του, δεν θα μπο­ρού­σα να φύγω.

»Άρ­χι­σα να ζω και τη σω­μα­τι­κή και τη λε­κτι­κή βία. Έλεγα από μέσα μου, θα αλ­λά­ξει, με αγα­πά­ει. Ήμουν άλ­λω­στε μαζί του από μικρή. Προ­σπα­θού­σε να μου πε­ρά­σει το μή­νυ­μα ότι όλοι οι άλλοι έχουν το πρό­βλη­μα, όχι εκεί­νος. Το μυαλό μου μπήκε σε έναν άλλο τρόπο λει­τουρ­γί­ας. Προ­σπά­θη­σα να δω πού φταίω και γιατί. Και πώς θα μπο­ρού­σα να αλ­λά­ξω εγώ,  για να είναι εντά­ξει η οι­κο­γέ­νειά μου. Ήμουν και πει­σμα­τά­ρα, δεν ήθελα να ακού­σω από τον κόσμο να μου λέει: “Να, είδες; Και τι κα­τά­λα­βες που πα­ντρεύ­τη­κες μικρή;”. Φυ­σι­κά, δεν είχα μι­λή­σει σε κα­νέ­ναν για την κα­κο­ποί­η­ση, γιατί μπρο­στά σε όλους ο Γιώρ­γος ήταν το “κα­λύ­τε­ρο παιδί”. Έδει­χνε σε­βα­σμό, ήταν ευ­γε­νι­κός, έκανε τα πάντα για τους άλ­λους.

Απο­μο­νω­μέ­νη με τον κα­κο­ποι­η­τή της

»Κά­ποια στιγ­μή ήρ­θα­με στη Ρόδο και ο Γιώρ­γος έγινε ακόμα πιο βί­αιος. Εγώ ήμουν 24 ετών, ο γιος μου, πέντε, η κόρη μου, δύο. Βρέ­θη­κα σε ένα ξένο μέρος, όπου ο μόνος δικός μου άν­θρω­πος ήταν ο κα­κο­ποι­η­τής μου. Τότε, κάνει τον εγκέ­φα­λό σου ό,τι θέλει. Σε λέει ζώο; Σκέ­φτε­σαι, ναι, είμαι ζώο. Σου λέει ότι δεν είσαι καλή μάνα; Σκέ­φτε­σαι, ναι, δεν είμαι καλή μάνα. Το μόνο που με άφηνε να κάνω ήταν να δου­λεύω για να έχει αυτός την οι­κο­νο­μι­κή άνεση να αγο­ρά­ζει ό,τι ήθελε. Δού­λευα σαν το σκυλί στα ξε­νο­δο­χεία για να παίρ­νει υπο­λο­γι­στές και αυ­το­κί­νη­τα.

»Στο σπίτι μα­γεί­ρευα μόνο ό,τι ήθελε να τρώει εκεί­νος. Η πρώτη έντο­νη ανά­μνη­ση της κόρης μου είναι να έρ­χε­ται ο μπα­μπάς από τη δου­λειά και να ανοί­γει τη μύτη της μαμάς γιατί είχα μα­γει­ρέ­ψει φακές και δεν του άρε­σαν. Ο γιος μου, μου είπε μια μέρα: Μαμά, θυ­μά­σαι τότε που κα­θά­ρι­ζες ψάρια και επει­δή δεν του άρεσε η μυ­ρω­διά σε έβγα­λε από το σπίτι χει­μώ­να ξυ­πό­λυ­τη, χωρίς πα­νω­φό­ρι, και σε κλεί­δω­σε έξω; Εγώ δεν το θυ­μό­μουν, έχω δια­γρά­ψει πάρα πολλά πράγ­μα­τα για να προ­στα­τεύ­σω τον εγκέ­φα­λό μου. Και το πιο ακραίο ήταν όταν πα­ρα­λί­γο να με πε­τά­ξει από το πα­ρά­θυ­ρο. Είχα γαν­τζω­θεί από το κα­λο­ρι­φέρ και του έλεγα, σε πα­ρα­κα­λώ, μόνο άφησέ με να ζήσω και ό,τι θέ­λεις εσύ.

