Τοπικές Ειδήσεις

Η απολογία του Ουκρανού κατηγορούμενου για τη δολοφονία του Κωνσταντίνου Τσιαντή

• Αρνήθηκε κάθε εμπλοκή, περιέγραψε άλλοθι για την ημέρα της κρίσιμης χρονικής περιόδου και δήλωσε ότι δεν μπορεί να εξηγήσει πώς η δική του sim κάρτα βρέθηκε σε συσκευή που συνδέεται με το θύμα

Η υπόθεση του θανάτου του Κωνσταντίνου Τσιαντή περνά σε ένα κομβικό σημείο, καθώς χθες, ο 49χρονος κατηγορούμενος, υπήκοος Ουκρανίας, κρίθηκε προσωρινά κρατούμενος μετά την απολογία του ενώπιον του Β’ Τακτικού Ανακριτή.
Οπως έγραψε η «δημοκρατική» ο 49χρονος συνελήφθη στο Μόναχο στις 22 Ιανουαρίου 2026, με ένταλμα στο πλαίσιο του SIRENE και μετήχθη στην Ρόδο.
Η ανακριτική διαδικασία πλέον εστιάζει όχι μόνο στην ανασύσταση του χρονικού, αλλά και στη συνοχή των ισχυρισμών, στη διασταύρωση των στοιχείων και στη βαρύτητα των δεδομένων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο, με την υπεράσπιση να θέτει ως κεντρική γραμμή την πλήρη αποσύνδεσή του από το έγκλημα.
Η κατηγορηματική άρνηση και ο ισχυρισμός ότι δεν γνωρίζει τίποτα
Απολογούμενος ενώπιον του Β’ Τακτικού Ανακριτή, ο 49χρονος αρνήθηκε κατηγορηματικά οποιαδήποτε εμπλοκή στη δολοφονία του Κωνσταντίνου Τσιαντή. Υποστήριξε ότι δεν γνωρίζει κάτι για το έγκλημα και ότι δεν έχει καμία σχέση με όσα του αποδίδονται.
Στο πλαίσιο των ισχυρισμών του, παρουσίασε εκδοχή κινήσεων για την επίμαχη ημέρα, αναφέροντας ότι είχε συναντηθεί περί ώρα 15:00 με φίλο του ονόματι Παναγιώτη και ότι παρέμειναν μαζί στο κέντρο της Ρόδου μέχρι το βράδυ. Η αναφορά αυτή τέθηκε ως βασικός άξονας για την αποτύπωση μιας εικόνας καθημερινής δραστηριότητας που, κατά τον ίδιο, δεν συνδέεται με εγκληματική πράξη.
Παράλληλα, επανέφερε τη σχέση του με το θύμα, επιδιώκοντας να δείξει ότι δεν υπήρχε υπόβαθρο που να δικαιολογεί, κατά τον ισχυρισμό του, την αποδιδόμενη πράξη.
Ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι είχε μεταβεί σε εταιρεία ενοικίασης αυτοκινήτων μαζί με τον Κωνσταντίνο Τσιαντή για να πάρουν αυτοκίνητο, υποστηρίζοντας ότι δεν μίσθωναν στον Τσιαντή επειδή, όπως είπε, τα χτυπούσε. Περιέγραψε τη σχέση τους ως φιλική και επαγγελματική και δήλωσε ότι δεν είχαν οικονομικές διαφορές, προσθέτοντας ότι, ακόμη και αν υπήρχαν καθυστερήσεις, ο Τσιαντής τον πλήρωνε.
Στο ίδιο πλαίσιο, αρνήθηκε ότι υπήρξαν εντάσεις τέτοιου τύπου που να συνδέονται με κίνητρο, αρνούμενος επίσης ότι υπήρξε εμπλοκή του σε πράξεις που είχαν αναφερθεί στο παρελθόν γύρω από την οικία του θύματος.
Σημαντικό μέρος της απολογίας του αφορούσε περιστατικά που προηγήθηκαν του θανάτου του ξενοδόχου. Ο 49χρονος αρνήθηκε ότι είχε γράψει συνθήματα στην οικία του Κωνσταντίνου Τσιαντή και αρνήθηκε ότι τον έκλεψε. Υποστήριξε ότι ο Τσιαντής του είχε πει πως τον είχε θεωρήσει ύποπτο για κλοπή εις βάρος του και ότι τον είχε καταγγείλει.
