ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Ερευνα ΓΣΕΒΕΕ: Αγκομαχούν οι μικρές επιχειρήσεις εστίασης – Προβλήματα ρευστότητας και χρέη

news room 7 λεπτά ανάγνωση
εστιαση

Οι μεγα­λύ­τε­ρες επι­χει­ρή­σεις καθώς και αυτές που ανήκουν σε νησιω­τι­κές περιο­χές παρου­σιά­ζουν καλύ­τερη εικόνα σε σχέση με τις υπό­λοι­πες επι­χει­ρή­σεις ως προς τη ζήτηση

Προ­βλή­ματα ρευ­στό­τη­τας αντι­με­τω­πί­ζουν οι μικρές επι­χει­ρή­σεις, ειδικά στην εστίαση, όπου το ποσοστό εκείνων που δεν έχουν ταμειακά δια­θέ­σιμα ή τα ταμειακά δια­θέ­σιμα επαρ­κούν το πολύ για ένα μήνα ανέρ­χε­ται στο 58,8%, σύμφωνα με τα ευρή­ματα της εξα­μη­νιαίας έρευνας της ΓΣΕΒΕΕ που δημο­σιεύει το ΑΠΕ-ΜΠΕ.

Οι επι­χει­ρή­σεις εστί­α­σης φαί­νε­ται πως με διαφορά αντι­με­τω­πί­ζουν το μεγα­λύ­τερο πρό­βλημα υπερ­χρέ­ω­σης καθώς το 38,2% αυτών έχει δυο ή και περισ­σό­τε­ρες ληξι­πρό­θε­σμες οφειλές, ενώ σύμφωνα με τα ευρή­ματα, οι μεγα­λύ­τε­ρες επι­χει­ρή­σεις αύξησαν περισ­σό­τερο τις τιμές τους.

Ωστόσο, από την έρευνα προ­κύ­πτει ότι πιο αισιό­δο­ξες εμφα­νί­ζο­νται οι μικρο­με­σαίες επι­χει­ρή­σεις το πρώτο εξάμηνο του 2023 σε σχέση με το προη­γού­μενο εξάμηνο.

Από τις απα­ντή­σεις που επε­ξερ­γά­στηκε η Γενική Συνο­μο­σπον­δία Επαγ­γελ­μα­τιών Βιο­τε­χνών Εμπόρων Ελλάδος (ΓΣΕΒΕΕ) στο πλαίσιο της εξα­μη­νιαίας έρευνας που πραγ­μα­το­ποιεί από το 2009, προ­κύ­πτει ότι το πλήρες άνοιγμα της οικο­νο­μίας, η καλή του­ρι­στική περί­ο­δος και τα μέτρα στή­ρι­ξης που εφαρ­μό­στη­καν ήταν οι παρά­γο­ντες για την περαι­τέρω άνοδο του θετικός κλί­μα­τος.

Σύμφωνα με τα στοι­χεία, ο Δείκτης Οικο­νο­μι­κού Κλί­μα­τος των μικρών και πολύ μικρών επι­χει­ρή­σεων ενι­σχύ­θηκε περαι­τέρω το δεύτερο εξάμηνο του 2022 και δια­μορ­φώ­θηκε στις 69,5 μονάδες απο­τε­λώ­ντας την υψη­λό­τερη επίδοση που έχει κατα­γρα­φεί σε έρευνα κλί­μα­τος του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ.

Σύμφωνα με τα στοι­χεία, οι προσ­δο­κίες των ελλη­νι­κών ΜμΕ, μετά από 2 εξάμηνα υπο­χώ­ρη­σης αυξά­νο­νται. Ειδι­κό­τερα και όσον αφορά το πρώτο εξάμηνο του 2023, ο δείκτης προσ­δο­κιών των ΜμΕ ο οποίος απο­τε­λεί­ται από το άθροι­σμα των θετικών και στα­θε­ρών προσ­δο­κιών αυξαί­νε­ται στις 66,5 μονάδες, χωρίς ωστόσο να προ­σεγ­γί­ζει τα προ παν­δη­μίας επίπεδα κάτι που ερμη­νεύ­ε­ται ως προϊόν της ευρύ­τε­ρης αβε­βαιό­τη­τας που κυριαρ­χεί.

