ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Η απάντηση του Γ. Πανούση στην επιστολή-καταγγελία της Ακρίτα για τον Β. Γιακουμάκη

news room 7 λεπτά ανάγνωση
Φοιτητής-Πανούσης

Αγαπητή κυρία Ακρίτα,

Σας συγ­χαίρω και σας ευχα­ρι­στώ που ανοί­ξατε αυτό το θέμα που σίγουρα δεν είναι μόνον αστυ­νο­μικό.

Θα μου επι­τρέ­ψετε να μοι­ρα­στώ ορι­σμέ­νες σκέψεις μαζί σας.

Γιάννης Πανού­σης

Η πρόληψη της παρα­βα­τι­κό­τη­τας στο σχολείο ή στο πανε­πι­στή­μιο συν­δέ­ε­ται άρρηκτα με την εκπαι­δευ­τική πολι­τική (αρκεί να μη λει­τουρ­γεί το εκπαι­δευ­τικό σύστημα ως απο­κλει­στι­κός θεσμός κοι­νω­νι­κού ελέγχου) αλλά και με μια κοι­νο­τική εκπαι­δευ­τική οικο­λο­γία (που εντάσ­σει τη σχολική μονάδα στον κοι­νω­νικό ιστό). Οι εν-τάσεις και οι συγ-κρούσεις μέσα στο εκπαι­δευ­τικό περι­βάλ­λον δεν παρα­πέ­μπουν υπο­χρε­ω­τικά στην «εγκλη­μα­τική βία» αφού τα υφέρ­πο­ντα ή και εμφανή κίνητρα συν­δέ­ο­νται περισ­σό­τερο με το γόητρο, το παλη­κα­ρι­λίκι, την ισχύ, την εξουσία ή ακόμα με την ανι­σό­τητα και την υπο­βάθ­μιση. Πέρα δηλαδή από τα όποια ατομικά χαρα­κτη­ρι­στικά δράστη/ δραστών και θύματος/ θυμάτων, το κοι­νω­νικό, πολι­τι­σμικό και εκπαι­δευ­τικό οικο­σύ­στημα καθο­ρί­ζει τους όρους και τους τρόπους εμφά­νι­σης του φαι­νο­μέ­νου.

Οι αποϊ­δα­νι­κο­ποι­ή­σεις (γονιών, δασκά­λων, φορέων) και η ανα­ζή­τηση προ­σω­πι­κών (και όχι «δανει­σμέ­νων») εμπει­ριών οδηγούν σε συχνά επώ­δυ­νες αυτο­νο­μή­σεις.

Τα όρια και τα περι­θώ­ρια της μάθησης από την παι­δι­κό­τητα στην ενη­λι­κί­ωση, από το σπίτι στο σχολείο, από τη γονεϊκή υπερ­προ­στα­τευ­τι­κό­τητα στη σχολική συμ­μόρ­φωση συχνά κατα­λή­γουν σε ανο­μι­κές εκ-ρήξεις.

Σε κάθε περί­πτωση η επίλυση των συγκρού­σεων στον εκπαι­δευ­τικό χώρο πρέπει να προ­κύ­πτει από τη συνευ­θύνη που δια­μορ­φώ­νε­ται μέσα στο τετρά­γωνο: δάσκαλοι- γονείς- μαθητές/συμμαθητές- Υπουρ­γείο Παι­δείας.

Αν το παι­δα­γω­γικό μέρος βαρύνει απο­κλει­στικά τους καθη­γη­τές, η κουλ­τούρα του σπιτιού, του δρόμου, της κοι­νό­τη­τας είναι αυτή που θα ορθώσει την εμπι­στο­σύνη σαν τείχος στις όποιες αντι­λή­ψεις ή συμπε­ρι­φο­ρές βίαιης αντί-δρασης.