Ο κατηγορούμενος πρόσθεσε ότι, όταν έγινε η κλοπή, είχε βρει τον Τσιαντή χτυπημένο στο πρόσωπο, όμως δήλωσε ότι ο ίδιος δεν θεωρούσε πως έλεγε αλήθεια για όσα περιέγραφε. Επικαλέστηκε, όπως ανέφερε, παρατηρήσεις που τον έκαναν να αμφισβητήσει την εκδοχή της διάρρηξης, λέγοντας ότι εντός της οικίας παρέμεναν πράγματα αξίας, ενώ, όπως υποστήριξε, ο Τσιαντής του είχε πει ότι οι κλέφτες μπήκαν από παράθυρο, το οποίο, κατά τον ίδιο, ήταν κλειστό και δεν είχε ενδείξεις παραβίασης.
Παράλληλα, ο 49χρονος ανέφερε ότι το θύμα είχε διαφορές με πολλά άτομα, χωρίς να προσδιορίσει ποιοι ήταν αυτοί και χωρίς να δηλώσει γνώση για την ταυτότητά τους, διατυπώνοντας έτσι μια γενικότερη εικόνα περί ανοιχτών αντιπαραθέσεων του θύματος.


Στο επίκεντρο της ανακριτικής αξιολόγησης βρίσκονται και οι τηλεφωνικές κινήσεις που αποτυπώνονται στη δικογραφία. Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν εκείνος που τηλεφώνησε στην κοπέλλα στο γραφείο ενοικιάσεων. Επίσης, αναφέρθηκε σε κλήση προς τον ευρωπαϊκό αριθμό έκτακτης ανάγκης 112, υποστηρίζοντας ότι, από το τηλέφωνο του Κωνσταντίνου Τσιαντή, μάλλον έγινε μία κλήση στον συγκεκριμένο αριθμό, τονίζοντας ότι ο αριθμός λειτουργεί ακόμη και χωρίς sim κάρτα.
Σύμφωνα με την εκδοχή που παρέθεσε, κάποιος κάλεσε και είπε «είμαι εδώ, έχει γίνει ένα τροχαίο, είναι ο τάδε», αλλά, όπως υποστήριξε, δεν δέχτηκαν το τηλεφώνημα επειδή ο τηλεφωνητής δεν έδινε τα στοιχεία του. Στη συνέχεια, ανέφερε ότι ακολούθησε δεύτερη κλήση από άντρα προς τον ίδιο αριθμό, με σκοπό να πάνε να βρουν το πτώμα. Ο ίδιος αρνήθηκε κάθε σχέση με τις κλήσεις και με το περιεχόμενό τους.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί το ζήτημα της sim κάρτας. Ο 49χρονος ανέφερε ότι, κάποια στιγμή, μέσω της συσκευής του Κωνσταντίνου Τσιαντή μπήκε η δική του sim κάρτα. Όταν ερωτήθηκε πώς έγινε αυτό και πώς βρέθηκε η sim κάρτα του στο τηλέφωνο του θύματος, εκείνος δήλωσε ότι δεν ξέρει και δεν μπορεί να το εξηγήσει.
Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ακόμη ότι ήταν εκείνος που φάνηκε να οδηγεί τη μοτοσυκλέτα στην επαρχιακή οδό. Υποστήριξε ότι είχε ενημερώσει το Αστυνομικό Τμήμα Ιαλυσού για παραβίαση των περιοριστικών όρων που του είχαν επιβληθεί, συνδέοντας το θέμα με καθυστέρηση στην έκδοση ασύλου από τις Γερμανικές αρχές.
Το χρονικό της εξαφάνισης και η ανατροπή της αρχικής εικόνας
Στις 20:00 της 07 Μαΐου 2025, αστυνομικοί με τη συνδρομή εθελοντών του Silver Alert εντόπισαν σε γκρεμό παραπλεύρως της επαρχιακής οδού Παστίδας Καλυθιών, στην περιοχή Πασαούτια, το πτώμα του 64χρονου και τη δίκυκλη μοτοσικλέτα που είχε μισθώσει. Η εικόνα της χαράδρας, με το δίκυκλο δίπλα στο σώμα και χωρίς άμεσα εμφανή σημάδια σύγκρουσης, αρχικά μπορούσε να παραπέμπει σε αφήγημα τροχαίου. Στην πορεία, όμως, η αξιολόγηση των αρχών διαφοροποιήθηκε.