Πάντως, σε ό,τι αφορά στους δείκτες αβε­βαιό­τη­τας και βιω­σι­μό­τη­τας, σημα­ντική υπο­χώ­ρηση κατά 10 περίπου μονάδες παρου­σιά­ζει ο δείκτης αβε­βαιό­τη­τας των μικρών και πολύ μικρών επι­χει­ρή­σεων προ­σεγ­γί­ζο­ντας το προ παν­δη­μίας επίπεδο. Συγκε­κρι­μένα, το 28,7% εκφρά­ζει φόβο για ενδε­χό­μενη διακοπή της δρα­στη­ριό­τη­τάς του στο μέλλον ενώ απο­κλι­μά­κωση παρου­σιά­ζει και ο δείκτης βιω­σι­μό­τη­τας καθώς υπο­χω­ρεί στο 3,6% (από 6,5% το προη­γού­μενο εξάμηνο) των επι­χει­ρή­σεων που κιν­δυ­νεύ­ουν άμεσα με λουκέτο.

Σημειώ­νε­ται ότι η έρευνα είναι η πρώτη για το 2023 που διε­ξά­γει το Ινστι­τούτο Μικρών Επι­χει­ρή­σεων της ΓΣΕΒΕΕ σε εξα­μη­νιαία βάση. Η έρευνα πραγ­μα­το­ποι­ή­θηκε από την εταιρία MARC σε πανελ­λα­δικό δείγμα 804 μικρών και πολύ μικρών επι­χει­ρή­σεων (0-49 άτομα προ­σω­πικό), το διά­στημα 27 Ιανουα­ρίου έως 15 Φεβρουα­ρίου 2023.

Κύκλος εργα­σιών

Ο κύκλος εργα­σιών, σύμφωνα με τις πλη­ρο­φο­ρίες του ΑΠΕ-ΜΠΕ για τα ευρή­ματα της έρευνας, το Β’ εξάμηνο του 2022 μπορεί να χαρα­κτη­ρι­στεί ως ισορ­ρο­πη­μέ­νος καθώς το ποσοστό των επι­χει­ρή­σεων που δήλωσαν ότι είχαν αύξηση είναι ακριβώς ίδιο με αυτών που δήλωσαν μείωση (33,3%), ενώ 32,1% δήλωσε πως δεν μετα­βλή­θηκε.

Για τις επι­χει­ρή­σεις που δήλωσαν αύξηση κύκλου εργα­σιών (33,3%) ο μέσος όρος αύξησης ήταν 18,8%, ενώ για τις επι­χει­ρή­σεις που δήλωσαν μείωση κύκλου εργα­σιών (33,3%) ο μέσος όρος μείωσης ήταν 27,4%.

Η εικόνα εμφα­νί­ζε­ται καλύ­τερη για τη μετα­ποί­ηση και τις υπη­ρε­σίες και σαφώς χει­ρό­τερη στο εμπόριο ενώ οι μεγα­λύ­τε­ρες επι­χει­ρή­σεις που δήλωσαν αύξηση κύκλου εργα­σιών είναι ανα­λο­γικά περισ­σό­τε­ρες σε σχέση με τις μικρό­τε­ρες ενώ το αντί­στροφο ισχύει για όσες δήλωσαν μείωση.

Ζήτηση – Παραγ­γε­λίες προς προ­μη­θευ­τές

Το 36,4% των μικρών και πολύ μικρών επι­χει­ρή­σεων δήλωσε ότι η ζήτηση αυξή­θηκε το δεύτερο εξάμηνο του 2022, το 32,3% δήλωσε πως παρέ­μεινε η ίδια, ενώ το 31,2% δήλωσε ότι μειώ­θηκε.

Οι μεγα­λύ­τε­ρες επι­χει­ρή­σεις καθώς και αυτές που ανήκουν σε νησιω­τι­κές περιο­χές παρου­σιά­ζουν καλύ­τερη εικόνα σε σχέση με τις υπό­λοι­πες επι­χει­ρή­σεις ως προς την ζήτηση.