Πολλοί ψυχο­λο­γι­κο­ποιούν το φαι­νό­μενο συσχε­τί­ζο­ντάς το με την εφηβεία και τη συναφή επι­θε­τι­κό­τητα, με την ψυχο­συ­ναι­σθη­μα­τική ανά­πτυξη των παιδιών, τις ιδιαι­τε­ρό­τη­τες του μαθητή. Άλλοι ρίχνουν το βάρος στη συλ­λο­γική έκφραση τέτοιων συμπε­ρι­φο­ρών, με βάση την παρέα των συνο­μι­λή­κων, συγκρί­νο­ντας εκπαι­δευ­τι­κούς τύπους με παρα­βα­τική υπο­κουλ­τούρα. Συχνά συνε­κτι­μώ­νται και δημο­γρα­φικά/ κοι­νω­νικά δεδο­μένα που αφορούν στο φύλο, την κοι­νω­νι­κο­οι­κο­νο­μική κατά­σταση της οικο­γέ­νειας, τα επαγ­γέλ­ματα των γονέων κλπ.

Επίθεση και άμυνα, εκφο­βι­σμός και φόβος, δράστης και θύμα εναλ­λάσ­σο­νται και παίρ­νουν διά­φο­ρες μορφές (π.χ. βρισιές, απειλές, χει­ρο­δι­κίες κλπ.) πίσω από τις οποίες όμως ελο­χεύει η διά­βρωση των δια-προσωπικών σχέσεων (relational aggression) καθώς και η υπο­τί­μηση του «άλλου».

Οι ψυχο­κοι­νω­νι­κές επι­πτώ­σεις της θυμα­το­ποί­η­σης (απόρ­ριψη, στιγ­μα­τι­σμός, περι­θω­ριο­ποί­ηση, απο­μό­νωση, ανα­σφά­λεια) κινού­νται κι αυτές στο ίδιο πλαίσιο: στην απο­τυ­χία και την προ­δο­σία των σχέσεων εμπι­στο­σύ­νης, οι οποίες απο­τε­λούν τη βάση για μια ομαλή κοι­νω­νι­κο­ποί­ηση των νέων. Η σύγκρουση λέξεων και κινή­σεων συχνά υπο­κρύ­πτει μια πιο κρίσιμη «δια-μάχη» αλλη­λεγ­γύης και ατο­μι­κι­σμού, ανε­κτι­κό­τη­τας και ατο­μι­κι­σμού την οποία καλού­νται οι νέοι να δια-χειριστούν. Η σύνδεση της νεα­νι­κής βίας με τη σχολική απο­τυ­χία ή την κοι­νω­νική περι­θω­ριο­ποί­ηση, η επι­θε­τική συμπε­ρι­φορά ως απο­τέ­λε­σμα μάθησης (για επι­βί­ωση;) αντι­με­τω­πί­ζο­νται σαν απειλές για περισ­σό­τε­ρους από ένα στόχο.

Τα σημεία ψυχο­λο­γι­κής ανα­γνώ­ρι­σης παιδιού – θύτη και παιδιού – θύματος, το προφίλ του νταή και του φοβι­σμέ­νου, οι έννοιες της Επι­βο­λής (θύτες) ή της Αυτο­ά­μυ­νας (θύματα-θύτες) που επα­νέρ­χο­νται σε όλες τις αιτιο­λο­γή­σεις όλων για την ενδο­σχο­λική βία έχουν τελευ­ταία υπερ­φα­λαγ­γι­στεί από το φόβο ένοπλων επι­θέ­σεων.