Οι αρχές κατέληξαν ότι ο θάνατος οφείλεται σε ανθρωποκτονία με πρόθεση και προσδιόρισαν συγκεκριμένο χρονικό παράθυρο τέλεσης, από τις 20:40 της 01 Μαΐου 2025 έως τις 03:14 της 02 Μαΐου 2025.
Στα στοιχεία αναφέρεται ότι η μοτοσικλέτα βρέθηκε σβησμένη, τα κλειδιά ήταν πεταμένα λίγα μέτρα πιο δίπλα και η μηχανή ήταν πάνω στο πτώμα, ενώ γίνεται λόγος για εκτίμηση ότι η πιθανότητα να προκύψει τέτοια εικόνα σε τροχαίο χαρακτηρίζεται μηδενική. Επιπλέον, καταγράφεται ότι στην αυτοψία δεν βρέθηκαν σημάδια από σύρσιμο της μηχανής μέχρι να καταλήξει σε γκρεμό 7 μέτρων, στοιχείο που, σύμφωνα με το σκεπτικό που αποτυπώνεται, ενισχύει την εκδοχή ότι το σκηνικό στήθηκε.
Στο ίδιο πλαίσιο, η ιατροδικαστική εκτίμηση που περιλαμβάνεται στη δικογραφία αποδίδει τον θάνατο σε ασφυξία και όχι σε τροχαίο. Παράλληλα, αναφέρεται ότι δεν εντοπίστηκαν κακώσεις που να δικαιολογούνται από πτώση από ύψος ή κατάγματα τροχαίου, ενώ εντοπίστηκαν κακώσεις στο κεφάλι και τον αυχένα από θλων όργανο. Επιπλέον, αναφέρεται ότι το θύμα δεν είχε καταναλώσει αλκοόλ, στοιχείο που αξιολογείται ως πρόσθετη παράμετρος σε σχέση με την αρχική προσπάθεια ερμηνείας των γεγονότων.
Το μήνυμα που κινητοποίησε υποψίες από νωρίς
Στις 01 Μαΐου 2025 η σύζυγος του θύματος έλαβε γραπτό μήνυμα. Η ίδια, σύμφωνα με όσα έχουν καταγραφεί, εξήγησε στους αστυνομικούς ότι ο σύζυγός της δεν χρησιμοποιούσε ποτέ σημεία στίξεως στα μηνύματα που έστελνε, ενώ πρόσθεσε ότι δεν είχε κανένα γνωστό στη Λίνδο για να πάει εκεί. Η ασυνήθιστη μορφή του μηνύματος αξιολογήθηκε ως λεπτομέρεια που δεν ταίριαζε με τη συνήθη επικοινωνιακή του συμπεριφορά και συνέβαλε στην ενίσχυση των ερωτημάτων γύρω από τις πραγματικές κινήσεις του.
Στη δικογραφία αποτυπώνεται ότι το θύμα και ο κατηγορούμενος φέρονται να γνωρίστηκαν πριν 4 χρόνια, όταν ο 49χρονος υπήκοος Ουκρανίας είχε πάει ως πελάτης στο ξενοδοχείο του Κωνσταντίνου Τσιαντή. Στη συνέχεια, σύμφωνα με τα στοιχεία, υπήρξε συνεργασία για περίπου 4 χρόνια, με εργασίες είτε στην επιχείρηση είτε στο σπίτι.
Αναφέρεται ότι τον Μάρτιο του 2025 υπήρξε συνεργασία στην ανακαίνιση που θα γίνονταν στο ξενοδοχείο, ενώ καταγράφεται ότι ο κατηγορούμενος ήθελε να αγοράσει το ξενοδοχείο, το οποίο όμως ο 64χρονος σκεφτόταν να πουλήσει σε άλλον επιχειρηματία στη Ρόδο. Σε άλλη αποτύπωση, σημειώνεται αναφορά σε προφορική συμφωνία συνεκμετάλλευσης, με επακόλουθη διαφορετική συμφωνία του θύματος με μεγάλο ξενοδοχείο του νησιού, στοιχείο που, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που έχουν καταγραφεί, όξυνε τη σύγκρουση. Οι αστυνομικοί εκτιμούν ότι το κίνητρο ήταν οικονομικό, αξιολόγηση που ο κατηγορούμενος απορρίπτει μέσω της δικής του εκδοχής περί απουσίας οικονομικών διαφορών.