Επι­πλέον, το 30,5% των μικρών και πολύ μικρών επι­χει­ρή­σεων δήλωσε αύξηση των παραγ­γε­λιών προς προ­μη­θευ­τές το δεύτερο εξάμηνο του 2022, το 33,2% δήλωσε πως δεν μετα­βλή­θη­καν, ενώ το 35,7% μείωσε τις παραγ­γε­λίες του.

Ρευ­στό­τητα – Ταμειακά δια­θέ­σιμα

Το 41,5% των μικρών και πολύ μικρών επι­χει­ρή­σεων δήλωσε μείωση της ρευ­στό­τη­τας του σε αντί­θεση με το 25,6% που δήλωσε αύξηση και οι μεγα­λύ­τε­ρες επι­χει­ρή­σεις είναι αυτές που παρου­σιά­ζουν πολύ καλύ­τερα στοι­χεία σε σχέση με τις μικρό­τε­ρες επι­χει­ρή­σεις ενώ καλύ­τερη εικόνα παρου­σιά­ζουν και οι επι­χει­ρή­σεις σε νησιω­τι­κές περιο­χές.

Στο μεταξύ, ιδιαί­τερα δύσκολη παρα­μέ­νει η κατά­σταση για ένα πολύ μεγάλο μέρος των μικρών και πολύ μικρών επι­χει­ρή­σεων όσον αφορά τα ταμειακά δια­θέ­σιμα.

Το 28% των επι­χει­ρή­σεων έχουν μηδε­νικά ρευστά δια­θέ­σιμα και για το 22,4% των επι­χει­ρή­σεων τα ταμειακά δια­θέ­σιμα επαρ­κούν το πολύ για ένα μήνα.

Σημειώ­νε­ται ότι τα μεγα­λύ­τερα προ­βλή­ματα ρευ­στό­τη­τας αντι­με­τω­πί­ζουν οι μικρό­τε­ρες – με βάση τον αριθμό εργα­ζο­μέ­νων και τον κύκλο εργα­σιών – επι­χει­ρή­σεις, ενώ πολύ σοβαρό πρό­βλημα αντι­με­τω­πί­ζουν οι επι­χει­ρή­σεις εστί­α­σης όπου το ποσοστό εκείνων που δεν έχουν ταμειακά δια­θέ­σιμα ή τα ταμειακά δια­θέ­σιμα επαρ­κούν το πολύ για ένα μήνα ανέρ­χε­ται στο 58,8%.

Απα­σχό­ληση

Το ισο­ζύ­γιο προσλήψεων-απολύσεων είναι θετικό για όλους τους κλάδους με το 9,3% των επι­χει­ρή­σεων να δηλώ­νουν αύξηση προ­σω­πι­κού το δεύτερο εξάμηνο του 2022 έναντι 7,6% που δήλωσαν μείωση.

Θετικές εμφα­νί­στη­καν οι εκτι­μή­σεις για το πρώτο εξάμηνο του 2023 καθώς το 16,1% των επι­χει­ρή­σεων δήλωσαν ότι θα προ­σλά­βουν προ­σω­πικό έναντι 4% που δήλωσε ότι θα μειώσει.

Επεν­δύ­σεις

Περισ­σό­τε­ρες από 1 στις 3 μικρές και πολύ μικρές επι­χει­ρή­σεις (36,8%) πραγ­μα­το­ποί­η­σαν κάποια μορφής επέν­δυση κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2022. Γενικά οι επεν­δύ­σεις είναι αυξη­μέ­νες σε σύγκριση με την έρευνα του προη­γού­με­νου εξα­μή­νου (29,8%).

Το 21,6% πραγ­μα­το­ποί­ησε επεν­δύ­σεις σε τεχνο­λο­γικό εξο­πλι­σμό και ψηφια­κές τεχνο­λο­γίες, το 20,5% επεν­δύ­σεις σε μηχα­νο­λο­γικό εξο­πλι­σμό και λοιπά μηχα­νή­ματα, το 10,8% σε κτι­ρια­κές εγκα­τα­στά­σεις και λοιπό εξο­πλι­σμό και το 9,2% για κατάρ­τιση και εκπαί­δευση προ­σω­πι­κού.