Ο school shooter, όπως συχνά και ο σχο­λι­κός τρα­μπού­κος, χαρα­κτη­ρί­ζο­νται από ψυχική αδυ­να­μία να χει­ρι­στούν δύσκο­λες κατα­στά­σεις και επι­λέ­γουν ως διέξοδο την βίαιη εκδί­κηση (ιδε­ο­λη­πτική ή όχι) κατά τρίτων και βέβαια την αυτο­κτο­νία. Μολο­νότι οι ένοπλες επι­θέ­σεις στα σχολεία (school shooting) στη χώρα μας δεν σχε­τί­ζο­νται με τον εκφο­βι­σμό (ως ατομικό bullying ή ως ομαδικό mobbing), μολο­νότι το «νταη­λίκι» του μαθητή δεν σημαί­νει ανα­γκα­στικά και προ-παραβατικό ανήλικο, ούτε η συστη­μα­τική κατά­χρηση δύναμης μετα­τρέ­πε­ται αυτο­μά­τως σε συγκρό­τηση συμ­μο­ρίας, ο εκφο­βι­σμός (είτε στο­χεύει ένα μεμο­νω­μένο άτομο ή ομάδα ατόμων, είτε αφορά μικρό­τε­ρους, είτε κορί­τσια), συχνά συν­δέ­ε­ται με ενδο­σχο­λι­κούς αντα­γω­νι­σμούς, με δια­φο­ρε­τι­κό­τη­τες μαθητών (από­κτηση δύναμης ή προ­κλη­τικά θύματα) και έτσι δημιουρ­γεί πρότυπα αντι­κοι­νω­νι­κής συμπε­ρι­φο­ράς.

Το συχνά αδιά­φορο εκπαι­δευ­τικό σύστημα δεν έχει μηχα­νι­σμούς και δασκά­λους προ­ε­τοι­μα­σμέ­νους να χει­ρι­στούν δύσκο­λες (μέχρι και βίαιες) κατα­στά­σεις ενώ η γει­το­νιά και η τοπική κοι­νω­νία απλώς κάθε φορά εκπλήτ­το­νται (κρύ­βο­ντας κάτω από το χαλί την «οικο­λο­γία του φόβου και της απο­τυ­χίας»). Κι όμως η ζεστή σχολική ατμό­σφαιρα (της κατα­νό­η­σης και της συνεν­νό­η­σης) μπορεί να δημιουρ­γεί θετικά συναι­σθή­ματα και αίσθημα ασφα­λούς περι­βάλ­λο­ντος και να χρη­σι­μο­ποι­ή­σει την επι­κοι­νω­νία ως μέσο κοι­νω­νι­κής ένταξης και ψυχο­λο­γι­κής υπο­στή­ρι­ξης.

Πώς να δια­μορ­φώ­σεις «όρους ειρη­νι­κού σχο­λείου» μέσα σ’ ένα κοι­νω­νικό πλαίσιο βίας;

Οι ρίζες της βίας είναι βαθιά χωμένες στον πολι­τι­σμό και στην κοι­νω­νία. Στις ανι­σό­τη­τες και στις αδικίες. Από την άλλη οι ορισμοί και οι εννοιο­λο­γή­σεις της (σχο­λι­κής) βίας δημιουρ­γούν συχνά συγ­χύ­σεις. Οι αιτίες μπλέ­κο­νται με τ’ απο­τε­λέ­σματα και όλα αυτά με διάφορα ιδε­ο­λο­γή­ματα. Όλα έχουν ειπωθεί και γραφτεί (αλλά και τ’ αντί­θετά τους). Όλα είναι κρίσιμα (αλλά δεν απο­τρέ­πουν την κρίση).

Από τη μία οι μορφές της ενδο­σχο­λι­κής βίας, οι παρα­βα­τι­κές ομάδες και συμ­μο­ρίες, το bullying ως εκφο­βι­σμός, ο τρα­μπου­κι­σμός, ο ψευ­το­παλ­λη­κα­ρι­σμός, το νταη­λίκι, τα χαρα­κτη­ρι­στικά δράστη – θύματος και η ανι­σορ­ρο­πία δύναμης θύτη-θύματος, οι τιμω­ρίες. από την άλλη η σχέση παιδιού-γονιού, η σχέση παιδιού-δασκάλου (που επη­ρε­ά­ζε­ται και από το πολι­τι­σμικό κεφά­λαιο του μαθητή), ο αυτο­τε­λής ρόλος των γονιών, ο αυτο­τε­λής συν­θε­τι­κός ρόλος του σχο­λείου, ο αυτο­τε­λής ρόλος του δασκά­λου ή και ο ρόλος των ΜΜΕ. από τη μία οι ανα­πα­ρα­στά­σεις της βίας ή και η «γοητεία» της κι από την άλλη το άγχος, οι κακές σχο­λι­κές επι­δό­σεις, η ψυχική κατα­πί­εση, η ανα­σφά­λεια των σχέσεων και της επι­βί­ω­σης των ίδιων των μαθητών. Κανο­νι­στική λοιπόν αντι­με­τώ­πιση ή ειρη­νο­ποιός δια­χεί­ριση;