«Ο γιος μου, μου είπε μια μέρα: Μαμά, θυ­μά­σαι τότε που κα­θά­ρι­ζες ψάρια και επει­δή δεν του άρεσε η μυ­ρω­διά σε έβγα­λε από το σπίτι χει­μώ­να ξυ­πό­λυ­τη, χωρίς πα­νω­φό­ρι, και σε κλεί­δω­σε έξω;»

»Τον Νο­έμ­βριο του 2014 με χτυ­πού­σε επί έξι ώρες. Με είχε κα­θι­σμέ­νη σε έναν τρι­θέ­σιο κα­να­πέ και με χτυ­πού­σε στο κε­φά­λι. Δεν ήμουν από τις γυ­ναί­κες που θα ούρ­λια­ζαν, που θα ζη­τού­σαν βο­ή­θεια. Ήμουν βου­βός πα­ρα­τη­ρη­τής, έλεγα είναι όνει­ρο, δεν το ζω εγώ αυτό. Ήταν σαν να είχε βγει η Κα­τε­ρί­να από το σώμα της και απλά πα­ρα­κο­λου­θού­σε μια ται­νία. Κά­ποια στιγ­μή τα παι­διά ξύ­πνη­σαν – τότε ο γιος μου πή­γαι­νε τε­τάρ­τη δη­μο­τι­κού και η κόρη μου, πρώτη. Ο Πα­να­γιώ­της είπε, μπα­μπά, σε πα­ρα­κα­λώ, άφησε τη μαμά. Εκεί­νος δεν με άφησε καν να πάω να τα ηρε­μή­σω. Το μόνο που τους έλεγα ήταν, πη­γαί­νε­τε στο δω­μά­τιό σας. Με άφησε να πάω να ξα­πλώ­σω στις 6.30 το πρωί. Κοι­μή­θη­κα πε­ρί­που μία ώρα, δεν μπο­ρού­σα πε­ρισ­σό­τε­ρο από τον πόνο, και όταν ξύ­πνη­σα είδα στον κα­θρέ­φτη μια Κα­τε­ρί­να με πα­ρα­μορ­φω­μέ­νο πρό­σω­πο. Ακόμα και τώρα όταν κοι­τά­ζο­μαι στον κα­θρέ­φτη μού έρ­χε­ται εκεί­νη η ει­κό­να. Όσα χρό­νια κι αν πε­ρά­σουν, δεν ξε­χνιέ­ται.

Η πρώτη από­δρα­ση

»Μετά από αυτό δεν έβγαι­να από το σπίτι, δεν ήθελα να με δει έτσι η γει­το­νιά. Τα αδέρ­φια μου, που ζουν στην Πάτρα, μου έλε­γαν, έλα να σε δούμε μέσω Skype. Τους απα­ντού­σα ότι δεν έχω Ίντερ­νετ. Έβρι­σκα δι­καιο­λο­γί­ες για να μη με δουν. Μέχρι που, μια Κυ­ρια­κή, μου λέει, δεν μπορώ να ακούω τη φωνή σου. Με χτύ­πη­σε και μου λέει, φύγε. Δεν πε­ρί­με­νε ότι θα φύγω. Μου πήρε ό,τι λεφτά είχα και το κι­νη­τό μου. Μου άφησε μόνο την κάρτα SIM και μου είπε, το κι­νη­τό σού το έχω πάρει δώρο εγώ, δεν αξί­ζει να το έχεις. Πήρα τα παι­διά, πήγα στην Πάτρα. Πέ­ρα­σα από ια­τρο­δι­κα­στή, που είδε τα ση­μά­δια στο σώμα μου, και έκανα μή­νυ­ση στον Γιώρ­γο. Κά­να­με ένα ιδιω­τι­κό συμ­φω­νη­τι­κό, αλλά δεν έβγα­λα δια­ζύ­γιο.

»Στην Πάτρα είχα δίπλα μου τους γο­νείς και τα αδέρ­φια μου. Τους είπα ότι με είχε χτυ­πή­σει, αλλά όχι όλες τις λε­πτο­μέ­ρειες. Τα παι­διά μου ήταν “δα­σκα­λε­μέ­να” να μη μι­λή­σουν. Είναι το στε­ρε­ό­τυ­πο της ελ­λη­νι­κής οι­κο­γέ­νειας: ό,τι συμ­βαί­νει μέσα στο σπίτι, να μη βγαί­νει πα­ρα­έ­ξω. Και ξαφ­νι­κά ο Γιώρ­γος άρ­χι­σε να κάνει τα­ξι­δά­κια στην Πάτρα για να βλέ­πει τα παι­διά. Ήδη από την ώρα που έφυγα από το νησί ήξερα μέσα μου ότι θα ξα­να­γυ­ρί­σω σε αυτόν. Φα­ντά­σου εκεί­νος να σου έχει κάνει τα πάν­δει­να αλλά να σε έχει πεί­σει ότι είναι το κέ­ντρο της ζωής σου.