Οι κάμερες, οι μαρτυρίες και οι αντιφάσεις που περιγράφονται
Στα στοιχεία της έρευνας περιλαμβάνεται μαρτυρία ότι οι 2 άνδρες έτρωγαν μαζί την ημέρα που συνδέεται με τη δολοφονία σε μεζεδοπωλείο, ενώ ο κατηγορούμενος φέρεται να είχε δηλώσει ότι δεν τον είχε συναντήσει. Επιπλέον, αναφέρεται ότι κάμερα κυκλοφορίας στην επαρχιακή οδό Παστίδας έχει καταγράψει τον κατηγορούμενο να κινείται σε σημείο που συνδέεται με τον τόπο ανεύρεσης του θύματος και της μοτοσικλέτας, ενώ και σε αυτή την ερώτηση, σύμφωνα με όσα περιλαμβάνονται, είχε απαντήσει αρνητικά. Στην απολογία του, όπως προκύπτει από τα όσα δήλωσε, επιμένει ότι δεν ήταν εκείνος που οδηγούσε μοτοσυκλέτα στο συγκεκριμένο σημείο.
Ειδικό βάρος δίνεται στη δικογραφία σε τηλεφώνημα προς την εταιρεία ενοικίασης του δικύκλου. Σύμφωνα με τα καταγεγραμμένα, ο κατηγορούμενος φέρεται να τηλεφώνησε στον ιδιοκτήτη του δικύκλου από τον οποίο το είχε νοικιάσει ο Κωνσταντίνος Τσιαντής και να υπέδειξε το σημείο όπου βρισκόταν το μηχανάκι, στον γκρεμό των 7 μέτρων όπου φέρεται να το είχαν πετάξει.
Κατά την περιγραφή, ο ιδιοκτήτης ζήτησε αριθμό κυκλοφορίας, αλλά ο άνδρας στην άλλη γραμμή απάντησε ότι ήταν πολύ βαθιά και δεν μπορούσε να τον διακρίνει. Όταν ερωτήθηκε πώς ξέρει ότι είναι της συγκεκριμένης εταιρείας, φέρεται να απάντησε ότι είδε αυτοκόλλητο, ενώ σημειώνεται ότι, όπως διαπιστώθηκε, δεν υπήρχε σε εμφανές σημείο αυτοκόλλητο με την επωνυμία και ότι το δίκυκλο ήταν σε βάθος 7 μέτρων και αναποδογυρισμένο. Ο κατηγορούμενος, από την πλευρά του, αρνείται ότι τηλεφώνησε στην κοπέλλα στο γραφείο ενοικιάσεων και απορρίπτει κάθε σύνδεση με σχετικές κλήσεις.
Σύμφωνα με στοιχεία που συνοδεύουν την υπόθεση, μετά το περιστατικό ο 49χρονος φέρεται να έφυγε από σημείο που συνδέεται με το συμβάν με ταξί, με τον οδηγό να τον αναγνωρίζει αργότερα. Καταγράφεται επίσης ότι, καθώς ο κλοιός στένευε, φέρεται να άλλαξε τηλεφωνική συσκευή ή σύνδεση πριν εμφανιστεί στις αρχές. Στη συνέχεια, αναφέρεται ότι, στις 13 Νοεμβρίου 2025, έφυγε από τη Ρόδο με πλοίο και δεν επέστρεψε, ενώ από τον Νοέμβριο του 2025 φέρεται να σταμάτησε να εμφανίζεται στο αστυνομικό τμήμα, παρά την ύπαρξη περιοριστικών όρων.
Ως συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου παρέστη η δικηγόρος κ. Μαρία Πετρά, ενώ στο πλευρό της οικογένειας του θύματος, για την υποστήριξη της κατηγορίας, παρίστανται οι κκ. Μηνάς Τσέρκης, Μαρίνα Κρανίτη Τσέρκη και Στεφανία Κουλουμπρή και για την χήρα οι κ.κ. Στέλιος Κιουρτζής και Χάρης Διακοσάββας.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Σχολιασμός άρθρου