Το θέμα της ασφά­λειας υπερ­βαί­νει τη σχολική βία και πρέπει να προ­βλη­μα­τί­σει το κοι­νω­νικό και πολι­τικό σύστημα. Η ασφά­λεια στους εκπαι­δευ­τι­κούς χώρους συν­δέ­ε­ται με τη βία στους δρόμους και τη μετα­φε­ρό­μενη κοι­νω­νική βία. Η ασφά­λεια του σχο­λείου συμ­βα­δί­ζει αυτο­νό­ητα με το σεβασμό στην προ­σω­πι­κό­τητα, την ελευ­θε­ρία του λόγου, τα δικαιώ­ματα των νέων. Από την άλλη μια κοι­νω­νία κοντά στο σχολείο και ένα σχολείο ενταγ­μένο αρμο­νικά στην κοι­νό­τητα κιν­δυ­νεύει να «μολυν­θεί» από τις ανι­σό­τη­τες του πολι­τι­σμι­κού περι­βάλ­λο­ντος και ιδίως από τη γενι­κευ­μένη ανομία.

Από τα παιδιά του δρόμου (αρκετά από τα οποία δεν αρνού­νται να μπουν στην εκπαι­δευ­τική δια­δι­κα­σία) κι από τα κακο­ποι­η­μένα παιδιά ή τα παιδιά φτωχών οικο­γε­νειών που εγκα­τα­λεί­πουν το σχολείο γεν­νιέ­ται αρχικά η νεανική βία.

Η κοι­νω­νική ομπρέλα προ­στα­σίας (community schools) σχε­τί­ζε­ται με τη συνευ­θύνη των κοι­νω­νι­κών φορέων και όχι με την αστυ­νό­μευση. Χρειά­ζε­ται μια συνέρ­γεια πολλών θεσμών και φορέων για να πει­σθούν οι νέοι να ξανα-γυρίσουν στην κοι­νω­νική συμ­βί­ωση χωρίς βία.

Η βία στο σχολείο και στο πανε­πι­στή­μιο δεν εγγρά­φε­ται στο κλη­ρο­νο­μικό φορτίο του θεσμού. Χρειά­ζε­ται συνεπώς το εκπαι­δευ­τικό σύστημα να ξανα­βρεί την εσω­τε­ρική του δημο­κρα­τία (ισότητα, διά­λο­γος, ηπιό­τητα, ελευ­θε­ρία έκφρα­σης) και ν’ ανα­πτύ­ξει δίκτυο κοι­νω­νι­κών υπη­ρε­σιών. Πρέπει να «επα­νε­φεύ­ρουμε» την εκπαί­δευση, που σημαί­νει νέα δομή, νέα μορφή, νέες σχέσεις, νέα αισθη­τική, νέα λει­τουρ­γία, νέοι ρόλοι, πρέπει να αυτο­νο­μή­σουμε (έστω σχετικά) το σχολείο από τη δια­δι­κα­σία νομι­μο­ποί­η­σης της κρα­τού­σας κοι­νω­νι­κής τάξης για να μην είναι κατα­δι­κα­σμένο (κι αυτό κι εμείς) ν’ ανα­πα­ρά­γουμε ή και να διευ­ρύ­νουμε τις προ­ϋ­πάρ­χου­σες ανι­σό­τη­τες. Το σχολείο που πλη­γώ­νει αντί να εκ-παιδεύσει, οι υπό­γειες δια­δρο­μές της βίας στο σπίτι, στην πλατεία και της σχο­λι­κής βίας, ο αντα­γω­νι­σμός ως εργα­λείο επι­τυ­χίας και το παι­χνίδι ως μέσον ενη­λι­κί­ω­σης, οι περι­κυ­κλω­μέ­νοι από «όχι» και «μη» έφηβοι δια­μορ­φώ­νουν τους όρους μιας «αντι-δραστικής» επι­θε­τι­κό­τη­τας, έντασης, θυμού, διά­ψευ­σης, δυσφο­ρίας.