«Δεν πε­ρί­με­νε ότι θα φύγω. Μου πήρε ό,τι λεφτά είχα και το κι­νη­τό μου. Μου άφησε μόνο την κάρτα SIM και μου είπε, το κι­νη­τό σού το έχω πάρει δώρο εγώ, δεν αξί­ζει να το έχεις».

»Άρ­χι­σε να μου λέει, πήγα σε ψυ­χο­λό­γο και πήρα χάπια. Μου τη­λε­φω­νού­σαν οι γο­νείς του. Άρ­χι­σε να “πι­πι­λά­ει” και το κε­φά­λι της κόρης μου και να της λέει: “Δεν θα ξα­να­πει­ρά­ξω τη μαμά”. Όταν έχεις τα παι­διά, πιο πολύ τη μικρή, που δεν είχε αντι­λη­φθεί ακρι­βώς τι είχε συμ­βεί, να σου λένε, γιατί δεν πάμε σπίτι μας, εσύ φταις που εί­μα­στε μα­κριά από τον μπα­μπά, σκέ­φτε­σαι, ναι, εγώ φταίω, τα παι­διά χρειά­ζο­νται τον πα­τέ­ρα τους, δεν μπορώ να τους τον στε­ρή­σω.

Η υπο­τρο­πή

»Ο Γιώρ­γος έδει­χνε αλ­λαγ­μέ­νος. Μου έδινε όρ­κους αγά­πης. Απο­φα­σί­σα­με να κά­νου­με μια προ­σπά­θεια να ξα­να­γί­νου­με οι­κο­γέ­νεια και τον Αύ­γου­στο του 2015, ούτε έναν χρόνο μετά, επι­στρέ­ψα­με στη Ρόδο. Προ­σπά­θη­σε να κα­τα­πί­νει τα συ­ναι­σθή­μα­τά του. Με άφησε να πη­γαί­νω για έναν καφέ στο εξά­μη­νο, στο οκτά­μη­νο, με φίλες – όχι μία φορά την εβδο­μά­δα, ας πούμε. Είχα φτά­σει σε ση­μείο να λέω στις φίλες μου ότι δεν μου αρέ­σει να βγαί­νω έξω το βράδυ, γιατί δεν ήθελα να έχω φα­σα­ρί­ες στο σπίτι. Αλλά οι κα­κο­ποι­η­τές θα βρουν ούτως ή άλλως μια αφορ­μή.

»Πλέον η βία είχε γίνει κυ­ρί­ως λε­κτι­κή, γιατί έμπαι­νε ανά­με­σά μας ο γιος μου να με προ­στα­τεύ­σει. Είναι ένα αγόρι δυ­να­τό, γε­ρο­δε­μέ­νο, που ξέρει τζού­ντο. Έμπαι­νε μπρο­στά του και του έλεγε: “Αν την ακου­μπή­σεις, θα σε πνίξω”. Όταν όμως έφευ­γαν τα παι­διά έστω και για ένα δίωρο προ­πό­νη­σης, εκεί­νος μπο­ρεί να πε­τού­σε όλα τα ρούχα μου στον διά­δρο­μο, να με έδιω­χνε, να μου έλεγε, πάρε τα κ***παιδά σου και φύ­γε­τε. Μου έλεγε, δεν υπάρ­χει πε­ρί­πτω­ση να σε ξα­να­βα­ρέ­σω για να με πας πάλι στα δι­κα­στή­ρια και να πά­ρεις ευ­χα­ρί­στη­ση, τώρα θα σε παι­δεύω αλ­λιώς. Βέ­βαια, μπο­ρεί να έρι­χνε και δυο σπρω­ξιές, δυο σφα­λιά­ρες, που δεν είναι βία γι’ αυ­τούς.