Εκτι­μά­ται ότι υπάρχει μία σαφής θετική σχέση μεταξύ των επι­χει­ρή­σεων που δήλωσαν ότι έχουν πραγ­μα­το­ποι­ή­σει επεν­δύ­σεις και του μεγέ­θους τους σε όρους αριθμού εργα­ζο­μέ­νων και κύκλου εργα­σιών.

Σημειώ­νε­ται ότι, παρά τα αυξη­μένα ποσοστά επι­χει­ρή­σεων που δήλωσαν ότι έχουν κάνει επεν­δύ­σεις αυτές ήταν μικρής κλί­μα­κας. Για 1 στις 2 επι­χει­ρή­σεις (51,7%) που πραγ­μα­το­ποί­η­σαν επεν­δύ­σεις το ύψος της επέν­δυ­σης ήταν έως 5.000 ευρώ.

Το πρό­βλημα της πρό­σβα­σης σε χρη­μα­το­δό­τηση για επεν­δύ­σεις παρα­μέ­νει έντονο με τις 8 στις 10 επι­χει­ρή­σεις (80,5%) που πραγ­μα­το­ποί­η­σαν επεν­δύ­σεις να τις έχουν χρη­μα­το­δο­τή­σει με ίδιους πόρους. Το 11,4% τις χρη­μα­το­δό­τησε μέσω προ­γραμ­μά­των χρη­μα­το­δό­τη­σης ενώ μόλις το 3,9% μέσω τρα­πε­ζι­κού δανει­σμού.

Τιμές

Το 49,1% των μικρών και πολύ μικρών επι­χει­ρή­σεων δήλωσε ότι αύξησε τις τιμές του το δεύτερο εξάμηνο του 2022. Υπο­γραμ­μί­ζε­ται ότι, το ποσοστό αυτό αν και είναι μειω­μένο σε σχέση με το πρώτο εξάμηνο του έτους (59,2%) κρί­νε­ται ως εξαι­ρε­τικά υψηλό.

Τα μεγα­λύ­τερα ποσοστά επι­χει­ρή­σεων που δήλωσαν ότι αύξησαν τις τιμές τους εντο­πί­ζο­νται στις μεγα­λύ­τε­ρες επι­χει­ρή­σεις. Συγκε­κρι­μένα το 64% των επι­χει­ρή­σεων με τζίρο πάνω από 300.000 ευρώ και το 58,6% των επι­χει­ρή­σεων με πάνω από 5 άτομα προ­σω­πικό δήλωσαν ότι έκαναν αύξηση τιμών, ενώ τα αντί­στοιχα ποσοστά για τις επι­χει­ρή­σεις με έως 50.000 ευρώ τζίρο και χωρίς προ­σω­πικό είναι 33,9% και 38,7% αντί­στοιχα. Σε κλαδικό επίπεδο είχαμε σαφώς μικρό­τερα ποσοστά επι­χει­ρή­σεων που αύξησαν τις τιμές τους στους κλάδους των υπη­ρε­σιών (36,7%) σε σχέση με τις επι­χει­ρή­σεις στην μετα­ποί­ηση (57,9%) και το εμπόριο (56,1%).

Επι­πτώ­σεις ανα­τι­μή­σεων

Οι αρνη­τι­κές επι­πτώ­σεις των ανα­τι­μή­σεων για το κόστος λει­τουρ­γίας των επι­χει­ρή­σεων που είχαν κατα­γρα­φεί στις 2 προη­γού­με­νες έρευνες του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ συνε­χί­ζο­νται αλλά με σημα­ντικά μειω­μένη ένταση.

Το δεύτερο εξάμηνο του 2022 αυξή­θη­καν μεσο­σταθ­μικά: το κόστος ενέρ­γειας κατά 53,6%, το κόστος προ­μή­θειας πρώτων υλών και εμπο­ρευ­μά­των κατά 26,4%, το κόστος καυ­σί­μων οχη­μά­των κατά 28,8% και το κόστος προ­μή­θειας εξο­πλι­σμού και μηχα­νη­μά­των κατά 11,8%.