Στο εκπαι­δευ­τικό σύστημα συνα­ντιώ­νται πολλές κρίσεις: εφη­βείας, αμφι­σβή­τη­σης από τους νέους, διά­ψευ­σης, κόπωσης από τους δασκά­λους, απα­ξί­ω­σης, υπο­βάθ­μι­σης ρόλου από τους γονείς, αμφί­ση­μης αντι­με­τώ­πι­σης από την Πολι­τεία. Συμ­βα­τικά ή εναλ­λα­κτικά σχολεία δεν μπό­ρε­σαν να συμ­βι­βά­σουν τις κρίσεις και να τις μετα­τρέ­ψουν σε νέες ευκαι­ρίες. Η «μάχη για επι­βί­ωση» προ­τι­μάει βίαια σχολεία σε βίαιο κόσμο. Γι’ αυτό χρειά­ζε­ται από τη μία η χάραξη ορίων σε όλη την κοι­νω­νική δράση κι από την άλλη η αλλαγή πλαι­σίου ζωής των νέων.

Το πέρασμα από τα παιδιά σε κίνδυνο στα επι­κίν­δυνα παιδιά είναι τόσο εύκολο ή τόσο δύσκολο όσο εμείς -οι ενή­λι­κες κλειδοκράτορες- το (δια)χει­ρι­ζό­μα­στε.

Υ. Γ1: Στο επίπεδο της αστυ­νο­μι­κής έρευνας έχει δια­τα­χθεί να σταλεί στα Γιάν­νενα ειδική μονάδα εξι­χνί­α­σης. Έχω ο ίδιος προ­σω­πικά μιλήσει με τον ιδιω­τικό ερευ­νητή Γ. Τσού­καλη και έθεσα στη διάθεση της οικο­γέ­νειας όποιο μέσο χρεια­στεί.

Υ. Γ2: Οι ποι­νι­κές ευθύνες θα κατα­λο­γι­στούν όταν εντο­πι­στούν οι ένοχοι της «βαρ­βα­ρό­τη­τας» και οδη­γη­θούν στη δικαιο­σύνη. Το ίδιο ισχύει με πράξεις ή παρα­λεί­ψεις των αρμο­δίων δημο­σίων οργάνων.

Υ. Γ3: Η εμπλοκή οποιου­δή­ποτε πολι­τι­κού και για οποιον­δή­ποτε λόγο από­κρυ­ψης είναι τόσο απο­δο­κι­μα­στέα ώστε θα έπρεπε για λόγους ηθικής τάξης και παρα­δειγ­μα­τι­σμού ο αρχηγός του κόμ­μα­τός του να τον απο­βά­λει από τη Βουλή. Τέτοια φαι­νό­μενα πρέπει να κατα­δι­κά­ζο­νται δημόσια πριν γίνουν καρ­κι­νο­γόνα.

Ευχα­ρι­στώ και πάλι για την ευκαι­ρία να δεί­ξουμε ότι πρω­τί­στως είμαστε άνθρω­ποι και γονείς και νοια­ζό­μα­στε για τον πλαϊνό μας.

Ο Ανα­πλη­ρω­τής Υπουρ­γός

Καθη­γη­τής Γιάννης Πανού­σης

Τα ΝΕΑ

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.