«Μου έλεγε, δεν υπάρ­χει πε­ρί­πτω­ση να σε ξα­να­βα­ρέ­σω για να με πας πάλι στα δι­κα­στή­ρια και να πά­ρεις ευ­χα­ρί­στη­ση, τώρα θα σε παι­δεύω αλ­λιώς. Βέ­βαια, μπο­ρεί να έρι­χνε και δυο σπρω­ξιές, δυο σφα­λιά­ρες, που δεν είναι βία γι’ αυ­τούς».

»Καθώς περ­νού­σαν τα χρό­νια, δεν ήθελα ούτε να με αγ­γί­ζει. Ακόμα και όταν πή­γαι­νε να με χαϊ­δέ­ψει έλεγα, τώρα θα με χτυ­πή­σει. Ήρθε το πλή­ρω­μα του χρό­νου, που δεν μπο­ρού­σα ούτε να ακούω τη φωνή του ούτε να τον βλέπω να γυρ­νά­ει μέσα στα πόδια μου. Μπο­ρεί να μι­λού­σα­με και να γε­λού­σα­με με τα παι­διά και να έμπαι­νε εκεί­νος στο δω­μά­τιο και να φώ­να­ζε:”Τι φα­σα­ρία είναι αυτή; Σκά­στε!”. Έτσι, τα παι­διά μου δεν έβγαι­ναν κα­θό­λου από το δω­μά­τιό τους. Ή μπο­ρεί να με κα­τη­γο­ρού­σε μπρο­στά τους: “Η μάνα σας είναι λε­σβία”, “Η μάνα σας έχει γκό­με­νους”. Τα παι­διά δεν μπο­ρού­σαν να το δια­χει­ρι­στούν όλο αυτό. Σκέ­φτο­νταν: “Μα, τι λέει ο μπα­μπάς; Η μαμά είναι σπίτι-δου­λειά”.

Το κομ­βι­κό γε­γο­νός

»Ήμουν μο­νί­μως σε υπε­ρέ­ντα­ση, δεν άφηνα τον εαυτό μου να χα­λα­ρώ­σει για να κα­λύ­πτω τις ανά­γκες του 24 ώρες το 24ωρο. Ξέ­ρεις τι είναι να πέ­φτεις για ύπνο με τα παι­διά, και στις δύο ή ώρα τη νύχτα, επει­δή δεν βρί­σκει κάτι στο σπίτι να βα­ρά­ει ντου­λά­πια, πόρ­τες, να φω­νά­ζει; Να ση­κώ­νε­σαι το πρωί, να έχει βγά­λει τις πε­τσέ­τες από τα συρ­τά­ρια της κου­ζί­νας και να τις έχει πε­τά­ξει κάτω; Και να λες, εγώ φταίω, γιατί το είχα βάλει εκεί; Οι τρεις-τέσ­σε­ρις μέρες του μήνα που έλει­πε από το σπίτι λόγω δου­λειάς ήταν μέρες χαράς για τα παι­διά και εμένα. Πε­ρι­μέ­να­με πότε θα έρ­θουν, για να πάμε μια βόλτα, να φτιά­ξου­με ένα φα­γη­τό που θέ­λα­με εμείς.

»Τον Νο­έμ­βριο του 2020 – ση­μα­δια­κός αυτός ο μήνας!- ο γιος μου φώ­να­ξε εμένα και τον πα­τέ­ρα του να μας δεί­ξει ένα παι­χνί­δι που είχε κα­τε­βά­σει στον υπο­λο­γι­στή. Ο υπο­λο­γι­στής υπο­τί­θε­ται ότι ήταν του μπα­μπά και τον είχε δώσει στον Πα­να­γιώ­τη να παί­ζει, αλλά όλο αυτό προ­κα­λού­σε δια­μά­χες με­τα­ξύ τους. Ξαφ­νι­κά, ο Γιώρ­γος άρ­χι­σε να ωρύ­ε­ται και πήγε στον Πα­να­γιώ­τη να τον χτυ­πή­σει. Με τον γιο μου δεν χρειά­ζε­ται να μι­λή­σου­με, μπο­ρού­με να συ­νεν­νοη­θού­με μόνο με τα μάτια. Τον κοί­τα­ξα, και το παιδί ήταν έτοι­μο να έρθει σε κό­ντρα με τον πα­τέ­ρα του, να χτυ­πη­θούν άσχη­μα. Και επει­δή το παιδί ξέρει τζού­ντο και με μία κί­νη­ση θα μπο­ρού­σε να σκο­τώ­σει τον Γιώρ­γο, μέσα σε δευ­τε­ρό­λε­πτα σκέ­φτη­κα, όχι, έχεις κα­τα­στρέ­ψει τη δική μου ζωή, δεν θα κα­τα­στρέ­ψεις και τη ζωή του γιου μου. Γύ­ρι­σε ένας δια­κό­πτης μέσα μου.