Υποχρεώσεις-οφειλές

Μειώ­νο­νται και οι ληξι­πρό­θε­σμες οφειλές. Το 36,9% των μικρών και πολύ μικρών επι­χει­ρή­σεων έχει του­λά­χι­στον μία ληξι­πρό­θε­σμη οφειλή, ποσοστό χαμη­λό­τερο σε σχέση όχι μόνο με τις προη­γού­με­νες έρευνες που έγιναν κατά τη διάρ­κεια της υγειο­νο­μι­κής και ενερ­γεια­κής κρίσης, αλλά και σε σύγκριση με τα προ παν­δη­μίας στοι­χεία (38,7% τον Φεβρουά­ριο του 2020).

Μείωση κατα­γρά­φε­ται και στα ποσοστά των επι­χει­ρή­σεων με πολ­λα­πλές ληξι­πρό­θε­σμες οφειλές. Συγκε­κρι­μένα οι μικρές και πολύ μικρές επι­χει­ρή­σεις με 2 ή και περισ­σό­τε­ρες ληξι­πρό­θε­σμες οφειλές υπο­χω­ρούν στο 23% έναντι 25,9% που ήταν το προη­γού­μενο εξάμηνο. Ωστόσο, ο βαθμός υπερ­χρέ­ω­σης των μικρών και πολύ μικρών δια­φο­ρο­ποιεί­ται ανάλογα με τον κλάδο και το μέγεθος των επι­χει­ρή­σεων. Οι επι­χει­ρή­σεις εστί­α­σης φαί­νε­ται πως με διαφορά αντι­με­τω­πί­ζουν το μεγα­λύ­τερο πρό­βλημα υπερ­χρέ­ω­σης καθώς το 38,2% αυτών έχει δυο ή και περισ­σό­τε­ρες ληξι­πρό­θε­σμες οφειλές. Ακο­λου­θούν οι επι­χει­ρή­σεις χωρίς προ­σω­πικό (26,8%) και οι επι­χει­ρή­σεις με ετήσιο κύκλο εργα­σιών έως 50.000 ευρώ (28,8%).

Για κάθε κατη­γο­ρία υπο­χρε­ώ­σεων, τα ευρή­ματα της έρευνας είναι τα εξής:

το 15,3% των μικρών και πολύ μικρών επι­χει­ρή­σεων δήλωσε πως έχει ληξι­πρό­θε­σμες οφειλές προς τον πρώην ΟΑΕΕ,

το 13,9% δήλωσε πως έχει ληξι­πρό­θε­σμες οφειλές σε λογα­ρια­σμούς ενέρ­γειας,

το 18% δήλωσε πως έχει ληξι­πρό­θε­σμες οφειλές προς προ­μη­θευ­τές,

το 15,2% δήλωσε πως έχει ληξι­πρό­θε­σμες οφειλές προς την εφορία,

το 11,4% δήλωσε πως έχει ληξι­πρό­θε­σμες οφειλές ενοι­κίου. Σημειώ­νε­ται ότι από τις επι­χει­ρή­σεις που έχουν ενοίκιο (το 66,2% του συνόλου των επι­χει­ρή­σεων), το ποσοστό των επι­χει­ρή­σεων που δήλωσαν ότι έχουν ληξι­πρό­θε­σμες οφειλές ενοι­κίου αντι­στοι­χεί στο 16,9%.

Το 8,7% δήλωσε πως έχει ληξι­πρό­θε­σμες οφειλές σε λοιπούς λογα­ρια­σμούς (νερό, τηλε­φω­νία κ.λπ.),

το 10,8% δήλωσε πως έχει ληξι­πρό­θε­σμες τρα­πε­ζι­κές οφειλές. Σημειώ­νε­ται ότι από τις επι­χει­ρή­σεις που έχουν τρα­πε­ζικά δάνεια (το 45,6% του συνόλου των επι­χει­ρή­σεων), το ποσοστό των επι­χει­ρή­σεων που δήλωσε ότι έχει ληξι­πρό­θε­σμες τρα­πε­ζι­κές οφειλές αντι­στοι­χεί στο 23,7%.

Το 7% δήλωσε πως έχει ληξι­πρό­θε­σμες οφειλές προς το πρώην ΙΚΑ.

Πηγή imerisia.gr

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.