«Επει­δή το παιδί ξέρει τζού­ντο και με μία κί­νη­ση θα μπο­ρού­σε να σκο­τώ­σει τον Γιώρ­γο, μέσα σε δευ­τε­ρό­λε­πτα σκέ­φτη­κα, όχι, έχεις κα­τα­στρέ­ψει τη δική μου ζωή, δεν θα κα­τα­στρέ­ψεις και τη ζωή του γιου μου».

»Είπα στον γιο μου, αν δεν φύγει αυτός από το σπίτι, θα φύ­γου­με εμείς. Δεν θα σας πάρω πάλι να φύ­γου­με για την Πάτρα, έχου­με στή­σει μια ζωή εδώ. Είχα βρει, επι­τέ­λους, μια καλή δου­λειά για να μπο­ρέ­σω να πω ότι θα ζήσω τα παι­διά μου με αξιο­πρέ­πεια. Οι επό­με­νες δέκα μέρες μού φά­νη­καν αιώ­νας. Κάθε βράδυ τσα­κω­νό­μα­σταν. Αυτός είχε συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει ότι εγώ το έλεγα σο­βα­ρά ότι θέλω να φύγει, γιατί έκανα ό,τι χρεια­ζό­ταν για να του το απο­δεί­ξω: για πα­ρά­δειγ­μα, άλ­λα­ξα το σπίτι και τη ΔΕΗ στο όνομά μου. Δεν με χτύ­πη­σε γιατί, το τρίτο βράδυ, πάνω σε μια συ­ζή­τη­ση, η κόρη μου είπε, μπα­μπά, έλεος, με όλα αυτά που κά­νεις, εγώ θέλω να αυ­το­κτο­νή­σω. Μόλις άκου­σα το κο­ρι­τσά­κι μου να λέει αυτό το πράγ­μα, έπαθα ακόμα πιο με­γά­λο σοκ. Ενώ είχα καλή σχέση με τα παι­διά μου, δεν ήξερα ότι είναι τόσο πλη­γω­μέ­να. Και να της λέει ο πα­τέ­ρας της, δεν με νοιά­ζει, πή­γαι­νε και κάνε το. Εκεί­νη την ώρα ο γιος μου πήγε και έφερε την αστυ­νο­μία. Στο με­τα­ξύ, τα παι­διά ηχο­γρα­φού­σαν τις συ­ζη­τή­σεις μας για να έχουν απο­δει­κτι­κά στοι­χεία. Δί­να­με τις ηχο­γρα­φή­σεις και στον αδερ­φό μου, για να τις έχει και κά­ποιος άλλος. Εκεί ο Γιώρ­γος κα­τά­λα­βε ότι πλέον δεν τον παίρ­νει και άρ­χι­σε να ψά­χνει σπίτι. Έτσι, στις 26 Νο­εμ­βρί­ου έφυγε ορι­στι­κά.

Το δύ­σκο­λο μετά

»Δεν μπορώ να σου πω ότι ο τε­λευ­ταί­ος χρό­νος ήταν εύ­κο­λος. Τώρα η κόρη μου νο­ση­λεύ­ε­ται στην Παι­δο­ψυ­χια­τρι­κή Κλι­νι­κή της Πε­ντέ­λης. Αλλά είναι καλά, αυτό έχει ση­μα­σία, και σε λίγες μέρες γυ­ρί­ζει σπίτι. Όλα αυτά τα χρό­νια η ψυ­χού­λα της σή­κω­νε όλο το βάρος το δικό μου. Οι γο­νείς δεν πρέ­πει να κλεί­νου­με τα μάτια μας στα προ­βλή­μα­τα των παι­διών μας. Γιατί αν εγώ είχα αφή­σει το παιδί μου και δεν το είχα πάει στο νο­σο­κο­μείο, αυτή τη στιγ­μή μπο­ρεί να μην ήταν στη ζωή.

«Η κόρη μου νο­ση­λεύ­ε­ται στην Παι­δο­ψυ­χια­τρι­κή Κλι­νι­κή της Πε­ντέ­λης. Αλλά είναι καλά, αυτό έχει ση­μα­σία, και σε λίγες μέρες γυ­ρί­ζει σπίτι. Όλα αυτά τα χρό­νια η ψυ­χού­λα της σή­κω­νε όλο το βάρος το δικό μου».

»Ο Γιώρ­γος ήταν ακόμα στο σπίτι όταν τη­λε­φώ­νη­σα στο Συμ­βου­λευ­τι­κό Κέ­ντρο Ρόδου, κλαί­γο­ντας και προ­σπα­θώ­ντας να εξη­γή­σω τι είχε γίνει. Το σή­κω­σε η Θεανώ και με ηρέ­μη­σε. Στην αρχή, λόγω COVID, τα ρα­ντε­βού ήταν τη­λε­φω­νι­κά. Μετά, εξα­φα­νί­στη­κα για ένα διά­στη­μα. Προ­σπα­θώ­ντας να δια­χει­ρι­στώ αυτό που συ­νέ­βαι­νε με την κόρη μου δεν έδινα την απα­ραί­τη­τη ση­μα­σία στον εαυτό μου. Με­γά­λο λάθος: αν δεν κοι­τά­ξου­με πρώτα τον εαυτό μας, τα παι­διά μάς βλέ­πουν κα­ταρ­ρα­κω­μέ­νους και δεν μπο­ρούν να ορ­θο­πο­δή­σουν ούτε αυτά. Σιγά σιγά όμως επι­κοι­νώ­νη­σα ξανά με το Συμ­βου­λευ­τι­κό Κέ­ντρο γιατί το χρεια­ζό­μουν, δεν μπο­ρού­σα να δια­χει­ρι­στώ ούτε τη νο­ση­λεία της Νίκης, γιατί ένιω­θα τρο­με­ρές ενο­χές.

»Η οι­κο­γέ­νειά μου ήταν, είναι και θα είναι το στή­ριγ­μά μου – έχω τρία αδέρ­φια με τα οπιία μπορώ να μι­λή­σω. Αλλά το πιο ση­μα­ντι­κό είναι το Συμ­βου­λευ­τι­κό Κέ­ντρο. Οι ψυ­χο­λό­γοι του, τα κο­ρί­τσια μου, όπως τα απο­κα­λώ.

Πρω­τό­γνω­ρη ελευ­θε­ρία

»Πέρα από αυτές τις δυ­σκο­λί­ες, τον τε­λευ­ταίο χρόνο μπορώ να βγω να περ­πα­τή­σω με τον σκύλο μου και να μη μου πει κα­νέ­νας: “Γιατί άρ­γη­σες”; Να πιω έναν καφέ με μια φίλη και να απο­λαύ­σω αυτή τη μία ώρα που θα είμαι έξω, χωρίς το άγχος μήπως εκεί­νος με βρί­σει εκεί­νος, μήπως φάω ξύλο όταν γυ­ρί­σω σπίτι. Είναι ωραία η ελευ­θε­ρία.

»Όταν συ­νέ­βη η γυ­ναι­κο­κτο­νία στη Ρόδο, με την κο­πέ­λα που σκό­τω­σε ο πρώην της, επει­δή το έγκλη­μα έγινε πολύ κοντά στο σπίτι μας ο γιος μου τα­ρά­χτη­κε, μέχρι να μάθει όλα τα στοι­χεία νό­μι­ζε ότι ήμουν εγώ το θύμα. Αλλά δεν πρέ­πει να φο­βό­μα­στε. Αν είναι να γίνει, να γίνει του­λά­χι­στον με το κε­φά­λι μας ψηλά! Να προ­σπα­θή­σου­με. Να πα­τά­με στα πόδια μας και να πι­στεύ­ου­με στον εαυτό μας. Ότι δεν εί­μα­στε άχρη­στες, ότι δεν εί­μα­στε όπως μάς χα­ρα­κτη­ρί­ζει ο κα­θέ­νας από όλους αυ­τούς τους μά­γκες, που έχουν με­γα­λώ­σει πι­στεύ­ο­ντας ότι ένας άντρας δεν κλαί­ει, ότι θα βα­ρέ­σει το χέρι στο τρα­πέ­ζι και θα γίνει χαμός.

»Αν έβαζα έναν τίτλο στη ζωή μου, θα ήταν ότι επέ­ζη­σα από όλη αυτή την αρ­ρώ­στια. Είναι πολλά τα χρό­νια. Δεν έχω μάθει πώς είναι να σε αγα­πά­ει ένας σύ­ντρο­φος, να σε φρο­ντί­ζει, να σε πε­ρι­ποιεί­ται. Θα το μάθω όμως κι αυτό. Πρώτα θα μάθω να αγα­πάω την Κα­τε­ρί­να.

«Είναι πολλά τα χρό­νια. Δεν έχω μάθει πώς είναι να σε αγα­πά­ει ένας σύ­ντρο­φος, να σε φρο­ντί­ζει, να σε πε­ρι­ποιεί­ται. Θα το μάθω όμως κι αυτό. Πρώτα θα μάθω να αγα­πάω την Κα­τε­ρί­να».

»Όποια το έχει ζήσει και έχει βγει από αυτό, πρέ­πει να φω­νά­ξει: Ξυ­πνή­στε, μπο­ρεί­τε να τα κα­τα­φέ­ρε­τε! Η δικιά μας γενιά θα το κάνει αυτό, είμαι σί­γου­ρη. Έχει χυθεί πάρα πολύ γυ­ναι­κείο αίμα, και δεν το άξιζε καμία από αυτές τις γυ­ναί­κες. Και ελ­πί­ζω η δική μας γενιά να με­γα­λώ­σει άντρες όμορ­φους, υγιείς, όχι βί­αιους, άντρες που κλαί­νε. Φτά­νει πια να κρύ­βου­με τα προ­βλή­μα­τα κάτω από το χαλί. Φτά­νει πια η σιωπή».

*Τα ονό­μα­τα έχουν αλ­λα­χθεί για την προ­στα­σία των προ­σω­πι­κών στοι­χεί­ων όλων των εμπλε­κό­με­νων.

Πε­ρισ­σό­τε­ρες αλη­θι­νές ιστο­ρί­ες κα­κο­ποί­η­σης από το marieclaire.gr:

Η «Μαρία», μη­τέ­ρα τριών κο­ρι­τσιών, σχε­δόν εξα­να­γκά­στη­κε από τον κα­κο­ποι­η­τι­κό σύ­ντρο­φό της να κάνει έκτρω­ση στους 6,5 μήνες της εγκυ­μο­σύ­νης της, με κίν­δυ­νο ακόμα και τη ζωή της, επει­δή θα έκανε ξανά κο­ρί­τσι, δια­ψεύ­δο­ντας την προσ­δο­κία του για έναν «αρ­σε­νι­κό διά­δο­χο». Σύ­ζυ­γος ενός «επι­φα­νού και αξιο­θαύ­μα­στου στους τρί­τους άντρα» όπως τον πε­ρι­γρά­φει, κα­τά­φε­ρε μετά από πάνω από μία δε­κα­ε­τία να δρα­πε­τεύ­σει με τα παι­διά της και, ου­σια­στι­κά, να ανα­γεν­νη­θεί. Δια­βά­στε την ιστο­ρία της εδώ.

Η «Ελένη» ένιω­θε ότι ο κα­κο­ποι­η­τι­κός σύ­ντρο­φός της ήταν όλη της η ζωή, μέχρι που εκεί­νος πα­ρα­λί­γο να την πνί­ξει, ένα βράδυ, σε ένα ξε­νο­δο­χείο στη μέση του που­θε­νά. Τότε έγινε το «κλικ» μέσα της που την κι­νη­το­ποί­η­σε να δρα­πε­τεύ­σει. Σή­με­ρα προ­σπα­θεί να επου­λώ­σει τις ψυ­χι­κές πλη­γές της και έχει ξε­κι­νή­σει μια νέα, υγιή σχέση – μά­λι­στα για πρώτη φορά στη ζωή της πήρε την από­φα­ση να συ­γκα­τοι­κή­σει με το σύ­ντρο­φό της. Δια­βά­στε την αλη­θι­νή ιστο­ρία της εδώ.

Πηγή marieclaire.gr

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.